Καστράτος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Καστράτος ονομαζόταν κατά το παρελθόν ο άνδρας ερμηνευτής της εκκλησιαστικής μουσικής και της όπερας, ο οποίος είχε υποστεί ευνουχισμό κατά την παιδική ηλικία, ώστε η φωνή του να διατηρήσει την ικανότητα να αποδίδει πολύ υψηλές νότες. Ως όρος προέρχεται από το λατινικό castratus που σημαίνει τον ευνουχισμένο - πάντως στην εποχή τους αποκαλούνταν συνήθως με τον αφηρημένο ευφημισμό musico, δηλαδή μουσικός.

Οι καστράτοι έχουν ταυτιστεί με τους πρωταγωνιστικούς ρόλους της αναγεννησιακής και της μπαρόκ μουσικής, δηλ. μιας περιόδου που διήρκεσε από το 16ο έως τα τέλη του 18ου αιώνα. Στη συνέχεια πέρασαν σε δεύτερη μοίρα, εξαιτίας αλλαγών στις τεχνοτροπίες της όπερας και της ηθικής απαξίωσης του ευνουχισμού. Ο τελευταίος καστράτος - Alessandro Moreschi- πέθανε το 1922.

Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τη διάρκεια της εφηβείας και υπό την επίδραση των φυσιολογικών ορμονών της ανάπτυξης, ο λάρυγγας και οι φωνητικές χορδές του άνδρα μεγαλώνουν σημαντικά σε μέγεθος. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η φωνή να βαθύνει κατά περίπου μία οκτάβα και να γίνει πιο δυσκίνητη, σε σύγκριση με το προεφηβικό στάδιο.

Μέσω λοιπόν του ευνουχισμού φερέλπιδων αγοριών πριν μπουν στην εφηβεία, η φυσική ορμονική εξέλιξή τους ακυρωνόταν, οδηγώντας σε τραγουδιστές που διατηρούσαν φωνητικά το παιδικό ύψος και πλαστικότητα. Παράλληλα τα άκρα των οστών παρέμεναν ελαστικά λόγω έλλειψης τεστοστερόνης, με αποτέλεσμα ο θώρακας να μεγαλώνει περισσότερο από όσο ενός μέσου άνδρα - αυτό με τη σειρά του επέτρεπε στους πνεύμονες να χωρούν περισσότερο αέρα. Συνδυάζοντας όλα τα παραπάνω με την κατάλληλη μουσική αγωγή, ένας καλός καστράτος μπορούσε άνετα να φτάσει τις οκτάβες και την πλαστικότητα μιας μεσοφώνου (μέτζο-σοπράνο) ή ακόμα και μιας υψιφώνου (σοπράνο) - εξ ου και ο χαρακτηρισμός sopranista (αρσενική σοπράνο) - διαθέτοντας ταυτόχρονα μεγάλη ισχύ στους πνεύμονες.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρόγονοι των καστράτων υπήρξαν οι ευνούχοι των μεσαιωνικών βασιλικών αυλών. Στις βυζαντινές χορωδίες εισήχθησαν πιθανά την εποχή του Αρκαδίου, του οποίου ο αρχιχορωδός ήταν ο ίδιος ευνούχος, και παρέμειναν μέχρι τουλάχιστον την Άλωση του 1204. Στους επόμενους τρεις αιώνες δεν υπάρχουν ίχνη του φαινομένου, αν και πιστεύεται ότι είχε ευρεία εφαρμογή στην αραβοκρατούμενη Ισπανία.

Αναγεννησιακές χορωδίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα μέσα του 16ου αι. ξεκίνησαν να εμφανίζονται οι πρώτοι καστράτοι στην Ιταλία, τη Γαλλία και τη Βαυαρία (πολλοί με ισπανικά ονόματα), προκαλώντας αμηχανία που γρήγορα έγινε θαυμασμός. Το 1589 ο Πάπας Σίξτος Ε΄ τούς ενέταξε στη χορωδία της Βασιλικής του Αγίου Πέτρου, αναδιοργανώνοντάς την ειδικά για χάρη τους. Σύντομα οι καστράτοι υπερκέρασαν τα αγόρια, των οποίων οι φωνές «έσπαγαν» κατά την εφηβεία, αλλά και τους φαλσετίστες (τενόροι που «ανέβαζαν» οκτάβα με τεχνητό τρόπο αλλά έχαναν σε πλαστικότητα και ένταση).

Μπαρόκ όπερα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά παρόμοιο τρόπο κυριάρχησαν στην όπερα. Αρχικά τους ανέθεταν δευτερεύοντες ή γυναικείους ρόλους, όμως γύρω στο 1680 ξεκίνησε ο «χρυσός αιώνας» τους που συνέπεσε με την άνοδο της δημοτικότητας του συγκεκριμένου μουσικού είδους. Για εκατό περίπου χρόνια, οι περισσότεροι συνθέτες (ιδίως της λεγόμενης ιταλικής σχολής) αναζήτησαν στην εύπλαστη και παντοδύναμη φωνή των καστράτων την ενσάρκωση του ηρωικού ιδεώδους της Όπερα Σέρια και έγραφαν τους ανδρικούς πρωταγωνιστικούς ρόλους έχοντας κατά νου τις ικανότητές τους. Παραστάσεις που δεν συμπεριελάμβαναν γνωστούς καστράτους θεωρούνταν αντιεμπορικές και καταδικασμένες σε αποτυχία.

Ο διάσημος καστράτος Φαρινέλλι (κατά κόσμον Κάρλο Μπρόσκι), φορώντας το ισπανικό παράσημο του Τάγματος του Καλατράβα. Πίνακας του Τζάκοπο Αμικόνι, περ. 1750.

Η ζήτηση για καστράτους οδήγησε χιλιάδες Ιταλούς στο χειρουργείο. Σε πολλές περιοχές η σχετική επέμβαση ήταν τυπικά νόμιμη μόνο εάν κινδύνευε η ζωή του αγοριού, αλλά πάντα βρισκόταν μια καλή δικαιολογία για κάτι που αποτελούσε κοινό μυστικό - χαρακτηριστικά, η οικογένεια του Φαρινέλλι είχε επικαλεσθεί πτώση από άλογο που καθιστούσε αναγκαία την εγχείρηση στους όρχεις. Μόνο στις δεκαετίες 1720 και 1730, όταν ο κόσμος της όπερας είχε καταληφθεί από υστερία, υπολογίζεται ότι μέχρι και 4.000 αγόρια ευνουχίζονταν κάθε χρόνο στη χώρα. Κάποιοι απ' αυτούς ήταν γόνοι πλούσιων οικογενειών που ήθελαν να κάνουν μεγάλη καριέρα, όπως ο Καφφαρέλλι. Αλλά οι περισσότεροι προέρχονταν από φτωχές τάξεις και ευνουχίζονταν με πρωτοβουλία των γονέων τους, με το όνειρο ότι θα ξεφύγουν απ' την ένδεια (π.χ. Σενεσίνο, Φαρινέλλι) - όπως λέει παραστατικά η Τσετσίλια Μπάρτολι, από οικογένειες με 10-12 παιδιά, ένα εκ των οποίων θυσιαζόταν με την ελπίδα να κάνει καριέρα και να σώσει και τους υπολοίπους από την εξαθλίωση.

Η συντριπτική πλειοψηφία από αυτούς έμεινε στην αφάνεια, αρκούμενη - στην καλύτερη των περιπτώσεων - σε κάποιες συμμετοχές σε χορωδίες. Η επαγγελματική αποτυχία σήμαινε και κοινωνική περιθωριοποίηση, αφού ένας καστράτος (με παράξενη εμφάνιση και χωρίς δικαίωμα γάμου) μπορούσε να επιβιώσει αξιοπρεπώς μόνο εντός των καλλιτεχνικών κύκλων. Οι λίγοι όμως που ξεχώρισαν, έγιναν διάσημοι σε ολόκληρη τη Δυτική Ευρώπη (με μοναδική εξαίρεση τη Γαλλία όπου ουδέποτε υπήρξαν δημοφιλείς), προκαλώντας ντελίριο στις εμφανίσεις τους και κερδίζοντας τεράστια για την εποχή τους ποσά. Παράλληλα διαδιδόταν ανάμεσα στις κυρίες της υψηλής κοινωνίας, ότι ήταν φλογεροί εραστές - μια φήμη που οφειλόταν περισσότερο στη διασημότητά τους παρά στις πραγματικές σεξουαλικές ικανότητές τους.

Παρακμή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

O χρυσός αιώνας κράτησε έως τα τέλη του 18ου αιώνα. Αλλαγές στις κυρίαρχες τεχνοτροπίες της όπερας, αλλά και στην ηθική αντιμετώπιση του ευνουχισμού των αγοριών, συνετέλεσαν ώστε οι καστράτοι να περάσουν σταδιακά σε δεύτερη μοίρα - ο τελευταίος ρόλος για καστράτο γράφτηκε από τον Τζάκομο Μέγιερμπεερ το 1824. Παρ' όλα αυτά η πρακτική δεν εγκαταλείφθηκε, αφού εξακολουθούσε να υπάρχει ζήτηση για τις παλαιότερες όπερες.

Η οριστική εξάλειψη του φαινομένου ξεκίνησε το 1870, όταν ο ευνουχισμός για μουσικούς λόγους κατέστη παράνομος σε όλη τη χώρα. Το 1878 ο πάπας Λέων ΙΓ' έδωσε εντολή να μην προσλαμβάνονται νέοι καστράτοι στις εκκλησιαστικές χορωδίες και το 1902 διέταξε την απομάκρυνση όσων είχαν απομείνει από παλαιότερα - εν τω μεταξύ είχαν ήδη εξαφανιστεί απ' τον κόσμο της όπερας. Ο τελευταίος, ο Αλεσάντρο Μορέσκι (αρχιχορωδός της Καπέλα Σιστίνα), πέθανε το 1922 - είχε ευνουχιστεί γύρω στο 1865, λίγο πριν την απαγόρευση του 1870.

Από τότε μέχρι σήμερα, οι οπερατικοί ρόλοι που είχαν γραφτεί για καστράτους ερμηνεύονται είτε από φαλσετίστες τενόρους και κοντρα-τενόρους, ή από γυναίκες (κοντράλτο, μετσο-σοπράνο) με ανδρική αμφίεση. Στην εκκλησιαστική μουσική χρησιμοποιούνται επίσης παιδιά.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Castrato της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).