Λουδοβίκος Β´ της Βαυαρίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Λουδοβίκος Β΄
Ludwig II king of Bavaria.jpg
Βασιλιάς της Βαυαρίας
Περίοδος εξουσίας
10 Μαρτίου 1864 - 13 Ιουνίου 1886
Στέψη Μόναχο
Προκάτοχος Μαξιμιλιανός Β'
Διάδοχος Όθων
Βασιλικός Οίκος Οίκος των Βίττελσμπαχ
Γέννηση 25 Αυγούστου 1845
Παλάτι Νυμφενμπούργκερ, Γερμανία
Θάνατος 13 Ιουνίου 1886
Λίμνη Στάρνμπεργκερ, Γερμανία
Τόπος ταφής Εκκλησία του Αγίου Μιχαήλ, Γερμανία
Πατέρας Μαξιμιλιανός Β΄
Μητέρα Μαρία της Πρωσίας
Θρησκεία Καθολικός

Ο Λουδοβίκος Όθων Φρειδερίκος Γουλιέλμος της Βαυαρίας (γερμανικά: Ludwig Otto Friedrich Wilhelm von Bayern, 25 Αυγούστου 184513 Ιουνίου 1886) ήταν βασιλιάς της Βαυαρίας, από τις 10 Μαρτίου 1864 έως τις 13 Ιουνίου 1886. Έφερε επίσης τους τίτλους: Κόμης του Παλατινάτου του Ρήνου, Δούκας της Βαυαρίας, της Φραγκονίας και της Σουηβίας. Παράλληλα, ήταν γνωστός και ως Βασιλιάς των Παραμυθιών (der Märchenkönig), λόγω της ρομαντικής του άποψης για το Μεσαίωνα.

Έχει μείνει στην ιστορία κυρίως για την κατασκευή εντυπωσιακών κάστρων με ανάμεικτους αρχιτεκτονικούς ρυθμούς και τη μεγάλη του αγάπη κυρίως για το έργο του Ρίχαρντ Βάγκνερ και άλλων συνθετών. Είχε διαγνωσθεί ψυχικά ασθενής, αλλά το αποτέλεσμα της εξέτασης παραμένει αμφίβολο, όπως άλλωστε και τα αίτια του θανάτου του.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παιδικά και εφηβικά χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πρίγκιπας Λουδοβίκος (αριστερά) με τους γονείς του και τον μικρότερο αδελφό του Όθωνα, γύρω στα 1860

Ο Λουδοβίκος ήταν ο μεγαλύτερος γιος του τότε πρίγκιπα της Βαυαρίας, Μαξιμιλιανού Β΄, και της γυναίκας του Μαρίας της Πρωσίας. Παππούς του, από τη μεριά του πατέρα του, ήταν ο βασιλιάς της Βαυαρίας Λουδοβίκος Α΄, πατέρας του Όθωνα της Ελλάδας.

Ο Λουδοβίκος γεννήθηκε στο Παλάτι Νυμφενμπούργκερ (σήμερα στα προάστια του Μονάχου), στις 25 Αυγούστου 1845. Αρχικά, οι γονείς του σκόπευαν να τον ονομάσουν Όθωνα, αλλά ο παππούς του και βασιλιάς της Βαυαρίας, επέμεινε να του δώσουν το όνομα αυτό, καθώς είχαν κοινή ημερομηνία γεννήσεως, ημέρα που τιμάται ο Άγιος Λουδοβίκος, προστάτης άγιος της Βαυαρίας.[1] Ο νεότερος κατά τρία χρόνια αδελφός του, ονομάστηκε τελικά Όθωνας.

Ο πατέρας του επιθυμούσε να μάθει και στους δύο του γιους, τις βασιλικές ευθύνες από μικρή ηλικία.[2] Ο Λουδοβίκος ελεγχόταν αυστηρά από τους δασκάλους του τόσο στη μελέτη, όσο και στην άσκηση. Μερικοί μελετητές μάλιστα υποστηρίζουν ότι αυτή η αυστηρή διαπαιδαγώγηση και τα άγχη της βασιλικής οικογένειας οδήγησαν το Λουδοβίκο στην εκκεντρική του συμπεριφορά ως ενήλικα. Ο ίδιος δεν ήταν κοντά σε κανέναν από τους δύο του γονείς.[3] Αργότερα, ο ίδιος αναφερόταν στη μητέρα του με τη φράση «η σύζυγος του προκατόχου μου».[4]

Παρά την αυστηρή ζωή του, ο Λουδοβίκος συνέχιζε να είναι ρομαντικός. Στην ηλικία των 15 ετών παρακολούθησε τον όπερα Λόενγκριν του Βάγκνερ.[3] Μεγάλο μέρος της παιδικής και εφηβικής ζωής του, ο Λουδοβίκος το πέρασε στο κάστρο Χόενσβανγκαου, κοντά στο Φύσεν. Ως έφηβος, δέθηκε φιλικά με τον Πρίγκιπα Παύλο, γόνο της πλούσιας βαυαρικής οικογένειας Θουρν ουντ Τάξις. Μαζί ιππεύαν, διάβαζαν ποίηση φωναχτά και ανέβαζαν σκηνές από όπερες του Βάγκνερ. Σε λίγο μεγαλύτερη ηλικία, συνδέθηκε φιλικά με την Ελισάβετ της Βαυαρίας, μετέπειτα Αυτοκράτειρα της Αυστρίας, με την οποία άλλωστε είχαν συγγένεια.

Ως βασιλιάς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρωτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Λουδοβίκος το 1864

Ο Λουδοβίκος στέφθηκε βασιλιάς της Βαυαρίας στις 10 Μαρτίου του 1864, ύστερα από θάνατο του πατέρα του από ασθένεια.[4] Δε θεωρούνταν έτοιμος για ανώτατα αξιώματα, ενώ η ανθρωπιστική του παιδεία δεν τον είχε προετοιμάσει για τα καθήκοντα του βασιλιά.[3] Μολαταύτα, ήταν αγαπητός στο λαό της Βαυαρίας, μα και αλλού.[3] Ο Λουδοβίκος ζούσε σε μια εποχή όπου οι πολίτες επιδίωκαν από καιρό ένα πιο δημοκρατικό τρόπο διακυβέρνησης, αλλά ο ίδιος ονειρευόταν την Απολυταρχία, όπως την είχε καθιερώσει ο Γάλλος βασιλιάς Λουδοβίκος ΙΔ΄.[3]

Λίγες μόλις εβδομάδες μετά την στέψη του, κάλεσε τον Βάγκνερ στο Μόναχο.[5][6]

Τα μεγαλύτερα άγχη του νέου βασιλιά, τουλάχιστον στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του, ήταν η απόκτηση ενός διαδόχου και η σχέσεις με την ιμπεριαλιστική Πρωσία. Για το πρώτο, αρραβωνιάστηκε στις 22 Ιανουαρίου 1867 τη Δούκισσα Σοφία της Βαυαρίας, τη νεότερη αδελφή της φίλης του Ελισάβετ της Βαυαρίας.[3] Ωστόσο, ανέβαλε διαρκώς την ημερομηνία των γάμων τους, και τελικά με ένα γράμμα, τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, της ανακοίνωσε την απόφασή του να μην παντρευτούν. Άρχισε να κρατά ημερολόγιο, το οποίο όμως χάθηκε κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, και στο οποίο φαίνεται να έγραφε τις προσωπικές του σκέψεις σχετικά με τον σεξουαλικό του προσανατολισμό και τη θέλησή του να μείνει σωστός Καθολικός.

Στον πόλεμο μεταξύ της Αυστριακής Αυτοκρατορίας και της Πρωσίας, ο οποίος ξέσπασε το 1866, το Βασίλειο της Βαυαρίας τάχθηκε υπέρ της πρώτης, όπως πολλά άλλα γερμανικά κράτη.[3] Ο πόλεμος έληξε με νίκη των Πρώσων και των συμμάχων τους, κι έτσι ο Λουδοβίκος υπέγραψε αμυντική συνθήκη με τον Γουλιέλμο Α'. Κατά τον Γαλλοπρωσικό πόλεμο (1870-1871), η Βαυαρία πήρε μέρος στο πλευρό της Πρωσίας, η οποία με τη νίκη της κατάφερε να ενώσει όλα τα γερμανικά κρατίδια. Το Δεκέμβριο του 1870, ο Λουδοβίκος δωροδοκήθηκε μυστικά από τον Μπίσμαρκ, ώστε να συμφωνήσει στην είσοδο της Βαυαρίας στην Γερμανική Αυτοκρατορία.[7] Με τον τρόπο αυτό, το βαυαρικό βασίλειο έχασε τη σπουδαιότητά του, αν και διατήρησε ορισμένα προνόμια. Ο Λουδοβίκος προσπάθησε να διαμαρτυρηθεί για τις αλλαγές αυτές και έτσι αρνήθηκε να παρευρεθεί στην τελετή στέψης του Γουλιέλμου Α'.[8]

Απομάκρυνση από την πολιτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την ίδρυση της ενιαίας Γερμανίας, ο Λουδοβίκος απομακρυνόταν από την πολιτική όλο και περισσότερο. Κατασκεύασε τρεις επιβλητικούς πύργους με ανάμεικτους αρχιτεκτονικούς ρυθμούς και μετέτρεψε το εσωτερικό τους σε έναν ερμητικά κλειστό κόσμο πολυτέλειας και υπερβολής.[5] Το πρώτο κάστρο ήταν το Νόισβανσταϊν, πάνω στα βαυαρικά βουνά. Ακολούθησε το Παλάτι Χερενχίμζεε, το οποίο σχεδιάστηκε στα πρότυπα του Παλατιού των Βερσαλλιών.[9] Το 1869 ολοκληρώθηκε η κατασκευή του Χειμερινού Κήπου, στην ταράτσα του Παλατιού του Μονάχου, που χρησιμοποιούσαν προγενέστεροι ηγεμόνες της Βαυαρίας. Ο Κήπος είχε ξεκινήσει το 1867 ως μια αρκετά μικρή κατασκευή, αλλά με προσθήκες τα έτη 1868 και 1871, οι διαστάσεις του μεγάλωσαν κατά πολύ. Τα σχέδιά του για ένα χώρο φεστιβάλ στην πόλη του Μονάχου, μονάχα για τον Βάγκνερ, ματαιώθηκαν κι έτσι την τετραετία 1872-1876 υποστήριξε την κατασκευή του Festspielhaus στο Μπαϊρόιτ. Σε αυτό το χώρο παρακολούθησε το 1876, την πρόβα και την τρίτη δημόσια εκτέλεση του πλήρους κύκλου του έργου Το Δαχτυλίδι των Νιμπελούνγκεν. Είναι χαρακτηριστικό πως ο Λουδοβίκος, ανάμεσα στο 1872 και το 1885, παρακολούθησε 209 ιδιωτικές παραστάσεις (μόνος του ή με κάποιον καλεσμένο), το συνολικό κόστος των οποίων ανερχόταν στα 97.300 μάρκα.[εκκρεμεί παραπομπή]

Το 1878, αποπερατώθηκε το Παλάτι Λίντερχοφ, κοντά στην πόλη Ομπεραμμεργκάου, το μοναδικό κάστρο που ο βασιλιάς πρόφτασε να δει ολοκληρωμένο. Τη δεκαετία του 1880, ο Λουδοβίκος συνέχισε τα σχέδιά του, τα οποία όμως έμειναν στα χαρτιά: επιθυμούσε την κατασκευή του κάστρου Φάλκενσταϊν, κοντά στην μικρή πόλη Πφρόντεν, ενός παλατιού βυζαντινού τύπου και ενός κινέζικου θερινού παλατιού στο Τιρόλο.

Εκθρόνιση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Λουδοβίκος το 1886

Όλα τα μεγαλόπνοα έργα του Λουδοβίκου χρηματοδοτούνταν από το προσωπικό του κεφάλαιο, αλλά κάτι τέτοιο δε σταμάτησε την οικονομική πτώση της Βαυαρίας.[10][i] Οι Υπουργοί του, τον συμβούλευαν οικονομία, αλλά αυτός συνέχισε με τις ρομαντικές του φαντασίες. Αποφάσισε να αντικαταστήσει τους Υπουργούς του, αλλά αυτοί έδρασαν πρώτοι.

Αναζητώντας μια αιτία για να καθαιρέσουν το βασιλιά με συνταγματικό ωστόσο τρόπο, αποφάσισαν να στηρίξουν ότι ήταν ψυχικά άρρωστος, και δεν μπορούσε να κυβερνήσει. Ζήτησαν από το θείο του Λουδοβίκου και αντιβασιλέα της Βαυαρίας, Λεοπόλδο, να τον αντικαταστήσει αργότερα. Ο Λεοπόλδος δέχτηκε, εφόσον οι συνωμότες παρουσίαζαν αξιόπιστη απόδειξη ότι ο βασιλιάς ήταν παρανοϊκός. Συντάχθηκε μια λίστα με παράξενες συνήθειες του Λουδοβίκου, βασισμένη σε μαρτυρίες και παράπονα υπηρετών του. Δεν είναι γνωστό αν όλα όσα περιλαμβάνονταν στη λίστα ήταν αληθή, αλλά αυτό ήταν αρκετό. Στις αρχές Ιουνίου του 1886, τέσσερις ψυχίατροι με επικεφαλής τον Μπέρνχαρντ φον Γκούντεν ολοκλήρωσαν την αναφορά τους, καταλήγοντας ότι ο βασιλιάς πάσχει από παράνοια.[ii] Στις 12 Ιουνίου, μεταφέρθηκε στο Κάστρο Μπεργκ, δίπλα στη λίμνη Στάρνμπεργκερ, νότια του Μονάχου.

Θάνατος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σταυρός στο σημείο όπου βρέθηκε το σώμα του Λουδοβίκου

Στις 13 Ιουνίου, γύρω στις εφτά παρά τέταρτο το απόγευμα,[11] ο Λουδοβίκος ζήτησε από τον φον Γκούντεν, να τον συνοδεύσει σε μια βόλτα στις όχθες της κοντινής λίμνης. Υποτίθεται ότι θα επέστρεφαν στις οχτώ, αλλά κάτι τέτοιο δε συνέβη. Μετά από πολύωρες έρευνες, τα πτώματα των δύο ανδρών βρέθηκαν περίπου στις έντεκα το βράδυ, στα νερά της λίμνης, μόλις λίγα μέτρα το ένα από το άλλο.[11] Δύο αστυνομικοί που περιπολούσαν σε σχετικά κοντινή απόσταση, ισχυρίστηκαν πως ούτε άκουσαν ούτε είδαν τίποτα ύποπτο.[11] Το ρολόι του βασιλιά είχε σταματήσει στις εφτά, το οποίο μαζί με την ακαμψία των μελών του, οδήγησε στο συμπέρασμα ότι εκείνη την ώρα πέθανε.[11] Αντιθέτως, το ρολόι του φον Γκούντεν είχε σταματήσει λίγο μετά τις οχτώ.[11]

Σχετικές θεωρίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δεν υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρες και άρα το πιθανότερο είναι ότι δε θα γίνει ποτέ γνωστό, τι ακριβώς συνέβη. Επίσημα, ο Λουδοβίκος αυτοκτόνησε με πνιγμό, αλλά κάτι τέτοιο αμφισβητείται έντονα, εφόσον μάλιστα δε βρέθηκε νερό στους πνεύμονές του.[12] Επιπλέον, η θεωρία αυτοκτονίας του Λουδοβίκου, δεν εξηγεί το θάνατο του φον Γκούντεν: βρέθηκε στραγγαλισμένος και υπήρχαν ίχνη πάλης, κάτι που οδηγεί στην υποψία ότι ο Λουδοβίκος σκότωσε τον ψυχίατρο.[3]

Σύμφωνα με μια αρκετά αποδεκτή θεωρία, ο βασιλιάς δολοφονήθηκε,[11] και μάλιστα με πυροβολισμό.[12] Ηθικοί αυτουργοί θεωρούνται είτε οι συνωμότες Υπουργοί του είτε κάποια μέλη της οικογενείας του, ώστε να μη διαταραχθεί το νέο καθεστώς.[11] Το γεγονός, όμως, ότι ο Λουδοβίκος ήταν πολιτικά ακίνδυνος και επομένως κανείς από τους προαναφερθέντες δεν είχε λόγο να διατάξει τη δολοφονία του, στηρίζει την πρώτη θεωρία.[3]

Κληρονομιά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κάστρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Κάστρο Νόισβανσταϊν: αποτελεί το πιο γνωστό κτίσμα του Λουδοβίκου. Είναι χτισμένο στις Βαυαρικές Άλπεις, ψηλότερα από το κάστρο στο οποίο μεγάλωσε, το Χόενσβανγκαου. Συνδυάζει στοιχεία από τη βυζαντινή και τη γοτθική αρχιτεκτονική. Πολλές τοιχογραφίες απεικονίζουν σκηνές από έργα του Βάγκνερ. Χαρακτηριστικό του γνώρισμα επίσης, είναι η απομίμηση του βυζαντινού μεγαλείου στην αίθουσα του θρόνου (Thronsaal).[5] Δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, αν και ορισμένα κτίσματα κατασκευάσθηκαν μετά το θάνατο του Λουδοβίκου.[13] Σε λιγότερο από έξι εβδομάδες μετά από αυτό, ο Λεοπόλδος, άνοιξε το κάστρο στο κοινό, ενώ μόλις το 1899, πληρώθηκαν τα έξοδα της κατασκευής του.[14] Το κάστρο αποτελεί μέχρι και σήμερα σημαντικό τουριστικό προορισμό, ενώ αποτελεί και την έμπνευση για του Κάστρου της Ωραίας Κοιμωμένης, στην κινηματογραφική ταινία του Ουώλτ Ντίσνεϋ.[15]
  • Παλάτι Λίντερχοφ: είναι το μοναδικό από τα κάστρα του Λουδοβίκου, που ολοκληρώθηκε πριν το θάνατό του. Είναι κατασκευασμένο σε ρυθμό Ροκοκό με εντυπωσιακούς κήπους. Οι τοιχογραφίες στο εσωτερικό του παλατιού εκφράζουν τη ρομαντική άποψη του Λουδοβίκου για τον απολυταρχισμό. Λίγο πιο βόρεια από το παλάτι υπάρχει η τεχνητή Σπηλιά της Αφροδίτης, εμπνευσμένη από την πρώτη πράξη της όπερας Τανχόυζερ. Η λίμνη που βρισκόταν στο εσωτερικό της φωτιζόταν με κόκκινο, πράσινο ή μπλε φως, παραγόμενο από μία εκ των πρώτων ηλεκτρικών μονάδων στη Βαυαρία.[16] Λέγεται ότι εκεί δίνονταν παραστάσεις μόνο για τον Λουδοβίκο, αλλά αυτό δεν είναι σίγουρο.[17]
  • Παλάτι Χερενχίμζεε: σχεδιάστηκε στα πρότυπα του Παλατιού των Βερσαλλιών.[9] Μονάχα το κεντρικό του τμήμα αποπερατώθηκε, ενώ ανολοκλήρωτα τμήματά του κατεδαφίστηκαν μετά το θάνατο του Λουδοβίκου.[9] Βρίσκεται στο νησί Χέρεν, στη μέση της λίμνης Χίμζεε.
  • Το Σπίτι του Βασιλιά στο Σάχεν: αποτελεί ένα μικρό κάστρο (Schlösschen), περίπου δέκα χιλιόμετρα νότια της πόλης Γκάρμις-Παρτενκίρχεν. Χτίστηκε ανάμεσα στο 1869 και το 1872.[9] Είναι χτισμένο σαν ελβετικό σαλέ, αλλά η διακόσμησή του αντανακλά τη γοητεία του Λουδοβίκου για την Ανατολή.[9]

Προσφορά στην τέχνη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η όπερα Staatstheater am Gärtnerplatz

Ο Λουδοβίκος είχε ιδιαίτερη αδυναμία προς τους αρχαίους τευτονικούς μύθους, κάτι που ενίσχυε ο Ρίχαρντ Βάγκνερ.[5] Στην πραγματικότητα, τον θαύμαζε από νεαρή ηλικία, ενώ θεωρείται αυτός που διέσωσε την καριέρα του Γερμανού συνθέτη. Πιθανώς, χωρίς την υποστήριξη του Λουδοβίκου, τα τελευταία έργα του Βάγκνερ δε θα είχαν γραφτεί, ενώ του δόθηκε σημαντική ώθηση με το ανέβασμα αυτών των έργων στην αναγνωρισμένου κύρους Εθνική Όπερα του Μονάχου (Nationaltheater München). Αγαπούσε ιδιαίτερα την όπερα Λόενγκριν, κάτι που μαρτυρούν τόσο το όνομα του πύργου Νόισβανσταϊν (Φαράγγι του Νέου Κύκνου), όσο και οι πήλινοι διακοσμητικοί κύκνοι του.[18] Ο Λουδοβίκος έχτισε επίσης την Όπερα του Μπαϊρόιτ, αποκλειστικά για έργα του Βάγκνερ.

Επιπλέον, ο Λουδοβίκος έχτισε την όπερα Staatstheater am Gärtnerplatz, τη δεύτερη όπερα της πόλης. Εκεί παρουσίασαν τα έργα τους πολλοί δημιουργοί, ανάμεσά τους ο Βάγκνερ, ο Γκλουκ,ο Μότσαρτ, ο Ίψεν και ο Βέμπερ. Εκτός αυτών, εκεί παρουσιάστηκαν έργα του Σαίξπηρ, του Μολιέρου και του Κορνέιγ.

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

i. ^  Ορισμένες πηγές αμφισβητούν το γεγονός

ii. ^  Από τους επιστήμονες αυτούς, κανένας δεν εξέτασε το Λουδοβίκο, ενώ μονάχα ο φον Γκούντεν τον είχε επισκεφτεί πριν από δώδεκα χρόνια[3]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Bavarian Palace Department
  • Hojer, Gerhard. König Ludwig II. - Museum Herrenchiemsee. Μόναχο 1986. Hirmer Verlag. ISBN 3-7774-4160-0
  • Nöhbauer, Hans F. Auf den Spuren König Ludwigs II. Ein Führer zu Schlössern und Museen, Lebens- und Errinerungsstätten des Märchenkönigs. Μόναχο 2007. Prestel Verlag. ISBN 978-7913-4008-1
  • Nöhbauer, Hans F. Ludwig II. Κολωνία 1998. Taschen. ISBN 3-8228-7430-2
  • Online Focus: Der Mythos vom Märchenkönig
  • Petzet, Detta & Michael. Die Richard Wagner-Bühne Ludwigs II.. Μόναχο 1970. Prestel-Verlag.
  • Rauch, Alexander. Neuschwanstein. 1991. Atlantis Verlag. ISBN 978-3-88199-874-1
  • Schlimm, Jean Louis. König Ludwig II. Sein leben in Bildern und Memorabilien. Νυμφενμπούργκερ, Μόναχο. 2005. ISBN 3-485-01066-9
  • Smith, Alex. Is Authenticity Important?. 2008. Royal College of Art
  • Time-Life Παγκόσμια Ιστορία. Τόμος 17. Εκδόσεις Κ. Καπόπουλος
  • Whonamedit?

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Schlimm, σ. 5
  2. Nöhbauer, 2007, σ. 6
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 3,4 3,5 3,6 3,7 3,8 3,9 Online Focus
  4. 4,0 4,1 Nöhbauer, 1998, σ. 12
  5. 5,0 5,1 5,2 5,3 Time-Life Παγκόσμια Ιστορία, σ. 61
  6. Nöhbauer, 1998, σ. 25
  7. Time-Life Παγκόσμια Ιστορία, σ. 55
  8. Nöhbauer, 1998, σ. 37
  9. 9,0 9,1 9,2 9,3 9,4 Bavarian Palace Department
  10. Nöhbauer, 1998, σ. 73
  11. 11,0 11,1 11,2 11,3 11,4 11,5 11,6 Whonamedit?
  12. 12,0 12,1 Nöhbauer, 1998, σ. 88
  13. Hojer, σ. 294
  14. Rauch, σ. 16
  15. Smith, σ. 79
  16. Petzet, σ. 144
  17. Petzet, σ. 146
  18. Time-Life Παγκόσμια Ιστορία, σ. 60
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Ludwig II of Bavaria της Αγγλόγλωσσης Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα