Κοκορέτσι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Κοκορέτσι το οποίο ψήνεται στην σούβλα

Το κοκορέτσι είναι παραδοσιακό ελληνικό ψητό φαγητό από εντόσθια ζώων. Συνήθως σερβίρεται ως ορεκτικό, κομμένο σε φέτες. Παρασκευάζεται όλο το χρόνο, αλλά συνηθίζεται ιδιαίτερα στο τραπέζι του Πάσχα.

Ονομασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με μια ερμηνεία, η λέξη κοκορέτσι προέρχεται από τη ρουμάνικη κουκουρέτσου (ελλ. αδράχτι). Το κουκουρέτσου οι Σλάβοι το μετέτρεψαν σε κουκουρούζα, και ονόμασαν έτσι το καλαμπόκι. Έτσι ο οβελίας, πάνω στον οποίο είναι περασμένα τα κομμάτια από εντόσθια τυλιγμένα με έντερα, πήρε το όνομα κοκορέτσι.

Παρασκευή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπάρχουν πολλοί τρόποι παρασκευής του κοκορετσιού, ένας από τους οποίους περιγράφεται εδώ.[1]

Τα εντόσθια είναι κυρίως έντερα, συκωταριές και γλυκάδια. Τα πλυμένα έντερα φυλάσσονται για λίγες ώρες σε δοχείο με νερό να τα καλύπτει, μαζί με κομμένα λεμόνια που εξαφανίζουν την έντονη μυρωδιά. Τα κομμάτια κρέατος (συκώτι, γλυκάδι, πνευμόνι) κόβονται σε μέτρια κομμάτια και τους προστίθεται αλατοπίπερο και άλλα μπαχαρικά, όπως ρίγανη, κύμινο κ.α.

Στην συνέχεια τα κομμάτια περνιούνται εναλλάξ στη σούβλα και τυλίγονται με τη μπόλια (το έντερο). Κατόπιν γίνεται ένας κόμπος με τα έντερα, στην άκρη της τυλιγμένης συκωταριάς και το κοκορέτσι τυλίγεται με τις αρμαθιές (τα εντεράκια). Τα έντερα πρέπει να είναι αρκετά ούτως ώστε να καλύψουν καλά όλο το κοκορέτσι, για να ψηθεί χωρίς να χάσει τους χυμούς του.

Ο χρόνος ψησίματος εξαρτάται από τη φωτιά και από το πάχος του κοκορετσιού. Συνήθως χρειάζεται γύρω στις 2 ώρες. Σύμφωνα με κάποιες συνταγές, [2] το κοκορέτσι πρέπει να ετοιμάζεται από το πρωί της προηγούμενης μέρας και να παραμένει όρθιο στη σούβλα μέχρι να ψηθεί.

Το κοκορέτσι εκτός από στη σούβλα, μπορεί να ψηθεί και στο φούρνο.

Υγιεινή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Καθαρισμός των εντέρων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για να μην υπάρχει κίνδυνος από την κατανάλωσή του, τα έντερα που περιλαμβάνει το κοκορέτσι πρέπει να γυρίζονται μέσα-έξω και να πλένονται πολύ καλά. Το γύρισμα των εντέρων επιτυγχάνεται με βελόνα πλεξίματος ή μολύβι, ενώ άλλοι συνιστούν για καλό πλύσιμο να εφαρμόζεται η μία άκρη από τα έντερα στη βρύση.

Απαγόρευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με αφορμή τα κρούσματα της νόσου Κρόιτσφελντ-Γιάκομπ και τη σύνδεσή τους με τη νόσο των τρελών αγελάδων, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρότεινε την απαγόρευση της κατανάλωσης ορισμένων οργάνων αιγοπροβάτων και βοοειδών (όπως η σπλήνα, τα μυαλά και τα κεφαλάκια) από ζώα άνω των 12 μηνών. Η απαγόρευση αυτή περιλαμβάνει και το κοκορέτσι. Ούτε το Συμβούλιο Υπουργών Γεωργίας, στο οποίο παραπέμφθηκε το θέμα και συνεδρίασε στις 20 Ιουνίου, κατάφερε να καταλήξει σε απόφαση και, έτσι, η πρόταση της απαγόρευσης επεστράφη στην Κομισιόν, που είναι η αρμόδια να νομοθετήσει.

Αν και από τους υπουργούς Γεωργίας, κατά της απαγόρευσης ψήφισαν ο Έλληνας, ο Φινλανδός, ο Ισπανός και ο Αυστριακός, ενώ απείχε ο Γερμανός, η απαγόρευση εμπορίας των οργάνων «υψηλού κινδύνου» από βοοειδή και αιγοπρόβατα ισχύει από την 1 Οκτωβρίου 2000.[3]

Η ελληνική αντίδραση στην απαγόρευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρόεδρος του Ενιαίου Φορέα Ελέχου Τροφίμων, Χριστίνα Παπανικολάου, και ο Θ. Σκλαβιάδης, αναπληρωτής καθηγητής Φαρμακευτικής του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης και μέλος της Συμβουλευτικής Επιτροπής για τις Λοιμώξεις και τα Παρασιτικά Νοσήματα του Υπουργείου Γεωργίας αντέδρασαν στην παραπάνω απαγόρευση, κυρίως με την μορφή αμφισβήτησης λόγω έλλειψης στοιχείων και επισήμανση ορισμένων εξαιρέσεων.[4]

Ο Θεόδωρος Σκλαβιάδης δήλωσε ότι δεν υπάρχει επιβεβαιωμένο κρούσμα της ασθένειας σε άνθρωπο, το οποίο να προέρχεται από αιγοπρόβατα. Προσέθεσε όμως ότι οι αρμόδιοι φορείς δεν είναι ακόμη σε θέση να αποκλείσουν τίποτα.

Η Χριστίνα Παπανικολάου δήλωσε ότι ιατρικώς και προληπτικώς δεν είναι κακό να τρώει κανείς εντόσθια αιγοπροβάτων μία φορά τον χρόνο, αφού η επικινδυνότητα είναι σε τέτοια περίπτωση πολύ μικρή. Επισήμανε επίσης ότι η συστηματική κατανάλωση δεν είναι ό,τι το καλύτερο. Και αυτό διότι νεώτερες μελέτες έχουν δείξει πως μία από τις θέσεις πρώτης εντοπίσεως των prion είναι οι επονομαζόμενες πλάκες Payer στο λεπτό έντερο των ζώων, όπως είπε.

Στην ελληνική αγορά κατά κανόνα καταναλώνονται εντόσθια από αιγοπρόβατα γάλακτος. Όπως επισημαίνει ωστόσο η Χριστίνα Παπανικολάου, και σε αυτή την περίπτωση δεν επιτρέπεται η κατανάλωση του σπλήνα, αφού σ' αυτόν παρατηρείται πρώιμος εντοπισμός των prion.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Kokoreç, η τουρκική εκδοχή του κοκορετσιού.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Λεπτομερής περιγραφή παρασκευής του κοκορετσιού. Ανακτήθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου 2006.
  2. Για τις συνταγές βλ. http://www.matia.gr/2/25/2504.html - περιλαμβάνει κι άλλες πασχαλινές συνταγές
  3. «Απαγορεύεται... το κοκορέτσι», Η.Κ., in.gr. Ανακτήθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου 2006.
  4. «Με... μέτρο το κοκορέτσι, Στέλιος Βραδέλης, Τα Νέα online. Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Τα Νέα, 06/04/2004, σελ. N17. Κωδικός άρθρου: A17908N171. ID: 410406. Ανακτήθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου 2006.