Ικέτιδες (Αισχύλου)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ἱκέτιδες

Danaides Waterhouse 1903.jpg
Πίνακας του Τζον Γουίλιαμ Γουότερχαουζ.

Ποιητής Αισχύλος
Χορός Δαναΐδες,
Χορός Αργείων,
«Παραχορός» Θεραιπανίδων
Πρόσωπα Δαναός
Βασιλιάς (Πελασγός)
κήρυκας
Χώρος βωμός της πόλης (ύψωμα)

«Ζεὺς ἄναξ ἀποστεροίη γάμον δυσάνορα δάιον...»
«Ο Βασιλιάς Δίας ας με γλιτώσει από γάμο με άνδρα κακό και εχθρικό...»
(στ. 1062)

Η τραγωδία «Ἱκέτιδες» (1073 στίχοι), το λυρικότερο έργο του Αισχύλου, εξιστορεί την ικεσία των Δαναΐδων και του πατέρα τους προς την πόλη του Άργους, για να αποφύγουν τον αιμομικτικό γάμο με τους γιούς του Αιγύπτου. Αποτελεί ύμνο στη δημοκρατία και την αξιοπρέπεια της γυναίκας. Είναι το πρώτο μέρος τριλογίας ακολουθούμενο από τις τραγωδίες «Αιγύπτιοι» και «Δαναΐδες» και από το σατυρικό δράμα «Αμυμώνη». Στο παρελθόν, λόγω της απλότητας των στίχων και της σπουδαιότητας που είχε σε αυτήν ο πολυμελής χορός, πιθανολογούνταν ότι ήταν η παλαιότερη τραγωδία που έγραψε ο Αισχύλος (περί το 490πΧ), σύμφωνα με ένα παπυρικό απόσπασμα όμως, παραστάθηκε το 463 πΧ [1] ή κατά άλλους το 464 πΧ.[2]

Υπόθεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι πενήντα κόρες του Δαναού συνοδευόμενες από τον πατέρα τους καταφεύγουν στο Άργος ως ικέτισσες για να αποφύγουν τον αιμομικτικό γάμο τους με τους ξαδέρφους τους, γιους του Αιγύπτου. Επιλέγουν την πόλη του Άργους λόγω της καταγωγής τους από την Αργεία Ιώ που κυνηγημένη από τον Δία κατέληξε στην Αίγυπτο, όπου και έφερε στο φως τον Έπαφο, πρόγονο των Δαναΐδων. Μετά τις συμβουλές του Δαναού προς τις κόρες του να επιδείξουν σύνεση και να επικαλεστούν τους θεούς, υποδέχονται το βασιλιά του Άργους, Πελασγό, που παραξενεμένος από την εξωτική εμφάνιση των νεαρών, ζητά εξηγήσεις. Όταν εκείνες του εξηγούν την κατάστασή τους, ο βασιλιάς της «Απίας γής» μπαίνει σε δίλημμα: Αν τις διώξει, κινδυνεύει από την τιμωρία του Δία που προστατεύει τους ικέτες αλλά αν τς δεχτεί, κινδυνεύει από ενδεχόμενη επιδρομή των βαρβάρων. Πρώτο του μέλημα είναι η ευθύνη του προς την πόλη και ενώ δείχνει να φοβάται την απειλή των Αιγυπτίων, οι Δαναΐδες επεμβαίνουν δραματικά απειλώντας με αυτοχειρία εφόσον τις διώξει, έτσι ώστε να μιάνουν την πόλη του Άργους. Τελικά πείθεται να τις δεχτεί και συμβουλεύει το Δαναό να γεμίσει τους ναούς με κλαδιά ελιάς, έτσι ώστε να εξασφαλιστεί η συγκατάθεση των Αργειτών. Έτσι και γίνεται, οπότε οι πολίτες συγκατατείθενται να προσφέρουν άσυλο στις Δαναΐδες και εκείνες εκφράζουν την ευγνωμοσύνη τους.

Ο πατέρας τους ωστόσο τις προειδοποιεί ότι οι Αιγύπτιοι θα τις καταδιώξουν. Ο φόβος των νεαρών είναι διάχυτος και δηλώνουν ότι προτιμούν το θάνατο από το γάμο με τους γιούς του Αιγύπτου. Όταν τελικά εκείνοι καταφθάνουν και τις απειλούν, οι Δαναΐδες χαίρουν πλέον της προστασίας του Πελασγού και των Αργείων. Έτσι, οι Αιγύπτιοι αναγκάζονται σε υποχώρηση και οι κόρες του Δαναού εγκαθίστανται στη Θήβα ευχαριστώντας και εξυμνώντας την πόλη που τους δέχτηκε. Το δράμα ολοκληρώνεται με ένα χορικό προς τον Δία, παρακαλώντας το βασιλιά των θεών να προφυλάσσει από γάμο αθέλητο.

Η υποτιθέμενη συνέχεια της τριλογίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με τον μύθο, στο δεύτερο έργο (δηλ. Τους Αιγυπτίους) θεωρείται ότι οι κόρες του Δαναού εξαναγκάζονταν -πιθανώς μετά από την ήττα του Άργους και το θάνατο του βασιλιά- να παντρευτούν τους εξαδέλφους τους. Έτσι εξυφαίνουν το σχέδιο δολοφονίας των συζύγων τους κατά την πρώτη νύχτα του γάμου. Στο τρίτο έργο (τις Δαναΐδες) εξιστορούνταν η ιστορία της Υπερμήστρας που υποκύπτοντας στο έρωτα, σώζει τη ζωή του συζύγου της, ερχόμενη σε αντίθεση με την απόφαση των υπολοίπων Δαναΐδων.

Ο Πελασγός και η έννοια της πόλης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μέσα από το χαρακτήρα του Πελασγού διακρίνουμε το ιδεώδες του Αισχύλου για μία αρμονική πολιτεία την οποία αγαπούν και νοιάζονται οι άρχοντες και οι πολίτες της. Ο Πελασγός αποτελεί υπόδειγμα δημοκρατικού βασιλιά που επιδεικνύει έντονο ενδιαφέρον για την άποψη των πολιτών της Θήβας, αφού θεωρεί ότι η απόφαση που πρέπει να ληφθεί πρόκειται να καθορίσει το μέλλον της πόλης.[3]

Ιστορικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άργος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Άργος αποτελούσε φυσικό σύμμαχο των Αθηνών, μία πόλη με βαθιά δημοκρατικό φρόνημα. Το 494 πΧ μάλιστα, όταν ο τότε βασιλιάς της Σπάρτης, Κλεομένης ο Α’ επιτέθηκε με σφοδρότητα εναντίον του Άργους, δεν κατάφερε να το κατακτήσει εξαιτίας μίας γυναίκας, της Τελεσίλας, η οποία ανασύνταξε τα υπολείμματα του Αργείτικου στρατού και καταδίωξε τον Κλεομένη. Ο Ηρόδοτος [4] αναφέρει σχετικά ότι εκπληρώθηκε χρησμός που ανέφερε «Ἀλλ᾽ ὅταν ἡ θήλεια τὸν ἄρσενα νικήσασα ἐξελάσῃ καὶ κῦδος ἐν Ἀργείοισιν ἄρηται... » Μετά από αυτά τα γεγονότα την εξουσία κατέλαβαν οι δούλοι που κυβέρνησαν δημοκρατικά.

Πολιτική σκοπιμότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εικάζεται ότι ο φίλιος προς τους Αργείους τόνος της τραγωδίας ήταν και ο λόγος για τον οποίο μπορεί να μην παραστάθηκε όταν συγγράφηκε, επειδή εκείνην την περίοδο (490 π.Χ.) οι Αθηναίοι προσπαθούσαν να προσελκύσουν τους Σπαρτιάτες σε συμμαχία εναντίον των Περσών.

Το αττικό δίκαιο και η εσωγαμία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Και άλλοι σύγχρονοι κοινωνικοί θεσμοί όμως φαίνονται να επηρεάζουν τις Δαναΐδες: Κεντρικός άξονας της ιστορίας τους είναι η εσωγαμία, ο γάμος δηλαδή μίας γυναίκας με συγγενή της. Σύμφωνα με το αττικό δίκαιο αν μία μοναχοκόρη κληρονομούσε περιουσία υποχρεούνταν να παντρευτεί συγγενή της για να παραμείνει η περιουσία στην οικογένεια.

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Αισχύλος Ικέτιδες, Εκδόσεις Ζήτρος, σχόλια Θ. Μαυρόπουλου, Θεσσαλονίκη 2007, σελ 167
  2. Δρομάζος Στάθης «Αρχαίο Δραμα, αναλύσεις» σελ. 14
  3. Ικέτιδες, στ.365-9 και στ.398-9
  4. Ηρόδοτος, Ιστορίαι, VΙ 77

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Αισχύλος Ικέτιδες, μεταφραση και σχόλια Θ. Μαυρόπουλου, Εκδόσεις Ζήτρος, Θεσσαλονίκη 2007
  • Δρομάζος Στάθης, «Αρχαίο Δράμα-Αναλύσεις» εκδόσεις Κέδρος, 1984, ISBN 960-04-0192-6
  • Ἡρόδοτος, Ἱστοριαι: Ἱστοριῶν ἕκτη ἐπιγραφομένη Ἐρατώ
  • Lesky, Albin, Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας, εκδοτικός οίκος Αφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1983
  • De Romilly, Jaqueline, Αρχαία Ελληνική τραγωδία, Ινστιτούτο του βιβλίου-Α. Καρδαμίτσα, Αθήνα, 1997, ISBN 960-354-055-2