Ζυλ Ντασέν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ζυλ Ντασέν
Πραγματικό όνομα Τζούλιους "Τζουλς" Ντάσιν
Γέννηση 18 Δεκεμβρίου 1911
Τόπος γέννησης Μίντλταουν, Κονέκτικατ, Ηνωμένες Πολιτείες ΑμερικήςCountry flag
Θάνατος 31 Μαρτίου 2008 (96 ετών)
Τόπος θανάτου Αθήνα, Αττική, ΕλλάδαCountry flag
Εθνικότητα Αμερικανική
Είδος Τέχνης Σκηνοθέτης, Ηθοποιός
Βραβεύσεις Καλύτερη Σκηνοθεσία στο Φεστιβάλ των Καννών

Ο Ζυλ Ντασέν (Jules Dassin) (1911-2008) ήταν Αμερικανός σκηνοθέτης, ηθοποιός και σεναριογράφος του θεάτρου και του κινηματογράφου, που έζησε για πολλά χρόνια στη Γαλλία και στην Ελλάδα, όπου και πέθανε.

Μετά το γάμο του με τη Μελίνα Μερκούρη συνέδεσε τη ζωή του με την Ελλάδα και θεωρούσε τον εαυτό του Έλληνα. Προς το τέλος της ζωής του έγινε επίτιμος Έλληνας πολίτης ως ύψιστη αναγνώριση της πολιτιστικής προσφοράς του στην Ελλάδα. Έλεγε χαρακτηριστικά: "Ήμουν Έλληνας πριν γνωρίσω τη Μελίνα".

Βιογραφικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ντασέν γεννήθηκε στις 18 Δεκεμβρίου 1911 στο Μιντλτάουν του Κονέκτικατ των ΗΠΑ. Ήταν ένα από τα οκτώ παιδιά ενός Ρωσο-Εβραίου κουρέα. Σε μικρή ηλικία μετακόμισε με την οικογένειά του στο Χάρλεμ της Νέας Υόρκης. Πήγε σχολείο στο Μπρονξ αλλά λόγω οικονομικών προβλημάτων της οικογένειάς του δεν κατάφερε να το τελειώσει.

Από νωρίς εκδήλωσε την αγάπη του για το θέατρο. Ήδη από το 1936 ερμήνευε μικρούς ρόλους σε θεατρικές παραστάσεις. Επίσης, άρχισε να γράφει σενάρια για ραδιοφωνικά έργα.

Το 1940 έρχεται στο Χόλιγουντ με σκοπό να ασχοληθεί με τη σκηνοθεσία. Αρχικά εργάστηκε με τον Άλφρεντ Χίτσκοκ ως βοηθός του στην ταινία "Δε σε Θέλω πια" (Mr. and Mrs. Smith) (1942) και στη συνέχεια συνεργάστηκε με το σκηνοθέτη Μαρκ Χέλινγκερ, με τον οποίο δημιούργησε δύο ταινίες.

Στις ΗΠΑ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρώτη του ταινία ήταν το "Πράκτορας των Ναζί" (Nazi Agent) το (1942). Στη συνέχεια, η καριέρα του στο Χόλιγουντ ακολουθεί ανοδική πορεία. Με ένα δικό του στιλ που ξεχωρίζει, γυρίζει αστυνομικά φιλμ νουάρ στα μεγάλα στούντιο της Μέτρο (MGM) και της Γιουνιβέρσαλ (Universal).

Κάποια στιγμή το όνομά του βρίσκεται στη Μαύρη Λίστα του Χόλυγουντ ως κομμουνιστή, έπειτα από καταγγελία του Ελία Καζάν. Από τότε είχε πολλές περιπέτειες και τελικά αναγκάστηκε να εξοριστεί λόγω του μακαρθισμού και να καταφύγει, αρχικά στη Γαλλία και αργότερα στην Ελλάδα.

Στις ΗΠΑ πρόλαβε να γυρίσει ταινίες με σημαντικούς ηθοποιούς, όπως τον Τζον Γουέιν και την Τζόαν Κρόφορντ ("Μετά την καταισχύνη", 1943), τον Τσαρλς Λότον ("Το φάντασμα του Κάντερβιλ", 1944), τον Μπαρτ Λάνκαστερ ("Ο δήμιος των κολασμένων", 1947) κ.ά.

Ο ίδιος τα φιλμ αυτά δεν τα είχε σε εκτίμηση. Έλεγε χαρακτηριστικά: "Τα πρώτα πέντε φιλμ μου δεν θέλω να τα θυμάμαι". Από την αμερικανική περίοδο του Ντασέν ξεχωρίζουν, τόσο από τον ίδιο όσο και από τους κριτικούς, οι ταινίες: "Ο δήμιος των κολασμένων" (Brut Force), "Γυμνή πόλη" (Naked City) (1948) και το θεωρούμενο ως το αριστούργημά του "Η νύχτα και η πόλη" (Night and the city) (1950) με τον Ρίτσαρντ Γουίντμαρκ. Την ίδια χρονιά ο Ντασέν μπήκε στη Μαύρη Λίστα του Χόλυγουντ και από εκείνη τη στιγμή και μετά τού ήταν αδύνατο να εργαστεί στις ΗΠΑ. Το 1952 η Μπέτι Ντέιβις προσέλαβε τον Ντασέν για να αναλάβει τη σκηνοθεσία του μιούζικαλ Two's Company στο Μπρόντγουεϊ, παρά τις πιέσεις που που πήγαζαν από το στίγμα του Ντασέν σαν κομμουνιστή. Το θεατρικό δεν είχε ιδιαίτερη επιτυχία, λίγο αργότερα η Ντέιβις αρρώστησε και οι παραστάσεις αναβλήθηκαν. Ο Ντασέν, μη μπορώντας να βρει δουλειά, αναγκάστηκε να διαφύγει με την οικογένειά του στην Ευρώπη.

Στην Ευρώπη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρώτη ταινία του στην Ευρώπη ήταν το "Ριφιφί", με το οποίο κερδίζει το βραβείο στο Φεστιβάλ των Καννών το 1955. Εκεί, στις 18 Μαΐου, γνωρίζεται με τη Μελίνα Μερκούρη, η οποία βρισκόταν στις Κάννες με την ευκαιρία της προβολής στο διαγωνιστικό τμήμα της οργάνωσης, της διάσημης ταινίας του Μιχάλη Κακογιάννη "Στέλλα". Ερωτεύονται κεραυνοβόλα κι έκτοτε ζουν μαζί σε όλη τους τη ζωή. Η Μέλίνα γίνεται πλέον σταθερά η πρωταγωνίστρια στις ταινίες του και σε κάποια θεατρικά έργα που σκηνοθετεί.

Το 1956 έρχεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα και το 1957 γυρίζει την πρώτη ταινία με τη Μελίνα, που είναι η κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματος τού Καζαντζάκη "Ο Χριστός ξανασταυρώνεται", σε συνεργασία με τον ίδιο τον συγγραφέα. Το 1958 γυρίζει την ταινία "Θηλυκός Δαίμων" - La Loi, στην οποία εκτός από τη Μελίνα συμμετέχουν η Τζίνα Λολομπρίτζιτα, ο Μαρτσέλο Μαστρογιάννι και ο Υβ Μοντάν. Την ολοκλήρωση και τα γυρίσματα της ταινίας αυτής τα θεωρούσε ως την πιο δύσκολη συνεργασία της καριέρας του. (Ίσως και λόγω των σκηνών ζήλιας που δεχόταν από τη γυναίκα του για την συμμετοχή της Λολο-μπρίτζιτα, όπως χαρακτηριστικά τόνιζε το όνομα η Μελίνα, στην ταινία).

Ακολουθούν μια σειρά από ταινίες, πάντα με τη Μελίνα σε πρωταγωνιστικό ρόλο: "Φαίδρα" με τον Άντονι Πέρκινς (1961), "Τοπ Καπί" με τους Πίτερ Ουστίνοφ και Μαξιμίλιαν Σελλ (1963), "10:30 ένα καλοκαιρινό βράδυ" με τη Ρόμι Σνάιντερ (1966). Ξεχωρίζει το "Ποτέ την Κυριακή" (1960), στο οποίο απονεμήθηκε το βραβείο Όσκαρ για τη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι, ενώ ήταν και υποψήφιο σε πολλές ακόμη κατηγορίες όπως πρώτου γυναικείου ρόλου, σεναρίου, σκηνοθεσίας.

Το 1967 επιστρέφει με τη Μελίνα στη Νέα Υόρκη και ανεβάζουν στο θέατρο Μπροντγουέι, μετά από περιοδεία σε όλες τις ΗΠΑ, το μιούζικαλ "Ίλια Ντάρλινγκ", που αποτελεί τη θεατρική μεταφορά του "Ποτέ την Κυριακή". Το έργο γνωρίζει μεγάλη επιτυχία: Πρόκειται για τη θριαμβευτική επιστροφή του Ντασέν στις ΗΠΑ.

Αντιδικτατορικός αγώνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις ΗΠΑ τους βρίσκει η δικτατορία της 21ης Απριλίου. Έντονα πολιτικοποιημένοι και οι δύο, αποφασίζουν να μην επιστρέψουν στην Ελλάδα. Μένουν στο Παρίσι και ως το 1974 συμμετέχουν ενεργά στον αγώνα κατά των συνταγματαρχών.

Σκηνοθετεί πολλές εμφανίσεις της Μελίνας, σε αντιδικτατορικές διαδηλώσεις σε όλο τον κόσμο, όπου συμμετέχει ενεργά μαζί της. Στο Παρίσι ανεβάζουν πολλές θεατρικές παραστάσεις και το 1974 γυρίζουν το ντοκιμαντέρ "Δοκιμή" σε συνεργασία με το Μίκη Θεοδωράκη, το Γιάννη Μαρκόπουλο, την Ελληνοαμερικανίδα ηθοποιό Ολυμπία Δουκάκη και τον Λόρενς Ολίβιε, το οποίο αναφέρεται στην Εξέγερση του Πολυτεχνείου της Αθήνας το Νοέμβριο του 1973, αλλά και στα βασανιστήρια της Χούντας, στους πολιτικούς κρατούμενους.

Στην Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Ιούλιο του 1974, δυο μέρες μετά την πτώση της χούντας, ο Ντασέν με τη Μελίνα επιστρέφουν στην Αθήνα.

Και στην Αθήνα συνεχίζει να ανεβάζει θεατρικές παραστάσεις με τη Μελίνα πρωταγωνίστρια και από τον καιρό που η Μελίνα ασχολήθηκε ενεργά με την πολιτική, χωρίς αυτήν. Πρώτο έργο που σκηνοθετεί είναι "Η όπερα της πεντάρας" με το Νίκο Κούρκουλο. Ακολουθούν: "Το γλυκό πουλί της νιότης", "Το σπίτι των σπαραγμών", "Γλάρος", "Ο θάνατος του Εμποράκου" κ.ά.

Επίσης, δεν ξεχνά τον αγαπημένο του κινηματογράφο. Το 1978 γυρίζει την ταινία "Κραυγή γυναικών" με τη Μελίνα και την Έλεν Μπέρστιν και το 1980 την τελευταία του ταινία: "Στα 16 γνώρισα τον έρωτα" με το Ρίτσαρντ Μπάρτον.

Χαρακτηριστικό του Ντασέν ήταν ότι σε όλες τις ταινίες του χρησιμοποιούσε το ίδιο συνεργείο, με τους ανθρώπους των οποίων ήταν φίλος. Τους αποκαλούσε: "αριστοκράτες της εργαζόμενης τάξης".

Από το 1981 που η Μελίνα ανέλαβε το Υπουργείο Πολιτισμού συνεργάστηκε μαζί της για την επιστροφή των μαρμάρων του Παρθενώνα, συμμετέχοντας μετά το θάνατό της στο Ίδρυμα Μελίνα Μερκούρη που συστάθηκε για το σκοπό αυτό.

Ο Ζυλ Ντασέν, ο "Τζούλη", όπως τον φώναζε η Μελίνα, αγαπήθηκε από τους Έλληνες και αγάπησε την Ελλάδα σαν να ήταν η αληθινή του πατρίδα. Πέθανε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2008, σε ηλικία 96 ετών, και τάφηκε στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών πλάι στην Μελίνα Μερκούρη.

Οικογενειακή ζωή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ζυλ Ντασέν αρχικά παντρεύτηκε τη βιολονίστα Μπεατρίς Λόουνερ (Beatrice Launer), με την οποία απέκτησε τρία παιδιά: το διάσημο στη Γάλλο τραγουδιστή Τζο Ντασέν (1938 - 1980), που πέθανε από καρδιακό επεισόδιο, την ηθοποιό Ζυλί Ντασέν (Julie Dassin, 1940) και τη συνθέτρια τραγουδιών Ρίκι (Rickie, Richelle Dassin, 1944). Επίσης, γνώρισε τρία εγγόνια.

Αργότερα ερωτεύτηκε τη Μελίνα Μερκούρη, την οποία και παντρεύτηκε χωρίς να αποκτήσουν παιδιά. Μαζί γύρισαν τις ταινίες «Ποτέ την Κυριακή», «Τοπκαπί» και «Φαίδρα». Μετά το θάνατό της, έγινε πρόεδρος του Ιδρύματος Μελίνα Μερκούρη, το οποίο ιδρύθηκε για την προώθηση της δημιουργίας του νέου μουσείου της Ακρόπολης και την προβολή του ελληνικού πολιτισμού.

Φιλμογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Στα 16 Γνώρισα τον Έρωτα (Circle of Two, 1981)
  • Κραυγή γυναικών (Dream of Passion, 1978)
  • Η Δοκιμή (The Rehearsal, 1974)
  • Υπόσχεση την Αυγή (Promise at Dawn, 1970)
  • Εκτέλεσις εν Ψυχρώ (Up Tight!, 1968)
  • Hamilchama al hashalom (1968)
  • 10:30 Ένα Καλοκαιρινό Βράδυ (10:30 P.M. Summer, 1966)
  • Τοπκαπί (Topkapi, 1964)
  • Φαίδρα (Phaedra, 1962)
  • Ποτέ την Κυριακή (1960)
  • Θηλυκός Δαίμων (La Legge, 1959)
  • Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται (Celui qui doit mourir, 1957)
  • Ριφιφί (Du rififi chez les hommes, 1955)
  • Η Νύχτα και η Πόλη (Night and the City (1950)
  • Άνθρωποι του Αίματος (Thieves' Highway, 1949)
  • Η Γυμνή Πόλη (The Naked City, 1948)
  • Ο Δήμιος των Κολασμένων (Brute Force, 1947)
  • A Letter for Evie (1946)
  • Two Smart People (1946)
  • Το Φάντασμα του Κάντερβιλ (The Canterville Ghost, 1944)
  • Young Ideas (1943)
  • Μετά την Καταισχύνη (Reunion in France, 1942)
  • The Affairs of Martha (1942)
  • Πράκτορας των Ναζί (Nazi Agent, 1942)
  • Η Καρδιά του Πεθαμένου (The Tell-Tale Heart, 1941)

Πηγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προτεινόμενη Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το βιβλίο αυτό εκδόθηκε με την ευκαιρία της αναδρομής στον Ζυλ Ντασέν που οργανώθηκε από το 34ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (5-14 Νοεμβρίου 1993).

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]