Ξυλογλυπτική

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Έργο ξυλογλυπτικής του Sal maccarone

Η ξυλογλυπτική (αγγλ. woodcarving) είναι η τέχνη της απεικόνισης πάνω σε ξύλο διαφόρων μορφών ή καλλιτεχνικών σχεδίων. Αποτελεί μία από τις αρχαιότερες και περισσότερο διαδεδομένες τέχνες σε ολόκληρο τον κόσμο.

Η απαρχή της ξυλογλυπτικής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην αρχαία Αίγυπτο από πολύ νωρίς, γεγονός που επιβεβαιώνεται από τα θαυμάσια ευρήματα, όπως οι γλυπτοί ξυλοπίνακες της Σακκάρας ανέπτυξαν την ξυλογλυπτική όχι μόνο για διακοσμητικούς λόγους (οικιακά σκεύη) αλλά και για να ικανοποιήσουν τις θρησκευτικές τους ανάγκες, αφού ανάμεσα στα έργα τους συμπεριλαμβάνονται και απεικονίσεις θεϊκών μορφών. Στη Κίνα, εμφανίστηκε για πρώτη φορά την εποχή των Ουέι και των Σονγκ (1ος αι. π.Χ.). Τα ξόανα ήταν η πρώτη μορφή ξυλογλυπτικής των αρχαίων Ελλήνων, τα οποία όμως εξαιτίας της επικράτησης της μαρμαρογλυπτικής δεν παρουσίασαν σημαντική εξέλιξη. Αντίθετα, η τέχνη αυτή καλλιεργήθηκε σε σημαντικό βαθμό στους ανατολικούς λαούς (Ινδοί, Ιάπωνες, Άραβες κ.ά.). Στην Ευρώπη και ιδιαίτερα στη Γαλλία, εμφανίστηκε κατά τη γοτθική εποχή όπου τα τυπικά θέματα της εποχής εκείνης ήταν χριστιανική εικονογραφία. Στη βυζαντινή εποχή φιλοτεχνήθηκαν, κυρίως από μοναχούς καλλιτέχνες, σημαντικά εργα, όπως εικόνες, εικονοστάσια, άμβωνες, στασίδια κ.α. Σήμερα, χωρίς να έχουν εξαφανισθεί εντελώς οι αξιόλογοι καλλιτέχνες, η ξυλογλυπτική είναι κυρίως μηχανοποιημένη.[1]


Τεχνική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα καταλληλότερα ξύλα γι΄αυτή τη εργασία είναι η βελανιδιά, η ελιά, η μηλιά και γενικότερα τα σκληρά και όχι εύθραυστα ξύλα. Ωστόσο για αποθηκευτική χρήση (όπως π.χ. ντουλάπες, κασέλες, κ.ο.κ.) όπου τα προϊόντα παρέμεναν για αρκετό καιρό σε κλειστούς χώρους, προτιμούσαν αρωματικά ξύλα όπως κέρδος και το κυπαρίσσι.Επίσης τα προηγούμενα προστατεύουν τα λινά από το σκόρο. Στο όρθιο ξύλο η ξέση ακολουθεί τα νερά του ξύλου, ενώ σε πλάγιο ξύλο γίνεται διαγώνια προς τη φορά των ινών του ξύλου. Τα εργαλεία της ξυλογλυπτικής είναι το μαχαίρι για την χάραξη των περιγραμμάτων, το κοπίδι (καλέμι), το κοινό σκαρπέλο των ξυλουργών, το ξύλινο σφυρί κ.α.[2]

Νεοελληνική ξυλογλυπτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι γλύπτες του ξύλου ήταν πλανόδιοι τεχνίτες που περιόδευαν στην Ελλάδα, όπως του Αναστάση του Μετσοβίτη, ο οποίος σκάλισε το περίφημο τέμπλο του Γαλαξιδιού και φιλοτεχνούσαν το ξυλόγλυπτο εξοπλισμό των οικοδομών μεταφέροντας παντού τις ίδιες αντιλήψεις τεχνοτροπίας και αισθητικής.

Η νεοελληνική ξυλογλυπτική ανάλογα με τη χρήση και τον προορισμό των έργων της, διαιρείται σε τρεις κύριες κατηγορίες:

  • Στην ποιμενική ή χωρική
  • Στην αστική (περιλαμβανομένης και της ναυτικής)
  • Στην εκκλησιαστική (μοναστηριακή).

Η ποιμενική ξυλογλυπτική διαμορφώθηκε μέσα στις συνθήκες του ατέλειωτου χρόνου και της μοναξιάς και έχει την ίδια αντίληψη με την μοναστηριακή μικρογλυπτική, γι΄αυτό και παρέμεινε στα όρια της οικιακής χειροτεχνίας και περιλαμβάνει όλα τα ξύλινα και ξυλόγλυπτα αντικείμενα της υπαίθρου, όπως γκλίτσες, τάσια, καλτσόξυλο (ξύλινη βέργα 30 εκ. που χρησίμευε για να διευκολύνει το πλέξιμο της κάλτσας), ρόκα. Στη διακόσμησή τους περιλαμβάνονται όλα τα θέματα που εναποθέτουν στη μνήμη του βοσκού η φύση και η φαντασία: γυναικείες φιγούρες, δράκοντες, πουλιά, φίδια, λουλούδια και γοργόνες. Στα μοτίβα της ρόκας παρεμβάλλονται συνήθως, ανάμεσα στις γραμμικές συνθέσεις και παραστάσεις ζώων και λουλουδιών, και θέματα θρησκευτικά, όπως είναι ο σταυρός και οι παραστάσεις αγίων.

Η αστική ξυλογλυπτική είναι κλάδος υποτελής της εξελιγμένης αρχιτεκτονικής -τόσο της ηπειρωτικής όσο και της νησιωτικής- και εμφανίζεται ως δικό της αναπόσπαστο όχι μόνο διακοσμητικό, αλλά και λειτουργικό στοιχείο και τα χαρακτηριστικότερα έργα της είναι κυρίως ταβάνια, θυρόφυλλα, μουσάντρες, ράφια, κιγλιδώματα, τραβέρσες και κολώνες. Οι οροφές (ταβάνια)που είνα στρωμένες κατά κανόνα με παράλληλες στενές σανίδες που συνδέονται μεταξύ τους με σκαλιστές αρμοκαλύπτες το κέντρο τους τονίζεται με έναν μεγάλο ομφαλό, τον ταμπλά νουφάλι (νοφελός - ροζέτα)[3] ή κουμπέ, που είναι κοίλος, επίπεδος ή με ελαφριά προεξοχή και συγκεντρώνει την πλουσιότερη και πυκνότερη ξυλογλυπτική διακόσμηση. Η διακόσμηση αυτή περιλαμβάνει συνήθως πολύπλοκα γραμμικά συμπλέγματα ανατολίτικης τεχνοτροπίας ή έκτυπα φυτικά μοτίβα επηρεασμένα τις περισσότερες φορές από την ξυλογλυπτική των τέμπλων. Λαμπρό δείγμα ξυλόγλυπτης διακόσμησης μακεδονικού αρχοντικού αποτελεί ο κοζανίτικος οντάς του Μουσείου Μπενάκη.

Η ναυτική ξυλογλυπτική ασκήθηκε από τους παλιούς ναυπηγούς στους ταρσανάδες. Στα έργα τους περιλαμβάνονται τα σκαλίσματα των σκαριών, μικρά ομοιώματα καραβιών και, κυρίως τα ακρόπλωρα των παλαιών ιστιοφόρων, γνωστά με την κοινή ονομασία γοργόνες ή γοργόνεια. Τα ακρόπλωρα ήταν άλλοτε μισές γυναικείες ή ανδρικές φιγούρες και άλλοτε ολόσωμες γυναίκες. Η πινακοθήκη του Γαλαξιδιού διατηρεί την πιο πλούσια συλλογή από ακρόπλωρα, κατάλοιπα της παλιάς γαλαξιδιώτικης ναυτιλίας.

Η μοναστηριακή ξυλογλυπτική αποτελεί ιδιόρρυθμο κλάδο της λαϊκής ξυλογλυπτικής και από την άποψη της χρήσης και του προορισμού συνδέεεται με την εκκλησιαστική, αφού τα έργα της είναι κυρίως αντικείμενα λατρευτικά, εγκόλπια, σταυροί, σφραγίδες προσφορών, εικονίδια και εικόνες. Παράλληλα όμως, οι μοναχοί σκαλίζουν διάφορα διακοσμητικά επιτραπέζια σκεύη, κουτάλια, πιρούνια, αλατιέρες, ποτήρια κ.α. Το γεγονός ότι η μοναστηριακή ξυλογλυπτική διαμορφώθηκε υπό τις ίδιες με την ποιμενική συνθήκες - του ατέλειωτου χρόνου και της μοναξιάς- φέρνει τα έργα των μοναχών πιο κοντά στα ξυλόγλυπτα των βοσκών, παρά στη μνημειακή εκκλησιαστική τέχνη.

Η εκκλησιαστική ξυλογλυπτική ακολουθεί γενικά δύο τεχνοτροπίες. Η παλαιότερη διατηρεί τη σαφήνεια και την αυστηρότητα της βυζαντινής παράδοσης που τα διακοσμητικά κυρίως θέματα περιορίζονται στο φυτικό στοιχείο- άκανθα και κληματίδα- και σε λιγοστές παραστάσει έμψυχων όντων, κυρίως δρακόντων και ζώων. Η νεότερη τεχνική, το σκαλιστό ή κεντητό στον αέρα ανάγλυφο, χαρακτηρίζει τα εκκλησιαστικά ξυλόγλυπτα του 18ου αι. και διαμορφώνεται υπό τις επιδράσεις του δυτικού μπαρόκ. Το σκάλισμα είναι έντονο και τολμηρό και τα θέματα προβάλλουν σχεδόν ολόγλυφα πάνω σε ένα φόντο τρυπητό σαν δαντέλα. Το περιορισμένο φυτικό στοιχείο της παλαιότερης εποχής πολλαπλασιάζεται με μια γραφική ποικιλία λουλουδιών που γεμίζουν ασφυκτικά τον κάμπο, ενώ το ζωικό πλουτίζεται με την ανθρώπινη μορφή και ολόκληρες σκηνές της Παλαιάς Διαθήκης. Το γλυπτικό σύνολο προσλαμβάνει μια ένταση σχεδόν δραματική, που το απομακρύνει από τους αυστρούς, δογματικούς τύπους της βυζαντινής παράδοσης. [4]

Το αντιπροσωπευτικότερο έργο της νεοελληνικής εκκλησιαστικής ξυλογλυπτικής είναι το ψηλό ξύλινο τέμπλο, το οποίο κατά τον 16ο αι. αντικατέστησε το υπερυψωμένο μαρμάρινο της βυζαντινής ναοδομίας, τυπικό παράδειγμα του οποίου συναντά κανείς ιδιαίτερα στους Αγίους Αναργύρους της πόλης της Καστοριάς. Η ξυλόγλυπτη επιφάνεια του τέμπλου χωρίζεται σε τρεις οριζόντιες ζώνες. Η κατώτερη αποτελείται από ορθογώνια θωράκια[5] ανάμεσα σε χαμηλούς πεσσούς. Ακολουθεί μια ψηλότερη κιονοστοιχία που στηρίζει τις δεσποτικές εικόνες και αποτελεί το καθαυτό εικονοστάσιο, ενώ η τρίτη ζώνη είναι ένα σύνθετο βαρύ επιστύλιο που κορυφώνεται με την παράσταση του εσταυρωμένου ανάμεσα σε δράκοντες και τις εικόνες της Παναγίας και του Ιωάννη.[6] Μια συνεχής ροπή προς τη γραφικότητα, τη συγκινητική λεπτομέρεια και την αφηγηματικότητα εξαφανίζουν το συμβολικό στοιχείο και μεταβάλλουν τις βιβλικές σκηνές σε ρωπογραφίες. Έτσι στη θυσία του Αβραάμ, ο Ισαάκ που σέρνει το γαϊδουράκι του φορτωμένο με ξύλα και ο Αβραάμ που ακολουθεί με το τσεκούρι στον ώμο αποδίδονται όχι ως βιβλικά πρόσωπα, αλλά ως απλοί χωρικοί που πηγαίνουν στις δουλειές τους, ενώ ακόμα και και αυτό το συμβολικό θέμα της αμπέλου αποβάλλει το μεταφυσικό του περιεχόμενο, φορτώνεται με βαριά τσαμπιά και ξαναγίνεται ο εύχυμος καρπός της διονυσιακής λατρείας και μερικές φορές ο νατουραλισμός αυτός τονίζεται με την παρουσία πουλιών που ραμφίζουν τα σταφύλια.

Παραπομπές- Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ξυλογλυπτική, εκδόσεις ΙΩΝ ISBN 960-405-958-0
  2. Μανώλης Καλαϊτζάκης, Εργαλεία ξυλογλυπτικής, εκδ. Ροδακιό, ISBN 960-7809-89-6
  3. Σοφία Δαγκλή- Παναγιωτίδου, Οι στρατιώτες του νερού, σ. 275 εκδ. Ορίζοντες 2010 ISBN 978-960-398-324-8
  4. Ράις Ταμαράν, Τάλμποτ-Ράι Ντέϊβιντ «Ο Δημόσιος και Ιδιωτικός Βίος των Βυζαντινών», εκδόσεις Παπαδήμα, ISBN 960-206-002-6
  5. Θωράκια
  6. Κωνσταντίνος Τσιώπρος, Αναμνήσεις (Μελένοικο-Θεσσαλονίκη), εκδ. ΙΜΧΑ, Θεσσαλονίκη 1992 σ. 36 «...το αρχαίο τέμπλο του μητροπολιτικού ναού, που ήταν θαύμα ξυλογλυπτικής με αναγλύφους παραστάσεις εκ της Παλαιάς και Νέας Διαθήκης μεταφερθέν εις το Σιδηρόκαστρο κατά την μετανάστευσιν των Μελινοικίων εις το Ελληνικόν Έδαφος (sic) ανηρπάγη υπό των Βουλγάρων κατά την κατοχήν της Ανατoλικής Μακεδονίας του 1916 και ετοποθετήθη εις την Μονή του Ρήλου»

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Αντώνης Τσολακίδης, Η τεχνική της ξυλογλυπτικής, εκδ. Παναγιώτη Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη 1998