Μίχαελ Πρετόριους

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Μίχαελ Πρετόριους

Ο Μίχαελ Πρετόριους (γερμανικά: Michael Praetorius, πιθανώς 15 Φεβρουαρίου 157115 Φεβρουαρίου 1621) ήταν Γερμανός συνθέτης, θεωρητικός της μουσικής και οργανίστας. Θεωρείται από τους πιο παραγωγικούς συνθέτες της γενιάς του, κυριώς όσον αφορά σε προτεσταντικούς ύμνους, αλλά και με ευρεία γκάμα συνθέσεων. Το θεωρητικό του έργο «Μουσικό Σύνταγμα» (Syntagma Musicum) είναι από τα πιο σημαντικά του είδους του.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Πρετόριους (ενίοτε και Πραιτόριους) γεννήθηκε στο Κρόϊτσμπουργκ (Creuzburg an der Werra) στις 15 Φεβρουαρίου του 1571. Ο πατέρας του - επίσης Μίχαελ- ήταν θεολόγος και μουσικός, και μάλιστα συνάδελφος του Γιόχαν Βάλτερ (Johann Walter), κάντορα της Λατινικής Σχολής του Τόργκαου (Torgau Lateinschule). Μετά από πολυάριθμες διαμάχες μεταξύ Καθολικών και Προτεσταντών, η προτεσταντική οικογένεια Πρετόριους μετακόμισε στο Τόργκαου, όπου ο μικρός Μίκαελ έλαβε τα πρώτα του μαθήματα μουσικής από τον Μίχαελ Βόϊγκτ (Michael Voigt), διάδοχο του Γιόχαν Βάλτερ. Το 1582 ενεγράφη στο Πανεπιστήμιο της Φρανκφούρτης του Όντερ (Frankfurt an der Oder), όπου ο αδελφός του, Άντρεας, ήταν καθηγητής της θεολογίας. Το 1584 φοίτησε στη Λατινική Σχολή του Τσέρμπστ στο Άνχαλτ (Zerbst Anhalt) όπου διέμεναν δύο από τις αδελφές του, και από εκεί επέστρεψε στη Φρανκφούρτη του Όντερ, πιθανώς την άνοιξη του 1585. Αν και κατά πάσα πιθανότητα δεν συνέχισε τη μουσική του εκπαίδευση μετά την αποχώρηση από το σχολείο, είναι βέβαιο ότι εξοικειώθηκε με τον Βαρθολομαίο Γκέσιους (Bartholomäus Gesius) στη Φρανκφούρτη, τους οποίους ένωνε το μεγάλο τους ενδιαφέρον για τους προτεσταντικούς ύμνους και τις μελωδίες τους. Μετά τον πρόωρο θάνατο του αδελφού του, χάρη στον οποίο συντηρούνταν, διορίστηκε οργανίστας του Αγίου Μάριεν στη Φρανκφούρτη, κατά πάσα πιθανότητα στις αρχές του 1587. Κατά δήλωσή του κατείχε τη θέση αυτή για τρία χρόνια, αλλά δεν είναι γνωστός ο λόγος που την εγκατέλειψε και το πού πήγε το 1590.

Μεταγενέστερα αναφέρεται ότι ο Πρετόριους εγκαταστάθηκε στο Βόλφενμπύτελ (Wolfenbüttel) περίπου το 1592-3, αλλά κρίνοντας από τα γραφόμενά του στα έργα Motectae et Psalmi (1607) και Polyhymnia caduceatrix (1619) δεν ήταν παρά το 1595 που ανέλαβε οργανίστας του Δούκα Χάινριχ Γιούλιους του Μπρούνσβικ-Βόλφενμπύτελ (Duke Heinrich Julius), ο οποίος διέμενε εκεί. Το 1596 έλαβε μέρος, μαζί με τους πιο διάσημους Γερμανούς οργανίστες της εποχής του, στα εγκαίνια του οργάνου στο παρεκκλήσι του κάστρου στο Γκρένινγκεν (Gröningen), κοντά στο Χάλμπερστατ. Το κάστρο αυτό είχε κατασκευαστεί από τον Δούκα, με την ιδιότητα του Αξιωματικού Επισκόπου του Χάλμπερστατ, μετά τη Μεταρρύθμιση του 1591. Από το 1602 έμεινε στο Ρέγκενσμπουργκ (Regensburg) ως μέλος της αντιπροσωπείας του Βόλφενμπύτελ, ενώ τον επόμενο χρόνο καταγράφεται ως οργανίστας. Εκεί, συνδέθηκε φιλικά με κάποιους ανθρώπους -αφιερωτικά ποιήματα του Κρίστοφ Ντοναβέρους (πάστορα του Ρέγκενσμπουργκ) εμφανίζονται σε δέκα εξεδομένα του έργα. Επιπλέον, το πρώτο μέρος του έργου Musae Sioniae εξεδόθη εκεί το 1605. Τον Σεπτέμβρη του 1603 παντρεύτηκε την Άννα Λάκεμάχερ (Anna Lakemacher), κάνοντας δύο γιούς.

Ο Πρετόριους είχε κερδίσει τέτοια εκτίμηση από το 1604, που -ενώ διατηρούσε τη θέση του οργανίστα- διορίστηκε αρχιμουσικός του παρεκκλησίου (Kapellmeister) της αυλής, μετά την αποχώρηση του προκατόχου του, Τομάς Μαντσίνους (Thomas Mancinus). Η Kapelle (δηλ. οι μουσικοί του παρεκκλησίου), αποτελούνταν από 6-8 τραγουδιστές και περίπου άλλους τόσους οργανοπαίκτες. Αν και μετρίου αναστήματος, ήταν εντούτοις αρκετή για τις επιθυμίες του, κάτι που εξέφρασε στην εφιερωματική κεφαλίδα των Motectae et Psalmi. Είχε άλλωστε και την υποστήριξη του Δούκα, ο οποίος φαίνεται να τους πήρε μαζί του στην Πράγα και ίσως και σε κάποια άλλα από τα ταξίδια του. Υπάρχουν στοιχεία ότι το 1605 και το 1609 έμεινε στην αυλή του φιλόμουσου Landgraf Moritz, (Μόριτζ της Έσσης 1572-1632) στο Κάσελ (Hessen-Kassel). Υπήρξε μια εξαιρετικά πολυάσχολη περίοδος για τον Πρετόριους: τα περισσότερα έργα του εμφανίστηκαν μεταξύ των 1605 και 1613. Μεταξύ των ετών 1606 και 1612 συνεργάστηκε με τον πιο φημισμένο κατασκευαστή οργάνων της εποχής του, Εζάϊας Κομπένιους (Esaias Compenius). Ο Κομπένιους προσελήφθη από την αυλή του Βόλφενμπύτελ με πρωτοβουλία του Πρετόριους, ενώ συνέγραψαν το Orgeln Verdingnis, που αναφέρεται στον δεύτερο και τρίτο τόμο του "Μουσικού Συντάγματος" (βλ. παρακάτω).

Ο ξαφνικός θάνατος του Δούκα Χάινριχ Γιούλιους στην Πράγα το 1613 ήταν σημείο καμπής στη ζωή του Πρετόριους. Ο Εκλέκτορας Γιόχαν Γκέοργκ της Σαξωνίας ζήτησε αμέσως από τον διάδοχο του Δούκα, Φρίντριχ Ούλριχ (Friedrich Ulrich), να αφήσει τον Πρετόριους να αναπληρώσει τον γηρασμένο αρχιμουσικό του παρεκκλησιού της εκλεκτορικής αυλής Ρογκίερ Μίχαελ (Rogier Michael). Για τα επόμενα δυόμισι έτη ο Πρετόριους έμεινε ως επί το πλείστον στη Δρέσδη, έχοντας μεταξύ άλλων την ευθύνη για τη μουσική στη Συνέλευση των Εκλεκτόρων στο Νάουμπουργκ το 1614. Όντας στη Δρέσδη γνώρισε τον Χάινριχ Συτς, αλλά και εξοικειώθηκε με την ιταλική μουσική, η οποία επηρέασε αργότερα το έργο τουˑ επιπλέον, πρέπει να αφιέρωσε περισσότερο χρόνο στις θεωρητικές εργασίες του. Η περίοδος της Δρέσδης έληξε επίσημα το 1616, αλλά ήταν εκεί και πάλι το 1617 για να οργανώσει την τελετουργική μουσική για την επίσκεψη του αυτοκράτορα και για τον εορτασμό των εκατό χρόνων από τη Μεταρρύθμιση. Το 1618 κλήθηκε, μαζί με τον Συτς και τον Σάϊντ (Scheidt), από τον καθεδρικό ναό του Μαγδεβούργου και τον επόμενο χρόνο φαίνεται να επισκέφθηκαν οι τρεις τους τη Λειψία, τη Νυρεμβέργη και το Μπαϊρόιτ. Καθώς ο Πρετόριους έλειψε για αρκετά χρόνια, αναμφίβολα ξέπεσε το μουσικό επίπεδο στο παρεκκλλήσι του Βόλφενμπύτελ. Τα πράγματα δεν βελτιώθηκαν με την επιστροφή του, καθώς η κατάστασης της υγείας του χειροτέρευε ολοένα - πιθανώς από υπερκόπωση. Πέθανε ανήμερα των γεννεθλίων του, το 1621, αφήνοντας μια καθόλου ευκαταφρόνητη περιουσία, το μεγαλύτερο μέρος της οποίας επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί για να δημιουργηθεί ένα ίδρυμα για τους φτωχούς.

Εργογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το μεγαλύτερο μέρος του έργου του Πρετόριους αποτελούν θρησκευτικά έργα, βασισμένα σε προτεσταντικούς ύμνους. Μοτέτα, λειτουργίες, ύμνοι, λιτανείες, μεγαλυνάρια, ψαλμοί και ωδές είναι μερικά από τα είδη που απαντώνται τόσο στα εξεδομένα έργα του, όσο και στα χειρόγραφά του. Από τα έργα κοσμικής μουσικής σώζονται μόνο οι "Χοροί της Τερψιχόρης" (Terpsichören Tänze), μία συλλογή με γαλλικούς χορούς του 16ου αιώνα. Η εκκλησιαστική μουσική του Πρετόριους, καθώς και τα θεωρητικά έργα του, ορίζεται σε πέντε περιόδους, οι οποίες συμπίπτουν εν μέρει. Η πρώτη περιλαμβάνει το "Motectae et psalmi" (Μοτέτα και ψαλμοί) και το "Megalynodia Sionia" (1602). Στη δεύτερη περίοδο εντάσονται τα εννέα τμήματα του "Musae Sioniae", ενώ στην τρίτη περίοδο τα λατινικά λειτουργικά έργα "Missodia Sionia", "Hymnodia Sionia" και "Eulogodia Sionia" (όλα το 1611), καθώς και το "Urania" και το Kleine Grosse und Litaney (1613). Στην τέταρτη περίοδο ανήκει κατά κύριο λόγο η εργασία του για το "Μουσικό Σύνταγμα", και κατά την τελευταία περίοδο υπάρχουν τα "Puericinium", δύο τμήματα του "Polyhymnia" και ο "Ψαλμός 116". Από το έργο "Megalynodia Sionia", που περιλαμβάνει μερικές εκατοντάδες ύμνων, προέρχεται και το πασίγνωστο χριστουγεννιάτικο κάλαντο "Es ist ein Ros entsprungen".

Η πρώτη σελίδα από το "Μουσικό Σύνταγμα"

Το "Μουσικό Σύνταγμα" είναι από τα τελευταία έργα του Πρετόριους. Τα τρία μέρη που εμφανίστηκαν (το τέταρτο προορίζονταν για οδηγίες ως προς τη σύνθεση) εμφανίζουν μια τάση που χαρακτηρίζουν τον ίδιο, προς μια εγκυκλοπαιδική, συστηματική προσέγγιση για τη θεωρία και την πρακτική της μουσικής. Ο πρώτος τόμος ασχολείται με τη θρησκευτική μουσική, τις αρχές και τα λειτουργικά συστατικά της. Η πραγματική του αξία έγκεται στις παραπομπές που αναφέρονται από κάθε περίοδο. Ιδιαίτερης σημασίας μεταξύ αυτών είναι το απόσπασμα της συνεργασίας του Γιόχαν Βάλτερ με τον Λούθηρο, όπου αναφέρονται λεπτομερώς οι μουσικές μεταρρυθμίσεις που ο Λούθηρος επικαλείται. Στο δεύτερο τόμο, «De organographia», ο Πρετόριους μας δίνει -σε συνδυασμό με την εικονογραφημένη διδακτική ενότητα «Theatrum instrumentorum»- λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τα μουσικά όργανα της εποχής του, ιδιαιτέρως δε για το όργανο. Ο τρίτος όγκος είναι ένα λεξικό όπου αριθμούνται οι σύγχρονες (για την εποχή) μουσικές φόρμες, με μια λεπτομερή εξέταση των τεχνικών ζητημάτων, όπως η μουσική σημειογραφία, οι αναλογίες, το "σολφέζ", η μεταφορά και η πολυφωνική γραφή. Η σημασία του "Μουσικού Συντάγματος" έγκειται όχι τόσο στην επιρροή του στις επόμενες γενιές των συνθετών (λόγω των νέων εξελίξεων στις αρχές του 17ου αιώνα και κυρίως την άνοδο του συνεχούς βάσιμου), όσο σε σχέση με υψηλή αξία του ως ιστορικό δοκιμιογραφικό στοιχείο. Εξετάζει την εξαιρετική ενορχήστρωση στις αρχές της μπαρόκ περιόδου, τις πολλές οικογένειες οργάνων και την περίοπτη θέση του οργάνου και εν κατακλείδι αποτελεί σημαντική ιστορική πηγή για την αναγεννησιακή μουσική και τα περί αυτής.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]