Αυτό είναι ένα προβεβλημένο λήμμα. Περισσότερες πληροφορίες είναι διαθέσιμες ακολουθώντας αυτό τον σύνδεσμο.

Ακρωτήρι Θήρας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 36°21′35″N 25°23′50″E / 36.35972°N 25.39722°E / 36.35972; 25.39722

Το Ακρωτήρι
Κατασκευασμένος χάρτης του Ακρωτηρίου την Εποχή του Χαλκού

Το Ακρωτήρι είναι χωριό της Σαντορίνης με 450 κατοίκους, με βάση την απογραφή του 2001. Βρίσκεται στο νοτιοδυτικό άκρο του νησιού σε απόσταση 15 χιλιομέτρων από τα Φηρά. Διοικητικά, ανήκει στο Τοπικό διαμέρισμα Ακρωτηρίου του Δήμου Θήρας. Κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους αποτελούσε ένα από τα καστέλια του νησιού. Έγινε παγκοσμίως γνωστό χάρη στον προϊστορικό οικισμό που ανακαλύφθηκε στις ανασκαφές, τις οποίες άρχισε συστηματικά στην περιοχή ο Σπύρος Μαρινάτος το 1967.

Γεωγραφικά, η περιοχή αποτελεί πραγματικό ακρωτήριο με απόκρημνες ακτές, που προβάλλει επί 3 μίλια δυτικά του νότιου τμήματος της Σαντορίνης.

Πίνακας περιεχομένων

Ο Προϊστορικός Οικισμός του Ακρωτηρίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πανοραμική θέα της τριγωνικής πλατείας του Προϊστορικού οικισμού
Πανοραμική θέα της τριγωνικής πλατείας του Προϊστορικού οικισμού

Οι Ανασκαφές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στοιχεία για την κατοίκηση της Θήρας κατά την προϊστορική εποχή άρχισαν να έρχονται στο φως από το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα, όταν λόγω της χρησιμοποίησης θηραϊκής γης για τη μόνωση των τοιχωμάτων της διώρυγας του Σουέζ από τον Γάλλο μηχανικό Φερντινάν ντε Λεσσέψ (Ferdinard de Lesseps) το 1866 αποκαλύφθηκαν προϊστορικές αρχαιότητες.[1] Οι πρώτες ανασκαφές στο Ακρωτήρι έγιναν από τον Γάλλο γεωλόγο και ηφαιστειολόγο Φερντινάν Φουκέ (Ferdinand André Fouqué). Μικρή ανασκαφική έρευνα επιχειρήθηκε το 1870 από την Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή, με τον γεωλόγο Ανρί Γκορσί (Henri Gorceix) και τον Ανρί Μαμέ (Henri Mamet) στη θέση Φαβατάς (στη θέση του Συγκροτήματος Δ των σημερινών ανασκαφών, ονομαζόταν "φαβατάς" γιατί το μέρος έβγαζε πολύ φάβα), νότια του Ακρωτηρίου. Στην θέση αυτή περνούσε χείμαρρος, ο οποίος έφτανε στο επίπεδο των αρχαιοτήτων και είχε ήδη αρχίσει να αποκαλύπτει κάποιες από αυτές. Οι συστηματικές, πάντως, ανασκαφές ξεκίνησαν το 1967 από τον καθηγητή Σπύρο Μαρινάτο, με τις υποδείξεις του ντόπιου Νίκου Πελέκη και στο ίδιο σημείο που έκαναν τις ανασκαφές τους οι Γάλλοι.[2] Ο Σπύρος Μαρινάτος ξεκίνησε τις ανασκαφές στο Ακρωτήρι στην προσπάθεια του να επαληθεύσει μια παλιά δική του θεωρία, που είχε δημοσιεύσει ως Έφορος Αρχαιοτήτων Κρήτης το 1939, ότι η έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας προκάλεσε την κατάρρευση του πολιτισμού της Μινωικής Κρήτης.[3] Η προετοιμασία έγινε το διάστημα 1962 με 1965. Μετά τον θάνατο του καθηγητή Μαρινάτου το 1974, η ανασκαφή συνεχίζεται κάτω από την διεύθυνση του καθηγητή Χρήστου Ντούμα.

Γενικά για τον προϊστορικό οικισμό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο χώρος των Ανασκαφών.

Από τα ευρήματα των ανασκαφών είναι πλέον γνωστό ότι η περιοχή του Ακρωτηρίου κατοικήθηκε κατά την Ύστερη Νεολιθική περίοδο (γύρω στο 4500π.Χ.) και κατά τον 18ο αιώνα π.Χ. είχε εξελιχθεί σε πόλη. Στις αρχές του 17ου αιώνα π.Χ. ισοπεδώθηκε από σεισμό, αλλά ξανακτίστηκε επάνω στα ερείπια και άκμασε κατά την Υστεροκυκλαδική Ι περίοδο, μέχρι τον ενταφιασμό της από την Μινωική έκρηξη.

Η θέση ήταν ιδανική για ασφαλές αγκυροβόλιο, καθότι ήταν προστατευμένη από τους βόρειους ανέμους, ενώ ταυτόχρονα η μορφολογία του εδάφους ευνοούσε την ανάπτυξη γεωργικών δραστηριοτήτων. Πιθανολογείται ότι ήταν η πρωτεύουσα του νησιού, αλλά αυτό δεν έχει ακόμα επιβεβαιωθεί. Η έκταση των ανασκαφών είναι κοντά στα 14 στρέμματα, ένα μικρό ποσοστό της προϊστορικής πόλης, που υπολογίζεται ότι ήταν περίπου 200 στρέμματα και είχε γύρω στους 30.000 κατοίκους.

Η δόμηση ήταν πυκνή και διέθετε πολυώροφα κτίρια με πλούσιες τοιχογραφίες, οργανωμένες αποθήκες, βιοτεχνικούς χώρους, άριστη πολεοδομική οργάνωση με δρόμους, πλατείες και είχε ένα πλήρως αναπτυγμένο αποχετευτικό σύστημα, το οποίο περνούσε κάτω από το λιθόστρωτο και συνδεόταν απευθείας με τα σπίτια. Τα οικοδομικά υλικά ήταν πέτρες, άργιλος, τούβλα λάσπης που ενισχύθηκαν με άχυρο, ξυλεία, γύψο μέσα και έξω. Το μεγάλο πλήθος από τοιχογραφίες, με τις οποίες ήταν διακοσμημένοι πολλοί από τους χώρους των κτιρίων, κατά κανόνα των άνω ορόφων, υποδηλώνουν μια εξελιγμένη και εκλεπτυσμένη αστική κοινωνία, η οποία ντυνόταν με πολυτέλεια, κομψότητα, και εντυπωσιακή πολυχρωμία.[4]

Τα πρόδρομα φαινόμενα και η έκρηξη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το γεγονός ότι στον οικισμό δεν βρέθηκαν καθόλου ανθρώπινοι σκελετοί μαρτυρά ότι μια σειρά από προειδοποιητικούς σεισμούς εξανάγκασε τους κατοίκους να τον εγκαταλείψουν έγκαιρα. Πάντως πριν ταφεί ο οικισμός από την τέφρα της ηφαιστειακής έκρηξης, είχε χτυπηθεί από μεγάλο σεισμό. Κάποιοι κάτοικοι επέστρεψαν αργότερα στον οικισμό για να απεγκλωβίσουν όσους δεν είχαν προλάβει να φύγουν και να συλλέξουν πολύτιμα και προσωπικά αντικείμενα. Άλλα πρόδρομα της ηφαιστειακής εκρήξεως φαινόμενα, όμως, ανάγκασαν τους κατοίκους να ξαναεγκαταλείψουν την πόλη, όπως αποδεικνύει το γεγονός ότι οι εργασίες διάνοιξης των δρόμων δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ, ενώ ένας μεγάλος αριθμός από αγγεία βρέθηκαν πάνω σε σωρούς μπαζών, όπου, προφανώς, είχαν τοποθετηθεί αρχικά για να μεταφερθούν σε πιο ασφαλείς θέσεις.[5] Ενδείξεις για το που κατέφυγαν δεν έχουμε. Ο χρόνος, πάντως, μεταξύ του μεγάλου σεισμού και της ηφαιστειακής έκρηξης δεν πρέπει να υπερέβαινε τις λίγες δεκάδες μέρες, ενώ η χρονική διάρκεια από τις πρώτες εκρήξεις μέχρι την δημιουργία της καλδέρας υπολογίζεται σε δύο με τρία εικοσιτετράωρα.[6]

Τα αλλεπάλληλα κύματα της τέφρας παρέσυραν τις στέγες και τα ανώτερα τμήματα των κτηρίων του οικισμού.[7] Μετά την ηφαιστειακή έκρηξη και την απόθεση των ηφαιστειακών υλικών που οδήγησε στον ενταφιασμό του οικισμού, ακολούθησε καταρρακτώδης βροχή, η οποία διέβρωσε την ελαφρόπετρα και την τέφρα και σε πολλές περιπτώσεις έφτασε μέχρι και το προεκρηξιακό έδαφος. Η βροχή αυτή μετέφερε ρευστή λάσπη στα ισόγεια των κτιρίων του οικισμού, κάτι που οδήγησε τόσο στη διατήρηση του περιεχομένου τους, όσο και στην παραμονή στη θέση τους των δαπέδων των υπερκείμενων ορόφων.[5]

Η χρονολογία της έκρηξης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρώτη κλασσική χρονολόγηση της Μινωικής έκρηξης βασίστηκε σε συγκριτικές μελέτες της τεχνικής των αγγείων και σε Αιγυπτιακές πηγές και είχε εκτιμηθεί ότι η έκρηξη του ηφαιστείου που κατέστρεψε την πόλη είχε συμβεί το 1500 π.Χ.. Οι απόλυτες χρονολογήσεις, όμως, που έγιναν με βάση τον ραδιενεργό άνθρακα, τη δενδροχρονολόγηση και την παγοχρονολόγηση μετατόπισαν την ημερομηνία 100 με 150 χρόνια παλαιότερα, ενώ η πλέον πρόσφατη χρονολόγηση με ραδιενεργό άνθρακα ενός κλαδιού ελιάς που θάφτηκε από την τέφρα της έκρηξης τοποθετεί την ημερομηνία μεταξύ 1627 και 1600 π.Χ.[8] με πιο πιθανό το διάστημα μεταξύ 1613 με 1614 π.Χ.. Η νέα χρονολόγηση αποδεικνύει την μη σύνδεση της έκρηξης με την καταστροφή του Μινωικού πολιτισμού.[9] Οι εκτιμήσεις, πάντως, δείχνουν ότι η έκρηξη αυτή αποτέλεσε την μεγαλύτερη έκρηξη ηφαιστείου στον κόσμο τα τελευταία 10.000 χρόνια.

Σε σχέση με την εποχή του χρόνου που έγινε η έκρηξη, πιθανολογείται ότι ήταν άνοιξη, καθώς έχουν ανακαλυφθεί στο στρώμα των υλικών της έκρηξης κόκκοι γύρης από ελιές και κωνοφόρα δέντρα.[10]

Η αρχιτεκτονική του οικισμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα κτίρια είχαν δύο ή τρεις ορόφους και πολλά δωμάτια. Τα πλουσιότερα ήταν κατασκευασμένα από πελεκητές πέτρες, τα οποία, για αυτόν τον λόγο, οι αρχαιολόγοι τα ονομάζουν ξεστές. Τα υπόλοιπα κτίρια ήταν κατασκευασμένα από τούβλα λάσπης ενισχυμένα με άχυρα, ξύλα και γύψο. Η θεμελίωση κατά κανόνα ήταν ρηχή και πολλές φορές υπήρχε τεχνητή επίχωση. Σε δύο περιπτώσεις, κάτω από την Ξεστή 3 και κάτω από τα θεμέλια του μεσοκυκλαδικού κτιρίου, πάνω στα ερείπια του οποίου χτίστηκε η Δυτική οικία, βρέθηκε στρώση από χαλαρά θραύσματα πορώδους λάβας διατομής 4 με 6 εκατοστών (αδράλια), η οποία έπαιζε τον ρόλο σεισμικής μόνωσης.[11] Τα δάπεδα των ορόφων κατασκευάζονταν από ξύλα και καλάμια, πάνω στα οποία υπήρχε πατημένο χώμα, στο οποίο συχνά τοποθετούσαν σχιστολιθικές πλάκες ή βότσαλα. Με ξύλα και καλάμια κατασκευαζόταν και η στέγη, πάνω στην οποία τοποθετούσαν, επίσης, πατημένο χώμα, το οποίο δρούσε ως μονωτικό και εξασφάλιζε δροσιά το καλοκαίρι και ζέστη το χειμώνα.

Οι κάτω όροφοι χρησιμοποιούνταν ως αποθήκες, εργαστήρια ή μύλοι, ενώ οι πάνω όροφοι ήταν οι χώροι διαμονής των κατοίκων. Στα πιο πλούσια σπίτια, συχνά, οι τοίχοι των πάνω ορόφων ήταν διακοσμημένοι με τοιχογραφίες. Οι δρόμοι της πόλης ήταν λιθόστρωτοι. Η αποχέτευση των κτιρίων γινόταν με πήλινους σωλήνες που βρίσκονταν μέσα στους τοίχους των κτιρίων και κατέληγαν σε χτιστούς υπονόμους κάτω από τους λιθόστρωτους δρόμους.

Οι τοιχογραφίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κυκλαδικός Σκύφος που περιέχει ασβεστοκονίαμα.

Το μεγάλο πλήθος από τοιχογραφίες που βρέθηκε κατά την διάρκεια των ανασκαφών είναι πολύτιμη πηγή πληροφοριών για την καθημερινή ζωή στο Ακρωτήρι, την θρησκεία και την φύση του νησιού. Έχουν φιλοτεχνηθεί κατά βάση με την τεχνική της νωπογραφίας (buon fresco), δηλαδή η απόδοση του έργου γινόταν πάνω στο νωπό ακόμα ασβεστολιθικό κονίαμα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τα χρώματά τους να παραμένουν ανεξίτηλα. Συχνά, όμως, το κονίαμα στέγνωνε πριν την ολοκλήρωση της εργασίας του καλλιτέχνη, ο οποίος συνέχιζε την εργασία του πάνω σε στεγνό πλέον τοίχο. Σε αυτά τα σημεία, η προστασία της τοιχογραφίας γίνεται σήμερα με χημικά μέσα.[12] Λεπτομέρειες προσθέτονταν αργότερα.

Υπήρχαν δύο τύποι χρωμάτων: τα ορυκτά, όπως ήταν το σκούρο κόκκινο, το οποίο ήταν υλικό με μεγάλη περιεκτικότητα σε σίδηρο και τα τεχνητά, όπως το γαλάζιο το οποίο ήταν πυρίτιο με οξείδια χαλκού και ασβεστίου. Μεγάλη έκπληξη προκαλεί στους επιστήμονες το γεγονός ότι με τη φασματοσκοπική μέθοδο ανακαλύφθηκε ότι το ιώδες χρώμα σε λεπτομέρειες της τοιχογραφικής σύνθεσης με τις κροκοσυλλέκτριες είναι πορφύρα, γεγονός που αποδεικνύει ότι το επίπεδο τεχνογνωσίας και πολιτισμού του νησιού ήταν ιδιαίτερα υψηλό.[13] Τα θέματα των τοιχογραφιών ήταν ιδιαίτερα πρωτότυπα για την εποχή τους, ενώ υπήρχε ιδιαίτερη ελευθερία στον σχεδιασμό και στην χρήση των χρωμάτων.

Σημαντικές ήταν και οι λεγόμενες μικρογραφικές τοιχογραφίες, οι οποίες ήταν μακριές παραστάσεις με μορφές μικρού μεγέθους, οι οποίες ήταν τοποθετημένες στο ύψος του ματιού.[14]

Σχεδόν σε όλα τα ανασκαμμένα κτίρια διαπιστώθηκε η ύπαρξη τοιχογραφιών παλαιότερων από εκείνες που κοσμούσαν τους τοίχους τους όταν έγινε η καταστροφική ηφαιστειακή έκρηξη. Αυτό δείχνει ότι οι τοιχογραφίες ήταν ένας καθιερωμένος τρόπος διακόσμησης των εσωτερικών χώρων, πιθανότατα από τις αρχές του 17ου αιώνα π.Χ.

Τέχνες σε φθαρτά υλικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το στρώμα τέφρας και ελαφρόπετρας που κάλυψε τον οικισμό μετά την ηφαιστειακή έκρηξη δημιούργησε στο Ακρωτήρι το ιδανικό περιβάλλον έλλειψης οξυγόνου που απαιτείται για τη διατήρηση φθαρτών υλικών. Έτσι το Ακρωτήρι είναι ένας από τους ελάχιστους χώρους στην Ελλάδα που διασώζει μαρτυρίες για προϊστορικές τέχνες όπως η επιπλοποιία, η ξυλογλυπτική, η καλαθοπλεκτική και η κατασκευή μουσικών οργάνων, τέχνες ουσιαστικά άγνωστες, κατά τα άλλα, στη σύγχρονη έρευνα του προϊστορικού Αιγαίου ή γνωστές μόνο έμμεσα από απεικονίσεις στην τέχνη και αναφορές στα μυκηναϊκά αρχεία της Γραμμικής Β γραφής. Στη διατήρηση αντικειμένων από φθαρτά υλικά στο Ακρωτήρι συνέβαλε σε ορισμένες περιπτώσεις και η μερική απανθράκωσή τους. Στις περιπτώσεις που αποσυντέθηκαν τελικά, έμειναν συχνά στη θέση τους, μέσα στο ηφαιστειακό υλικό, κοιλότητες ή αποτυπώματα αντίστοιχου σχήματος. Γεμίζοντας τέτοιες κοιλότητες με γύψο κατά τη διάρκεια της ανασκαφής ανακτώνται πιστά εκμαγεία των αντικειμένων που αποσυντέθηκαν.

Σημαντικότερες μαρτυρίες για την κατασκευή φθαρτών τεχνουργημάτων στο Ακρωτήρι είναι τα εκμαγεία κρεβατιών από το Συγκρότημα Δ και το Άνδηρο των Κλινών[15], το εκμαγείο ενός τραπεζιού με γλυπτά πόδια από το Συγκρότημα Δ[16], ένα σύνολο ξύλινων κρουστών κροτάλων από την Ξεστή 4 με ανάγλυφη παράσταση πουλιών και κρόκων[17], και μεγάλος αριθμός αποτυπωμάτων και απανθρακωμένων τεμαχίων πλεκτών καλαθιών από το Συγκρότημα Δ, τον Μυλώνα του Τομέα Α, τη Δυτική Οικία και άλλα σημεία του οικισμού[18].

Επεμβάσεις στα κτίρια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λόγω της αποσύνθεσης των οργανικών υλικών, κυρίως του ξύλου, που είχαν χρησιμοποιηθεί στην κατασκευή των κτιρίων, η απομάκρυνση των ηφαιστειακών αποθέσεων έθετε τα κτίρια σε κίνδυνο κατάρρευσης. Επιλέχθηκε η μέθοδος της έγχυσης οπλισμένου σκυροδέματος στα κενά που είχαν δημιουργηθεί. Σε πολλές περιπτώσεις ξύλινων πλαισίων θυρών και παραθύρων, το σκυρόδεμα βάφτηκε σε χρώμα καφέ, παρόμοιο με του ξύλου, ενώ ζωγραφίστηκαν σε αυτό ρόζοι, ώστε να δίνεται στον επισκέπτη όσο το δυνατόν πλησιέστερη εικόνα σε αυτή που είχε το κτίριο πριν από την ηφαιστειακή έκρηξη.

Τα κτίρια, οι τοιχογραφίες και σημαντικά ευρήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ξεστή 3[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ξεστή 3 από τα ανατολικά (Δωμάτια 2, 4, 5)

Από την κύρια (νότια) είσοδο του στεγασμένου αρχαιολογικού χώρου, το πρώτο κτιριακό συγκρότημα στην ανατολική πλευρά είναι η Ξεστή 3 (παλιότερα λεγόταν και Ξεστή Ε). Η Ξεστή 3 ήταν ένα μεγάλο διώροφο κτίριο, με 14 δωμάτια σε κάθε όροφο, κάποια από τα οποία συνδέονται μεταξύ τους με πολύθυρα. Στο συγκρότημα αυτό βρέθηκε ένας πολύ μεγάλος αριθμός από τοιχογραφίες, με πιο σημαντική την τοιχογραφική σύνθεση με τις Κροκοσυλλέκτριες (Πρώτος όροφος, Δωμάτιο 3Α, Ανατολικός τοίχος). Στον βόρειο τοίχο του ίδιου δωματίου υπήρχε η τοιχογραφία της Πότνιας θηρών, η οποία αποτελεί κοινή θεματική ενότητα με τις Κροκοσυλλέκτριες.

Σε ένα από τα δωμάτια του ισογείου υπάρχει Δεξαμενή καθαρμών (άδυτο), ένας χώρος που θεωρείται ιερός. Αυτό, σε συνδυασμό με την θεματολογία των τοιχογραφιών, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι στην Ξεστή 3 τελούνταν διάφορες τελετές[19] και είναι το μόνο μέχρι τώρα αδιαμφισβήτητο δημόσιο Ιερό του οικισμού.[20] Στο βόρειο τοίχο του δωματίου με την δεξαμενή καθαρμών βρισκόταν η τοιχογραφία των Λατρευτριών.

Στον Προθάλαμο 5 βρέθηκε η τοιχογραφία των Κυνηγών. Στο δωμάτιο 3Β του ισογείου βρέθηκε η τοιχογραφία με τα Γυμνά αγόρια.

Στο δωμάτιο 9 του πρώτου ορόφου υπήρχε η τοιχογραφία των Λυγαριών, ενώ στο δωμάτιο 3Β του ορόφου βρέθηκαν οι Γυναίκες με τις Ανθοδέσμες.

Στον δεύτερο όροφο του κτιρίου, ο οποίος σήμερα δεν σώζεται, υπήρχε η τοιχογραφία των Πολύχρωμων Σπειρών, μια τοιχογραφία πολύ μεγάλων διαστάσεων, με την οποία αποδεικνύεται ότι οι καλλιτέχνες της Θήρας γνώριζαν την λεγόμενη Σπείρα του Αρχιμήδη, πάνω από χίλια χρόνια πριν από αυτόν.[21][22] Στο δωμάτιο 9, επίσης του δευτέρου ορόφου, υπήρχε η τοιχογραφία με τους Ρόδακες.

Οικία των Θρανίων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 12 Δεκεμβρίου του 1999, κατά την διάρκεια των εργασιών για την στήριξη του νέου στεγάστρου, ανακαλύφθηκε μέσα σε πήλινη λάρνακα στον χώρο της Οικίας Θρανίων, νοτιοδυτικά της Ξεστής 3, το μοναδικό χρυσό εδώλιο αίγαγρου, από τα ελάχιστα πολύτιμα αντικείμενα που έχουν βρεθεί στο χώρο των ανασκαφών, το οποίο σήμερα εκτίθεται στο Μουσείο Προϊστορικής Θήρας, στα Φηρά. Γενικά, από τις ανασκαφές που έγιναν σε μεγάλο βάθος προκειμένου να στηριχθούν τα υποστυλώματα του νέου στεγάστρου, φαίνεται ότι ο αρχικός νεολιθικός οικισμός περιοριζόταν στην περιοχή που βρίσκεται η Ξεστή 3. Το εδώλιο ήταν μέσα σε ξύλινη θήκη, της οποίας μόνο το αποτύπωμα είχε διατηρηθεί, ενώ η πήλινη λάρνακα ήταν κάτω από σωρό μεγάλου αριθμού από ζεύγη κεράτων, κατά βάση αιγοπροβάτων.

Πλατεία Ξεστής 3[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ακάλυπτος χώρος ανατολικά της Ξεστής 3 έχει ονομαστεί «Πλατεία Ξεστής 3».

Οδός Τελχίνων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από την Πλατεία Ξεστής 3 ξεκινάει το μεγαλύτερο κομμάτι δρόμου που έχει ως τώρα ανασκαφεί, η Οδός Τελχίνων, ο οποίος φαίνεται ότι οδηγούσε στο λιμάνι της πόλης.

Κτίριο Γ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο ξεκίνημα της οδού Τελχίνων, στην ανατολική της πλευρά, βρίσκεται το Κτίριο Γ, του οποίου μόνο μερικά δευτερεύοντα δωμάτια έχουν ανασκαφεί. Το κτίριο αυτό είχε τουλάχιστον δύο ορόφους. Στα δωμάτια Γ1 και Γ2 του κτιρίου Γ είχαν εγκατασταθεί οι λιθοξόοι, οι οποίοι επιδιόρθωναν τον τομέα αυτό από τις ζημιές που είχε υποστεί κατά τον σεισμό που έγινε πριν την μεγάλη έκρηξη του ηφαιστείου.

Κτίριο Β[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην άλλη πλευρά της οδού Τελχίνων, σχεδόν απέναντι από το Κτίριο Γ, βρίσκεται το Κτίριο Β, το οποίο, επίσης, είχε τουλάχιστον δύο ορόφους. Είναι πολύ πιθανόν να είναι στην πραγματικότητα δύο ξεχωριστά κτίρια προσκολλημένα το ένα στο άλλο. Έχει υποστεί πολλές ζημιές από τον χείμαρρο που περνούσε από την ανατολική του πλευρά. Στο εσωτερικό του βρέθηκε ένας αριθμός από σημαντικές τοιχογραφίες, από τις οποίες οι πιο χαρακτηριστικές είναι οι Πυγμάχοι (Δωμάτιο Β1, Νότιος Τοίχος), οι Αντιλόπες (Δωμάτιο Β1, Δυτικός Τοίχος) και οι Κυανοπίθηκοι (Δωμάτιο Β6, Βόρειος και Δυτικός Τοίχος). Στο δωμάτιο Β6 βρέθηκαν και τα σπαράγματα της τοιχογραφίας με τα Τετράποδα.

Πλατεία Μυλώνος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η οδός Τελχίνων οδηγεί στα βόρεια σε μία πλατεία, η οποία έχει ονομαστεί Πλατεία Μυλώνος.

Συγκρότημα Δ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το βόρειο κλιμακοστάσιο του Συγκροτήματος Δ από βορρά (Δωμάτια Δ4, Δ5, Δ6, Δ7)

Στην βορειοανατολική πλευρά της Πλατείας Μυλώνος βρίσκεται το Συγκρότημα Δ, το οποίο αποτελείται από τέσσερα κτίρια. Το βορειότερο τμήμα είναι η πρώτη ξεστή που βρέθηκε και ονομάζεται Ξεστή 1.

Στον νότιο, στον δυτικό και στον βόρειο τοίχο του Δωματίου Δ2, ενός μικρού ημιυπόγειου δωματίου, βρέθηκε η περίφημη τοιχογραφία της Άνοιξης. Ο τέταρτος τοίχος του δωματίου είχε πόρτα και διπλό παράθυρο. Πιθανότατα ο χώρος αυτός ήταν χώρος ιερός, κάτι στο οποίο συνηγορεί και το γεγονός ότι έξω από αυτό, προς στην ανατολή, βρέθηκαν σκεύη ιεράς σημασίας.[23] Στο Δωμάτιο Δ2 βρέθηκε και εντυπωσιακά μεγάλος αριθμός από κεραμικά αγγεία, στις γωνίες και κατά μήκος των τοίχων του. Μπροστά από το νότιο τοίχο του δωματίου βρισκόταν ένα κρεβάτι (σήμερα υπάρχει το εκμαγείο του), κάτω από το οποίο είχαν επίσης τοποθετηθεί αγγεία, πιθανότατα για να προστατευθούν από τους σεισμούς.[24]

Στο Δωμάτιο Δ15 βρέθηκε μυλόλιθος για την παραγωγή αλευριού, ενώ το δωμάτιο Δ16 ήταν πιθανότατα εργαστήριο κεραμικής καθώς βρέθηκε εκεί μεγάλος αριθμός κεραμικών.

Στο Δωμάτιο Δ18Α βρέθηκαν σπαράγματα από δύο ή ίσως τρεις επιγραφές Γραμμικής γραφής Α, οι οποίες αναφέρουν ποσότητες υλικών που πιθανότατα σχετίζονταν με εμπορικές δραστηριότητες των κατοίκων του οικισμού, ενώ στο Δ18Β βρέθηκε μεγάλος αριθμός πήλινων σφραγισμάτων από πηλό πιθανότατα κρητικής προέλευσης.

Άνδηρο Κλινών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αμέσως βορειοδυτικά της Πλατείας Μυλώνος βρίσκεται ένας ακάλυπτος χώρος στον οποίο ανακαλύφθηκαν τα αρνητικά τριών μικρών κρεβατιών, από τα οποία προέκυψαν τα γύψινα εκμαγεία τους.

Οικία της Άγκυρας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα βόρεια της πλατείας Μυλώνος και δυτικά του Συγκροτήματος Δ βρίσκεται η Οικία της Άγκυρας. Ονομάστηκε έτσι επειδή σε αυτή βρέθηκε μελανός λίθος με οπή, βάρους 65 κιλών, που προφανώς είχε την χρήση άγκυρας. Ο τύπος αυτός θεωρείται ότι είναι της Μεσοκυκλαδικής περιόδου.

Πλατεία Τριγώνου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην δυτική πλευρά του Συγκροτήματος Δ βρίσκεται η Πλατεία Τριγώνου ή Τριγωνική Πλατεία, η οποία ονομάζεται έτσι λόγω του σχήματος της

Δυτική Οικία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα δυτικά της Πλατείας Τριγώνου βρίσκεται η Δυτική Οικία. Η οικία αυτή είχε περίμετρο 49,65 μέτρα. Η ταράτσα της ήταν καλυμμένη με πατημένο χώμα το οποίο εξασφάλιζε την μόνωση της. Στο ισόγειο της υπήρχαν αποθήκες τροφίμων, εργαστήρια, μαγειρείο και χώρος μυλωνά. Στον πρώτο όροφο υπήρχε δωμάτιο με αργαλειούς (Δωμάτιο 3), μια αποθήκη σκευών και τροφίμων, ένα αποχωρητήριο (Δωμάτιο 4Α) και δύο δωμάτια με τοιχογραφίες (Δωμάτια 4 και 5). Στο ένα από τα δύο, στο Δωμάτιο 5, βρέθηκαν οι δύο τοιχογραφίες των Ψαράδων (Δυτικός τοίχος), η τοιχογραφία της νεαρής ιέρειας (Νοτιοανατολική είσοδος / ανατολικός παραστάτης), η τοιχογραφία με το ποτάμι (Ανατολικός τοίχος) και η διάσημη μικρογραφική ζωφόρος του στόλου που βρίσκεται και στους τέσσερις τοίχους του.

Η ζωφόρος του Στόλου (Απόσπασμα: Δεύτερη και Τρίτη πόλη).
Η ζωφόρος του Στόλου (Απόσπασμα: Δεύτερη και Τρίτη πόλη).

Το Δωμάτιο 4 ήταν διακοσμημένο με τα Ικρία, την τοιχογραφία των οκτώ θαλαμίσκων πλοίων. Το δωμάτιο αυτό με λεπτή μεσοτοιχία χωριζόταν σε δύο δωμάτια. Το δωμάτιο 4Α ήταν λουτρό.

Στην Δυτική Οικία θεωρείται ότι έμενε ο αρχηγός του στόλου. Μια μικρή σκάλα που βρέθηκε στο κτίριο υποδηλώνει ότι μπορεί να υπήρχε και τρίτος όροφος ή κάποια σοφίτα.

Πλατεία Κενοταφίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βόρεια του Συγκροτήματος Δ υπάρχει περιοχή, η οποία είχε διαμορφωθεί σε πλατεία κατά την Υστεροκυκλαδική Ι περίοδο και σήμερα έχει ονομαστεί Πλατεία Κενοταφίου. Εκεί έχει βρεθεί τραπεζοειδής κατασκευή που θυμίζει πρωτοκυκλαδικό τάφο και στο εσωτερικό της οποίας βρέθηκαν 17 μαρμάρινα πρωτοκυκλαδικά εδώλια και θραύσματα μαρμάρινων κρατηρίσκων χωρίς, όμως, παρουσία ανθρώπινων οστών. Το εύρημα αυτό ερμηνεύεται ως ανακομιδή ενός κυκλαδικού νεκροταφείου, για τις ανάγκες επέκτασης της πόλης.[25] Στην ίδια περιοχή, στα βορειοανατολικά του Συγκροτήματος Δ, σε μεγαλύτερο βάθος από αυτό που βρισκόταν το κενοτάφιο, βρέθηκε τμήμα δαπέδου με έντονα ίχνη φωτιάς και μεγάλο αριθμό από οστά ζώων και κεράτων και κεραμικής, το οποίο έχει ονομαστεί Πυρά της Θυσίας και ανάγεται στην Πρωτοκυκλαδική ΙΙΙ περίοδο.[26]

Οικία των Γυναικών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα βορειοδυτικά του χώρου των ανασκαφών βρίσκεται η Οικία των Γυναικών, η οποία οφείλει το όνομα της στις τοιχογραφίες των γυναικών που κάλυπταν τον νότιο τοίχο (γυναικεία φιγούρα) και τον βόρειο τοίχο (γυμνόστηθη γυναικεία φιγούρα) του ανατολικού τμήματος του Δωματίου 1. Στο δυτικό τμήμα του ίδιου δωματίου βρέθηκε η τοιχογραφία με τους Πάπυρους. Η οικία αποτελεί μεγάλο διώροφο οικοδόμημα στο κέντρο του οποίου υπήρχε φωταγωγός.

Τομέας Α και Μυλώνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εσωτερικά του Νέου Στεγάστρου (Μυλώνας / Τομέας Α)

Στο βόρειο άκρο των ανασκαφών βρίσκεται το κτηριακό συγκρότημα του Τομέα Α ή Αποθήκη των Πίθων, στα τρία μεγαλύτερα δωμάτια του οποίου βρέθηκε μεγάλος αριθμός από πίθους που περιείχαν όσπρια, αλεύρι και κριθάρι. Στον Μυλώνα, που βρίσκεται δίπλα, βρέθηκε εγκατάσταση μύλου και καλάθι που περιείχε ψάρια και αχινούς. Στην ευρύτερη περιοχή του Τομέα Α βρέθηκαν τα σπαράγματα του Αφρικανού, των Σεβιζόντων πιθήκων και του Γαλάζιου πτηνού, τα οποία ο Σπύρος Μαρινάτος είχε θεωρήσει αρχικά ότι ανήκουν στην ίδια τοιχογραφία.[27]

Ξεστή 2[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα ανατολικά του Συγκροτήματος Δ βρίσκεται η Ξεστή 2. Η βόρεια πρόσοψη του κτιρίου διατηρείται μέχρι και το τρίτο πάτωμα.

Ξεστή 4[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το μεγαλύτερο από τα κτίρια που έχουν ανακαλυφθεί μέχρι σήμερα είναι η Ξεστή 4, το οποίο είναι ένα τριώροφο οικοδόμημα του οποίου όλες οι όψεις είναι επενδυμένες με λαξευτούς ορθογώνιους όγκους τόφου (στρώμα πορώδους πετρώματος, κυρίως ηφαιστειογενούς). Βρίσκεται στα νοτιοανατολικά του χώρου των ανασκαφών και αποτελούσε πιθανότατα δημόσιο κτίριο. Δεν έχει ανασκαφεί πλήρως.

Στο Δωμάτιο 2 της Ξεστής 4, κατά την διάρκεια ανασκαφών για την υποστύλωση του νέου στεγάστρου, βρέθηκε θραύσμα ζωφόρου με παράσταση οδοντόφρακτων κρανών (μυκηναϊκός τύπος) σε φυσικό μέγεθος με λεπτομερή απεικόνιση και με όλα τα στοιχεία ενός κράνους: λοφίο, παραγναθίδα, προμετωπίδα και επάορτο. Η ανακάλυψη αυτή δημιουργεί προβληματισμούς για την σχέση του προϊστορικού οικισμού με την ηπειρωτική Ελλάδα[28]

Στο κλιμακοστάσιο του κτιρίου έχει βρεθεί η τοιχογραφία των Δωροφόρων, η οποία είναι η μεγαλύτερη τοιχογραφική σύνθεση που έχει ανακαλυφθεί μέχρι τώρα στον οικισμό.

Οδός Κουρητών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο δρόμος που περνάει στα νότια της Ξεστής 4 έχει ονομαστεί Οδός Κουρητών (Κρητών).

Κτίριο ΙΑ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα βόρεια της Ξεστής 4 βρίσκεται το Κτίριο ΙΑ ή Κτίριο των Καλών Αγγείων.

Συμπεράσματα από τα Ευρήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τα ευρήματα των ανασκαφών προκύπτει ότι η κοινωνία του Ακρωτηρίου δεν διοικούνταν από έναν μονάρχη, αλλά από μια ελίτ, η οποία δραστηριοποιούνταν σε δύο κυρίως τομείς, το θαλάσσιο εμπόριο και τη βιοτεχνία, αφού η γεωργία στη γύρω περιοχή δεν μπορούσε να καλύψει τις ανάγκες του μεγάλου πληθυσμού.[29] Τα πλοία των τοιχογραφιών φαίνονται ικανά για μακρινά ταξίδια, ενώ το λιμάνι του Ακρωτηρίου πρέπει να ήταν ένα από τα σημαντικότερα της εποχής του. Απόδειξη των εμπορικών σχέσεων των κατοίκων με άλλες περιοχές της Μεσογείου είναι η εύρεση στο Δωμάτιο Δ9 δοχείου από την Χαναάν[30] και των σφραγισμάτων από την Κρήτη στο δωμάτιο Δ18Β.

Στα σπαράγματα των επιγραφών που βρέθηκαν στο Δωμάτιο Δ18Α αναφέρονται εξαιρετικά μεγάλες ποσότητες υφασμάτων, πράγμα που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο οικισμός ήταν τόπος συγκέντρωσης και επεξεργασίας του μαλλιού που παραγόταν από τα γειτονικά νησιά, πιθανώς από την Ίο, την Σίκινο, την Φολέγανδρο και την Ανάφη.[5] Παράλληλα στο Ακρωτήρι έχουν βρεθεί ίνες μαλλιού, οι οποίες, με βάση εργαστηριακές αναλύσεις, είναι οι παλαιότερες διατηρημένες αποδείξεις χρήσης του μαλλιού στη Μεσόγειο, εκτός από την περίπτωση της Αιγύπτου, όπου επίσης υπάρχουν αντίστοιχα ευρήματα.[31]

Οι κάτοικοι του οικισμού είχαν αναπτύξει σε υψηλό βαθμό την πυροτεχνολογία και η χρήση της φωτιάς εντοπίζεται τόσο στα σπίτια, όσο και στις οικονομικές και θρησκευτικές δραστηριότητες. Από τις αρχές της τρίτης χιλιετίας π.χ. εντοπίζεται η ύπαρξη μόνιμων και φορητών εστιών μαγειρικής και κινητών ή σταθερών φούρνων, λείψανα στάχτης και κάρβουνα, ταψιά, ψηστιέρες και υποδοχές για σουβλάκια, μαγκάλια και επίπεδες πλάκες για το ψήσιμο πίτας.[32]

Ευρήματα αποδεικνύουν, επίσης, την καλλιέργεια σταφυλιών και την παραγωγή κρασιού.[33]

Το Στέγαστρο του Προϊστορικού Οικισμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η στέγαση της προϊστορικής πόλης του Ακρωτηρίου κρίθηκε αναγκαία από τον Σπύρο Μαρινάτο προκειμένου να προστατευθούν τα οικοδομήματα που έρχονταν στο φως. Η ιδέα αυτή είχε έντονα επικριθεί την εποχή εκείνη. Η προσωπικότητα όμως του Μαρινάτου επέβαλε τη λύση αυτή,[34] η οποία τέθηκε σε εφαρμογή από το 1968. Παραπλεύρως του στεγάστρου οικοδομήθηκαν εργαστήρια, αποθήκες και ξενώνες, απαραίτητα για την εξέλιξη της ανασκαφικής δραστηριότητας. Το παλαιό στέγαστρο, στα τριάντα περίπου χρόνια ζωής του, αποδείχθηκε σωτήριο για τα μνημεία, όμως ο μεταλλικός σκελετός του από DEXION, λόγω της γειτνίασης με τη θάλασσα και λόγω των οξειδίων που περιέχονται στα ηφαιστειακά υλικά των επιχώσεων, είχε έντονα διαβρωθεί, ενώ η επικάλυψη του στεγάστρου με φύλλα αμιαντοτσιμέντου ELLENIT ήταν ανθυγιεινή και αντίθετη με την υφιστάμενη κοινοτική νομοθεσία. Κρίθηκε, λοιπόν, απαραίτητη η αντικατάσταση του παλαιού στεγάστρου με νέο, το οποίο να καλύπτει τόσο τις λειτουργικές ανάγκες της ανασκαφής και ταυτόχρονα να μπορεί να αναδείξει τον αρχαιολογικό χώρο.[35]

Η Κεντρική (Νότια) είσοδος του νέου στεγάστρου στην φάση της κατασκευής.

Η προκαταρκτική μελέτη του έργου έγινε σε συνέχεια του βραβευθέντος Ερευνητικού Προγράμματος «ASPIRE» (Archaeological Sites Protection Implementing Renewable Energies) και εγκρίθηκε τον Φεβρουάριο του 1996.

Ζεύγος πήλινων κρατευτών.

Η κατασκευή του στεγάστρου ανατέθηκε έπειτα από διαγωνισμό, σε κοινοπραξία κατασκευαστικών εταιρειών και οι εργασίες ξεκίνησαν τον Νοέμβριο του 1999. Το βιοκλιματικό στέγαστρο κατασκευάζεται από χάλυβα, ώστε να είναι μεγάλης αντοχής, ενώ προβλέπεται η επικάλυψή του με θηραϊκή γη, ώστε να ενταχθεί πλήρως στο θηραϊκό τοπίο. Παράλληλα, με ήπια μέσα εξασφαλίζει τη δημιουργία κατάλληλων συνθηκών στο εσωτερικό για αερισμό και για επαρκή φυσικό φωτισμό.

Η κατασκευή του στεγάστρου οδήγησε σε ανασκαφές σε μεγάλο βάθος προκειμένου να στηριχθούν τα υποστυλώματά του και έβγαλε στην επιφάνεια σημαντικές αρχαιολογικές ανακαλύψεις για την ιστορία της πόλης, καθώς και πολλά ευρήματα, όπως το χρυσό εδώλιο αιγάγρου και το ζεύγος πήλινων κρατευτών.

Δυστυχώς, στις 23 Σεπτεμβρίου του 2005, έγινε κατάρρευση ενός μικρού τμήματος του υπό ανέγερση στεγάστρου με αποτέλεσμα τον θάνατο ενός Ουαλλού τουρίστα, του Richard-George Bennion, ενώ ο χώρος έκλεισε για το κοινό. Σημαντικό μέρος του στεγάστρου που κατέρρευσε έπεσε σε ακάλυπτο χώρο, στην πλατεία του Τριγώνου. Το υποκείμενο Συγκρότημα Δ που κυρίως επλήγη άντεξε εξαιτίας του γεγονότος ότι δεν είχε ανασκαφεί πλήρως και άρα το εσωτερικό του είναι παραγεμισμένο με το υλικό της έκρηξης που συγκράτησε τους τοίχους στη θέση τους, επειδή ένα τμήμα του είχε αναστηλωθεί με τσιμέντο από την εποχή της αποκάλυψής του από τον Σπυρίδωνα Μαρινάτο[36] και επειδή κράτησε αντίσταση το παλαιό στέγαστρο, το μεγαλύτερο μέρος του οποίου δεν είχε ακόμα απομακρυνθεί από την συγκεκριμένη θέση.

Νέα μελέτη πραγματοποιήθηκε από την Αγγλική εταιρεία OVE-ARUP σύμφωνα με την οποία άλλαξε ο μεταλλικός φορέας της κατασκευής. Οι κατασκευαστικές εργασίες ξεκίνησαν το 2010 και ολοκληρώθηκαν στις 31 Ιουλίου του 2011. Τελικά ο χώρος άνοιξε για το κοινό στις 11 Απριλίου του 2012.

Το Ακρωτήρι κατά τους Μεσαιωνικούς χρόνους[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το καστέλι και στην κορυφή ο Γουλάς του Ακρωτηρίου.

Κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους, το Ακρωτήρι αποτελούσε ένα από τα καστέλια του νησιού και ονομαζόταν La Ponta. Στο κέντρο του οικισμού υπήρχε ο Γουλάς του Ακρωτηρίου (Τουρκικά kule: "πύργος"), ο οποίος υπέστη μεγάλες ζημιές κατά την σεισμική δραστηριότητα του 1956, αν και ήταν σε πολύ καλή κατάσταση μέχρι τότε. Το 1336 το Ακρωτήρι παραχωρήθηκε από τον Δούκα της Νάξου Νικόλαο Σανούδο στην οικογένεια Gozzadini, η οποία είχε καταγωγή από την Μπολόνια. Το γεγονός ότι η καταγωγή τους ήταν από αυτήν την ιταλική πόλη και όχι από την Βενετία, η οποία ήταν σε πόλεμο με την Οθωμανική αυτοκρατορία, σε συνδυασμό με την ισχύ της άμυνας του κάστρου επέτρεψε στην οικογένεια των Γοζαδίνων να διατηρήσει στην κατοχή της το καστέλι για μεγάλη περίοδο ακόμα και κατά την διάρκεια της κατοχής της υπόλοιπης Σαντορίνης από τους Τούρκους.[37] Τελικά πέρασε στα χέρια των Τούρκων μόλις το 1617.

Ο Μπάλος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Άγιος Νικόλαος (του Μπάλου).

Ο Μπάλος ή Πάλος είναι μικρός όρμος στα βορειοδυτικά του χωριού του Ακρωτηρίου. Σύμφωνα με την παράδοση ονομάζεται έτσι γιατί "εκεί οι κοπέλες χόρευαν Μπάλο".[38] Τον 19ο αιώνα ήταν το λιμάνι με το οποίο διακινούνταν τα προϊόντα της περιοχής. Σήμερα η πρόσβαση γίνεται με δυσκολία, κυρίως λόγω της μη συντήρησης του διαμορφωμένου μονοπατιού. Πάνω στα βράχια, δίπλα στο λιμανάκι, υπάρχει το παρεκκλήσι του Αγίου Νικολάου. Στην θέση αυτή υπάρχουν παλιά κτίρια που πιθανότατα χρησιμοποιούνταν ως αποθήκες και υπόσκαφες κατοικίες. Κατά την περίοδο της κατασκευής της Διώρυγας του Σουέζ, από τα γύρω τοιχώματα της καλντέρας γινόταν εξόρυξη θηραϊκής γης. Εκεί είχε διενεργήσει ανασκαφές η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή και είχε καταγραφεί η εύρεση προϊστορικού κτιρίου, η θέση του οποίου σήμερα δεν είναι γνωστή. Στην περιοχή του Μπάλου υπάρχει και το υπόσκαφο παρεκκλήσι των Εισοδίων της Θεοτόκου, που είναι γνωστό και ως Παναγιά του (Μ)Πάλου, στο οποίο η πρόσβαση είναι πολύ πιο εύκολη μέσω ενός τσιμεντοστρωμένου μονοπατιού. Παλιότερα, σε σπηλιές στα τοιχώματα της καλντέρας ζούσαν μοναχές. Κεντρική σπηλιά αποτελούσε υπόσκαφο ναό της Αγίας Τριάδας. Η παράδοση της περιοχής θέλει να υπάρχουν στις σπηλιές αυτές σήραγγες διαφυγής, οι οποίες προστάτευαν τις μοναχές σε περίπτωση επιδρομής.

Ο Φάρος του Ακρωτηρίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Φάρος του Ακρωτηρίου.

Το Ακρωτήρι βρίσκεται ακριβώς στον άξονα του θαλάσσιου δρόμου Πειραιά - Αλεξάνδρεια και φέρει φάρο, ο οποίος είναι ένας από τους καλύτερους του ελληνικού δικτύου. Βρίσκεται σε απόσταση 18 χιλιομέτρων από τα Φηρά σε υψόμετρο 58 μέτρων και οι γεωγραφικές του συντεταγμένες είναι: Γεωγραφικό Πλάτος 36ο 21' 05" Βόρειο και Γεωγραφικό Μήκος 25ο 21' 05" Ανατολικό.

Ο φάρος κτίσθηκε το 1892, κατά την διάρκεια της Οθωμανικής κυριαρχίας στο νησί, από την Γαλλική εταιρεία La Société Collas et Michel. Αρχικά δούλευε με πετρέλαιο και η ακτινοβολία του ήταν 23 ναυτικά μίλια. Aνακαινίστηκε το 1925. Η λειτουργία του διακόπηκε κατά την διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και άρχισε να ξαναλειτουργεί το 1945. Κατά την περίοδο αυτή εξέπεμπε μία λάμψη κάθε 30 δευτερόλεπτα, η οποία ήταν ορατή μέχρι και 25 ναυτικά μίλια, ενώ λειτουργούσε με προσωπικό τεσσάρων αντρών. To 1983 ηλεκτροδοτήθηκε, ενώ το 1988 έγινε πλήρως αυτοματοποιημένος και έκτοτε συνεχίζει να αποδίδει τη μέγιστη φωτοβολία. Σήμερα έχει ακτινοβολία 24 ναυτικά μίλια.

Στα νότια του φάρου βρίσκεται καλό αγκυροβόλιο καταφυγής για βόρειους ανέμους, το οποίο οι ντόπιοι το αποκαλούν Λιμνιονάρι (Ακρωτηριανοί) ή Λιμανάρι (Εμπορειανοί).

Παραλίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πιο γνωστή παραλία στο Ακρωτήρι είναι η Κόκκινη παραλία. Βρίσκεται σχετικά κοντά στον χώρο των ανασκαφών, αλλά η πρόσβαση γίνεται μόνο με τα πόδια. Χρωστάει το όνομά της στα κόκκινα βράχια τα οποία χαρακτηρίζουν το τοπίο.

Τα Μέσα Πηγάδια είναι παραθαλάσσια τοποθεσία στην νότια πλευρά του Ακρωτηρίου. Η πρόσβαση γίνεται μέσω χωματόδρομου, η αρχή του οποίου βρίσκεται σε απόσταση 16 χιλιομέτρων από τα Φηρά.

Η Άσπρη Παραλία, πρόσβαση στην οποία υπάρχει μόνο από την θάλασσα.

Τοπικές Εορτές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Στις 12 Μαΐου γίνεται πανηγύρι στην εκκλησία του Αγίου Επιφανίου.
  • Στις 29 Μαΐου εορτάζει η Αγία Θεοδοσία, που είναι η ενορία του Ακρωτηρίου. Εκκλησία της Αγίας Θεοδοσίας υπήρχε σε όλα τα καστέλια της Σαντορίνης και ήταν χτισμένη πάντα σε κοντινή απόσταση έξω από την είσοδο τους.
  • Στις 6 Αυγούστου γίνεται πανηγύρι στην εκκλησία της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα.
  • Στις 15 Αυγούστου γίνεται πανηγύρι στην εκκλησία της Κοιμήσεως της Παναγίας.
  • Στις 20 Σεπτεμβρίου γίνεται πανηγύρι στο παρεκκλήσι του Αγίου Ευσταθίου.

Πρόσθετες Πληροφορίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Κατά την διάρκεια της Κρητικής Επανάστασης, από το Ακρωτήρι μεταφέρονταν όπλα προς τους επαναστατημένους Κρητικούς.[2]
  • Κατά την απογραφή του 1928 είχε 305 κατοίκους.

Εικόνες από το Ακρωτήρι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ντούμας Χρ.: "Θήρα/Σαντορίνη", Santorini Guidebook 2007
  2. 2,0 2,1 Τζαχίλη Ίρις: "Οι Αρχές της Αιγαιακής Προϊστορίας: Οι Ανασκαφές στην Θήρα και την Θηρασιά τον 19ο Αιώνα", Η Καθημερινή, Αθήνα 2006
  3. Μαρινάτος Σπ.: "The Volcanic Destruction on Minoan Crete", Antiquity 425:39, 1939
  4. Κατημερτζή Π.: "Άντεξε ηφαίστεια και σεισμούς, αλλά τη βροχή;", Εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 03.10.2005
  5. 5,0 5,1 5,2 Ντούμας Χρ.: "Πρόσφατα ευρήματα από το Ακρωτήρι της Θήρας", Σύλλογος για την Μελέτη και Διάδοση της Ελληνικής Ιστορίας, 2000
  6. Συκκά Γ.: "Σαντορίνη, η μεγάλη έκρηξη", Εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 28.02.2007
  7. Ντούμας Χρ.: "Ξεθάβοντας μια νεκρή πολιτεία στο Ακρωτήρι της Θήρας", Περιοδικό ΑΛΣ, Εταιρεία Στήριξης Σπουδών Προϊστορικής Θήρας, Τεύχος 1, Αθήνα 2003
  8. Friedrich W., Kromer B., Friedrich M., Heinemeier J., Pfeiffer T., Talamo S.: "Santorini Eruption Dated to 1627-1600 B.C."
  9. Δρ. Βουγιουκλάκης Γ.: "Η έκρηξη του 17ου π.Χ. αιώνα.", Santorini Guidebook 2007
  10. Κοντράρου-Ρασσιά Ν.: "Άνοιξη... ηφαιστειακή" Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 28.02.2007
  11. Συκκά Γ.: "Η συμβολή της Θήρας στον πολιτισμό", Εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 14.01.2007
  12. Ντούμας Χρ.: "Σαντορίνη, Οδηγός του Νησιού και των Αρχαιολογικών του Θησαυρών", Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 2005
  13. Κρίκκης Σ.: "Πορφύρα 35 αιώνων", Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 14.05.2003.
  14. Ιστοσελίδα Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού: "Τοιχογραφίες", 07.08.2007.
  15. Α. Γέροντας, "Αποκάλυψη και Συντήρηση Κρεβατιών στο Ακρωτήρι Θήρας", Αλς 2, 2004,
  16. Ν. Πολυχρονάκου-Σγουρίτσα, "Έπιπλα και επιπλουργία στον προϊστορικό οικισμό του Ακρωτηρίου", στο: Ι.Μ. Δανέζης (επιμ.), Σαντορίνη: Θήρα, Θηρασία, Ασπρονήσι, Ηφαιστεία, Αθήνα 2001, 133-139.
  17. Μ. Μικράκης, "Ξύλινα χειρόμορφα κρόταλα από το Ακρωτήρι", Αλς 5, 2007, 89-96.
  18. Μ. Μπελογιάννη, "Η καλαθοπλεκτική και η ψαθοπλεκτική τέχνη στην οικονομία του Ακρωτηρίου" στο: Χ. Γ. Ντούμας (επιμ.), Ακρωτήρι Θήρας, τριάντα χρόνια έρευνας 1967-1997, Αθήνα 2008, 199-214.
  19. Υπουργείο Πολιτισμού: "Ακρωτήρι Θήρας"
  20. Μπουλώτης Χρ.: "Πτυχές θρησκευτικής έκφρασης στο Ακρωτήρι". Περιοδικό ΑΛΣ, Εταιρεία Στήριξης Σπουδών Προϊστορικής Θήρας, Τεύχος 3, Αθήνα 2005
  21. Papaodysseus C., Panagopoulos Th., Exarhos M., Fragoulis D., Roussopoulos G., Rousopoulos P., Galanopoulos G., Triantafillou C., Vlachopoulos A., Doumas C.: "Distinct, Late Bronxe Age (c. 1650 bc) Wall-paintings from Akrotiri, Thera, Comprising Advanced Geometrical Patterns", Archaeometry 48 (1), 97–114 (2006).
  22. In.gr: "Οι μαθηματικοί της Θήρας «αιώνες μπροστά από την εποχή τους»", 01.03.2006
  23. Μαρινάτος Σπ.: "Θησαυροί της Θήρας", Έκδοση Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, Αθήνα 1972
  24. Γέροντας Α.: "Αποκάλυψη και Συντήρηση Κρεβατιών στο Ακρωτήρι Θήρας", Περιοδικό ΑΛΣ, Εταιρεία Στήριξης Σπουδών Προϊστορικής Θήρας, Τεύχος 2, Αθήνα 2004
  25. Κατημερτζή Π.: "Αρχαία «δημοκρατία» εφοπλιστών", Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 15.01.2003.
  26. Μπουλώτης Χρ.: "Πτυχές θρησκευτικής έκφρασης στο Ακρωτήρι", Περιοδικό ΑΛΣ, Εταιρεία Στήριξης Σπουδών Προϊστορικής Θήρας, Τεύχος 3, Αθήνα 2005
  27. Μαρινάτος Σπ.: "Ανασκαφαί Θήρας VI (1972)", Αθήνα 1974
  28. Ακριβάκη Ν.: "Τοιχογραφία με παράσταση οδοντόφρακτου κράνους", Περιοδικό ΑΛΣ, Εταιρεία Στήριξης Σπουδών Προϊστορικής Θήρας, Τεύχος 1, Αθήνα 2003
  29. In.gr: "Νέα σημαντικά στοιχεία έρχονται στο φως για το Ακρωτήρι της Θήρας", 15.01.2003
  30. Buchholz H.-G.: "Thera and the Aegean World II", Papers and Proceedings of the Second International Scientific Congress, Santorini, Greece, August 1978.
  31. Τσώλη Θ.: "Μάλλινα ΣΑΝΤΟΡΙΝΗΣ ηλικίας 4.000 ετών...", Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 22.10.2006
  32. In.gr: "Εντυπωσιακά τα νέα ευρήματα στο Ακρωτήρι της Θήρας", 06.02.2004
  33. "Discovery of a press confirms wine-making on site", Εφημερίδα Καθημερινή, Αγγλική Έκδοση, 13.05.2006
  34. Βαρβιτσιώτης Ι.: "Το στέγαστρο της προϊστορικής Θήρας", Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 21.08.2005.
  35. "Αντικατάσταση Στεγάστρου - Συντήρηση, Διαμόρφωση και Ανάδειξη του Αρχαιολογικού Χώρου του Ακρωτηρίου Θήρας"
  36. Κατημερτζή Π.: "Tο στέγαστρο έπεσε... «στον ακάλυπτο»", Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 15.10.2005.
  37. Δώρα Μονιούδη - Γαβαλά: "Σαντορίνη. Κοινωνία και Χώρος. 15ος - 20ος Αιώνας", Έκδοση του Ιδρύματος Λουκά και Ευάγγελου Μπελλώνια, 1997
  38. Μηνδρινός Μ.: "Το τοπωνύμιο Μπάλ(λ)ος". Εφημερίδα ΠΑΝΘΗΡΑΪΚΗ ΚΡΑΥΓΗ, Φύλλο 44, σελ. 2. Θήρα, 1973.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα