Άλμπαν Μπεργκ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση



Προτομή του Άλμπαν Μπεργκ στο Σχήφλινγκ, στην Καρίνθια της Αυστρίας

Ο Άλμπαν Μπεργκ ή Άλμπαν Μαρία Γιοχάννες Μπεργκ, όπως είναι το πλήρες όνομά του (9 Φεβρουαρίου 1885 - 24 Δεκεμβρίου 1935) ήταν Αυστριακός συνθέτης. Χρημάτισε μέλος της Δεύτερης Σχολής της Βιέννης, μαζί με τον Άρνολντ Σένμπεργκ, και τον Άντον Βέμπερν. Οι συνθέσεις του συνδυάζουν το υστερο-ρομαντικό ύφος του Γκούσταβ Μάλερ, προσαρμοσμένο στην δωδεκαφθογγική τεχνική του Άρνολντ Σένμπεργκ.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Άλμπαν Μπεργκ γεννήθηκε στη Βιέννη, γόνος μιας σχετικά εύπορης οικογένειας έως τον θάνατο του πατέρα του Κόνραντ Μπεργκ το 1900. Στα παιδικά του χρόνια ενδιαφερόταν περισσότερο για την Λογοτεχνία και λιγότερο για την μουσική. Ξεκίνησε να συνθέτει μουσική ως αυτοδίδακτος σε ηλικία δεκαπέντε χρονών. Σε ηλικία μόλις δεκαεπτά χρονών, απέκτησε μια κόρη, την Αλμπίν, με μια υπηρέτρια της οικογένειας Μπεργκ.

Δεν είχε ιδιαίτερη μουσική κατάρτιση έως ότου έγινε μαθητής του Άρνολντ Σένμπεργκ, με τον οποίο από τον Οκτώβριο του 1904 παρακολούθησε μαθήματα Αντίστιξης, Θεωρίας και Αρμονίας. Στα 1907 ξεκίνησε μαθήματα σύνθεσης. Οι πρώιμες συνθέσεις του περιλαμβάνουν πέντε σχεδιάσματα για Σονάτες για πιάνο, και Λήντερ δηλ. τραγούδια, από τα οποία τα πιο γνωστά είναι τα Επτά Πρώιμα Τραγούδια (Sieben Fruhe Lieder). Από αυτά, τρία απετέλεσαν τα πρώτα έργα του Άλμπαν Μπεργκ που εκτελέστηκαν δημόσια σε μια συναυλία μαθητών του Σένμπεργκ, ενώ τα σχεδιάσματα Σονάτας πήραν τελικώς την μορφή της Σονάτας για πιάνο αρ.1 (1907 - 8), για την οποία έχει ειπωθεί ότι υπήρξε ένα από τα πιο αξιόλογα πρώιμα έργα μετέπειτα γνωστών συνθετών.

Ο Άλμπαν Μπεργκ μαθήτευσε κοντά στον Άρνολντ Σένμπεργκ μέχρι το 1911. Ο Σένμπεργκ, είχε τον αμέριστο θαυμασμό του Μπεργκ, αποτελώντας γι' αυτόν δάσκαλο, μέντορα, αλλά και πατρικό πρότυπο (αφού ο πατέρας του Μπεργκ είχε πεθάνει σε νεαρή ηλικία), γι' αυτό και παρέμειναν στενοί φίλοι σε ολόκληρη την ζωή τους.

Ο Άλμπαν Μπεργκ υπήρξε μέλος μιας ελίτ διανοουμένων και καλλιτεχνών στην Βιέννη την περίφημη περίοδο που έμεινε γνωστή ως Το γύρισμα του αιώνα, δίνοντας το όνομά της στον καλλιτεχνικό εκείνο κύκλο. Άλλοι γνωστοί καλλιτέχνες και λόγιοι που άνηκαν στον ίδιο κύκλο ήταν ο μουσικός Αλεξάντερ φον Τσεμλίνσκυ, ο επίσης μουσικός Φραντς Σρέκερ, ο ζωγράφος Γκούσταβ Κλιμτ, ο αρχιτέκτονας Άντολφ Λόος και ο ποιητής Πήτερ Άλτενμπεργκ.

Στα 1906 ο Μπεργκ γνωρίστηκε με την τραγουδίστρια Χελένε Ναχόβσκι, κόρη μιας εύπορης βιεννέζικης οικογένειας. Οι κακές γλώσσες έλεγαν ωστόσο γι' αυτήν ότι αποτελούσε τον καρπό του παράνομου έρωτα του αυτοκράτορα της Αυστρίας Φραγκίσκου Ιωσήφ του Α΄ με την μητέρα της Χελένε, Άννα Ναχόβσκι. Η Χελένε και ο Άλμπαν, παρά την εξόφθαλμη εχθρότητα των οικογενειών τους, παντρεύτηκαν στις 3 Μαΐου 1911.

Από το 1915 έως το 1918 ο Μπεργκ υπηρέτησε στον αυστριακό στρατό, ενώ ύστερα από το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου εγκαταστάθηκε στην Βιέννη.

Ο Άλμπαν Μπεργκ πέθανε στην Βιέννη ανήμερα τα Χριστούγεννα του 1935, πιθανόν από μόλυνση στο αίμα, λόγω του τσιμπήματος ενός εντόμου, σε ηλικία πενήντα ετών.

Ο Ντάγκλας Τζάρμαν έγραψε στο περίφημο Μουσικό Λεξικό Γκρόουβ για τον Μπεργκ τα εξής: "Στο κλείσιμο του 20ου αιώνα, ο "οπισθοδρομικός" Μπεργκ αναδείχθηκε τελικά ως ο πιο πρωτοποριακός συνθέτης του αιώνα αυτού".

Έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ως μαθητής του Σένμπεργκ, όπως προαναφέρθηκε, ο Άλμπαν Μπεργκ επηρεάστηκε από αυτόν. Μεταξύ των διδακτικών αρχών του Άρνολντ Σένμπεργκ, περιλαμβανόταν και η άποψη ότι η ενότητα μιας μουσικής σύνθεσης επιτυγχάνεται ανάλογα με το εάν τα μορφολογικά της μοτίβα προέρχονται από ένα βασικό μορφολογικό μοτίβο, ή μουσική ιδέα. Η ιδέα αυτή αργότερα περιγράφτηκε με τον όρο εξελικτική ποικιλία και αποτέλεσε μια από τις πιο θεμελιώδεις αρχές του δωδεκαφθογγισμού. Ο Άλμπαν Μπεργκ κληροδότησε αυτήν την διδακτική αρχή του δασκάλου του και στους δικούς του μαθητές. Μεταξύ αυτών ήταν και ο Τέοντορ Αντόρνο, ο οποίος δήλωσε σχετικά: "Τα μοτίβα που απαρτίζουν μια μουσική σύνθεση πρέπει να προέρχονται από μια άλλη ιδέα, παραμένοντας ωστόσο διαφορετικά από αύτήν. Η Σονάτα για πιάνο αποτελεί ένα εύγλωττο παράδειγμα. Ολόκληρη η σύνθεση προέρχεται από την εναρκτήρια φράση του έργου, από το πρώτο αρμονικό διάστημα τετάρτης.

Στα 1913, δύο από τα Πέντε Τραγούδια από Λεζάντες για Καρτ-ποστάλ του Πήτερ Άλτενμπεργκ παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά στην Βιέννη υπό την διεύθυνση του Άρνολντ Σένμπεργκ. Το έργο αυτό, το οποίο είχε γραφθεί για συνοδεία από μια πολυμελή Ορχήστρα, κατά την πρώτη του εκτέλεση προκάλεσε κραυγές αποδοκιμασίας από το κοινό. Η αναταραχή ήταν τόσο μεγάλη κατά την διάρκεια της συναυλίας, ώστε η εκτέλεση του έργου διακόπηκε. Τό έργο αυτό δεν εκτελέστηκε ξανά στην πλήρη του μορφή παρά το 1952, ενώ παρέμεινε ανέκδοτο έως το 1966.

Κατά την διάρκεια μιας άδειάς του από τον αυστριακό στρατό στον οποίο υπηρετούσε, ξεκίνησε να συνθέτει την πρώτη περίφημη Όπερά του Βόιτσεκ. Ύστερα από το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ασχολήθηκε με την ιδιωτική διδασκαλία στην Βιέννη, ενώ παράλληλα βοήθησε τον Άρνολντ Σένμπεργκ να ιδρύσει τον "Σύνδεσμο Ιδιωτικών Μουσικών Παραστάσεων", του οποίου στόχος ήταν η δημιουργία και η καλλιέργεια ενός εδάφους πρόσφορου για την διερεύνηση και αποδοχή ανοίκειων στο ευρύ κοινό μουσικών ακουσμάτων, μέσα από ανοιχτές πρόβες, επαναλαμβανόμενες μουσικές εκτελέσεις καθώς και μέσω του αποκλεισμού των επαγγελματιών κριτικών.

Η πρώτη μεγάλη επιτυχία για τον Άλμπαν Μπεργκ ήρθε με την εκτέλεση τριών αποσπασμάτων από τον Βόιτσεκ στα 1924. Η Όπερα αυτή, παρ' ότι είχε ολοκληρωθεί από το 1922, παρουσιάστηκε πρώτη σε πλήρη μορφή στις 14 Δεκεμβρίου 1925, υπό την διεύθυνση του Έριχ Κλάιμπερ στο Βερολίνο. Σήμερα ο Βόιτσεκ θεωρείται ως μια από τις σημαντικότερες Όπερες της Σύγχρονης Κλασικής Μουσικής, μαζί με την επίσης διάσημη Όπερα του Μπεργκ, Λούλου, η οποία συνάντησε τους επευφημισμούς των κριτικών.

Το πιο γνωστό έργο του Άλμπαν Μπεργκ ωστόσο, θεωρείται το ελεγειακό Κονσέρτο για Βιολί, το οποίο προσαρμόζει με ιδιαίτερα ενδιαφέροντα τρόπο στο προσωπικό ύφος του συνθέτη την δωδεκαφθογγική τεχνική του Άρνολντ Σένμπεργκ, αποτελώντας με αυτόν τον τρόπο έναν έξοχο συνδυασμό καθαρής ατονικότητας με αρμονικά περάσματα που παραπέμπουν σε τονικές αρμονίες. Στο έργο αυτό, ο Μπεργκ ενσωματώνει επίσης αναφορές στην μουσική παράδοση άλλων εποχών, όπως σε χορικά έργα του Μπαχ ή σε ένα παραδοσιακό τραγούδι από την Καρινθία. Το έργο αυτό είναι αφιερωμένο στην Μανόν, την κόρη του αρχιτέκτονα Βάλτερ Γκρόπιους και της Άλμα Μάλερ, η οποία πέθανε σε νεαρή ηλικία.

Άλλα γνωστά έργα του Μπεργκ περιλαμβάνουν την Λυρική Σουίτα, η οποία φέρει σαφείς επιρροές από τον Μπέλα Μπάρτοκ, Τρία Κομμάτια για Ορχήστρα κι ένα Κονσέρτο Δωματίου για Βιολί, Πιάνο και δεκατρία Πνευστά.