Libri Carolini

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Libri Carolini
Libri Carolini.jpg
Σελίδα της εισαγωγής του έργου, βιβλιοθήκη του Βατικανού
Συγγραφέας Theodulf of Orléans
Γλώσσα λατινική γλώσσα
Είδος δοκίμιο

Με την λατινική ονομασία Libri Carolini (μτφ. βιβλία του Καρόλου), ή Opus Caroli regis contra synodum (το έργο του βασιλέως Καρόλου εναντίον της συνόδου) ή απλώς βιβλία του Καρλομάγνου, είναι γνωστή η τετράτομη θεολογική πραγματεία η οποία γράφτηκε υπό τον Καρλομάγνο της γερμανικής αυτοκρατορίας των Καρολιδών έναντι των αποφάσεων που πάρθηκαν το 787 κατά την Ζ´ Οικουμενική Σύνοδο -γνωστή και ως Β´ σύνοδος της Νίκαιας επί της αυτοκράτειρας Ειρήνης- από τις εκκλησιαστικές αρχές. Κατά την σύνοδο αυτή, αποφασίστηκε η επαναφορά της λατρείας των εικόνων (αγιογραφιών) και η καταδίκη των εικονομάχων, και τα πορίσματα της έγιναν αποδεκτά από όλα τα πατριαρχεία (της Ρώμης στην επικράτεια των Καρολιδών και τα Κωνσταντινούπολης, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων στην επικράτεια των Βυζαντινών) και εκκλησίες.[1]Το γραπτό αυτό είναι γνωστό για την εξαιρετικά οξεία κριτική του και επιθετικό ύφος εναντίον των αποφάσεων της Συνόδου, και εναντίον των Γραικών (Βυζαντινών) στους οποίους τα γραπτά αναφέρονται ως Γραικούς αντί για Ρωμαίους[2] όπως κατά τα πρότυπα της συγκεκριμένης περιόδου τουλάχιστον σε επίσημα έγγραφα. Η αντιπαράθεση αυτή πέρα από την θεολογική της υπόσταση εκφράστηκε κατά τους επόμενους αιώνες σε ευρύτερα πολιτικοκοινωνικά πλαίσια με την ονομασία της Αγίας Ρωμαΐκής Αυτοκρατορίας (με απαρχή τους Καρολίδες) έναντι της υπάρχουσας Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (πλέον γνωστή ως βυζαντινή) η οποία αποτελούσε το πραγματικό κράτος της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

Εκτός από την αποστολή τους στον Πάπα Αδριανό Α΄, ο οποίος απάντησε με μια grandis et verbosa epistola (αξιοπρεπή και λεπτομερή επιστολή) και αντέκρουσε τα επιχειρήματα του Καρλομάγνου,[3][4][5] τα χειρόγραφα του Libri Carolini δεν προωθήθηκαν και δεν έγιναν ευρύτερα γνωστά την εποχή που γράφτηκαν, και κατά τους επόμενους αιώνες πέρασαν στην αφάνεια και ήταν σχεδόν τελείως άγνωστα έως ότου εκτυπώθηκαν για πρώτη φορά υπό τον τίτλο Eriphele (Εριφύλη) το 1549 από τον Ζαν ντυ Τιλλέ (Jean du Tillet) ο οποίος ήταν καθολικός επίσκοπος του Μω (Meaux) στην Γαλλία. Στα γραπτά αυτά εκφράζονται σε έντονο ύφος συνολικά 120 αντιρρήσεις εναντίον της Ζ´ Οικουμενικής Συνόδου με χαρακτηρισμούς όπως dementiam (άνοια), priscae Gentilitatis obsoletum errorem (μια παλιά και ξεπερασμένη παγανιστική παρανόηση), argumenta insanissima et absurdissima (πλέον παρανοϊκά και παράλογα επιχειρήματα), derisione dignas naenias (δημηγορίες αντάξιες περίγελου), κτλ.[3] Οι σύγχρονες εκδόσεις του έργου βασίζονται στο χειρόγραφο που διασώζεται στην βιβλιοθήκη του Βατικανού.[6]Την εποχή εκείνη είναι επίσης γνωστό πως ο Καρλομάγνος ήταν εξαιρετικά εκνευρισμένος με την αυτοκράτειρα Ειρήνη καθώς αυτή είχε αρνηθεί να παντρέψει τον γιό της με την κόρη του, καθώς και για την υποστήριξη που παρείχε στους Λομβαρδούς.[7]

Όταν το βιβλίο εκτυπώθηκε στα μέσα του 16ου αιώνα, εποχή κατά την οποία εξελισσόταν στην Ευρώπη η θρησκευτική μεταρρύθμιση μεταξύ καθολικών και προτεσταντών, το κείμενο προκάλεσε τόσο ενθουσιασμό όσο και μπέρδεμα, ενώ υιοθετήθηκε από μερίδα Προτεσταντών όπως ο Ιωάννης Καλβίνος ως πολεμική εναντίον των καθολικών και ορθοδόξων δογμάτων.[8]

Συγγραφέας του έργου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μωσαϊκό της κιβωτού της Διαδήκης, 806, από το ορατόριο του επισκόπου Θεοδόλφου της Ορλεάνης, του πιο πιθανού συγγραφέα του κειμένου.

Το έργο ξεκινά με την φράση του κολοφώνα Εις το όνομα του Κυρίου και Σωτήρος μας Ιησού Χριστού ξεκίνησε η εργασία του πλέον επιφανούς, ευειδούς και ενδόξου αντρός Καρόλου, με την χάρη του Θεού βασιλέα των Φράγκων, Γαλατών, Γερμανών, Ιταλών, και γειτονικών επαρχιών, με την βοήθεια του βασιλέως, εναντίον της Συνόδου εις την οποία τα μέλη των Γραικών σταθερά και υπερηφάνως αποφασίσαν υπέρ της λατρείας των εικόνων παράτολμα και αλαζονικά, και μετέπειτα ακολουθεί η εισαγωγή του Καρλομάγνου.[9]

Κατά την μερίδα συγχρόνων ιστορικών το κείμενο γράφτηκε από τον Θεοδόλφο της Ορλεάνης για λογαριασμό του Καρλομάγνου,[10][11][12][5][2] ο οποίος ήταν συγγραφέας και ποιητής ισπανικής βισιγοτθικής καταγωγής, και για τον οποίο υπάρχουν αναφορές περί λειτουργικής στο έργο. Είναι επίσης πιθανό πως το έργο αποτελεί συλλογικό έργο από διαφόρους συγγραφείς οι οποίοι το εξέδωσαν στο όνομα του Καρλομάγνου, εξ αυτών των συγγραφέων ωστόσο ο Θεοδόλφος φαίνεται να είναι ο πιθανότερος.[10]

Κατά το παρελθόν ως πιθανός συγγραφέας θεωρούνταν επίσης ο Άνγκιλραμ, ο οποίος ήταν επίσκοπος του Μεζ (Metz) στην Γαλλία, τότε τμήμα της αυτοκρατορίας των Καρολιδών, ή εν τέλει κάποιων άλλων Φράγκων επισκόπων, με την υπόθεση που γίνεται να είναι πως αφότου ο Πάπας Αδριανός Α´ έστειλε τα πορίσματα της συνόδου στον Καρλομάγνο το 790, ο Καρλομάγνος τα παρέδωσε στους Φράγκους επισκόπους προς εξέταση, και ως αποτέλεσμα προέκυψαν τα Libri Carolini τα οποία στάλθηκαν ως απάντηση στον Πάπα.

Άλλος πιθανός υποψήφιος συγγραφέας είναι ο Αγγλοσάξωνας Αλκουίνος της Υόρκης,[5] καθώς είχε γράψει βιβλία με παρόμοιο περιεχόμενο, ήταν ο εξέχων λόγιος του Καρλομάγνου, καθώς και υπάρχουν πολλές ομοιότητες σε σχέση με τον σχολιασμό που είχε γράψει σχετικά με το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον και απόσπασμα στην 6η ενότητα του 4ου βιβλίου των Libri Carolini.[13]

Περιεχόμενα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναπαράσταση του Καρλομάγνου (747-814), 15ος αιώνας, Άλμπρεχτ Ντύρερ

Σύμφωνα με το σύγγραμα, οι αγιογραφίες μπορούν να χρησιμοποιούνται για τους σκοπούς της εκκλησιαστικής διακόσμησης, για τους σκοπούς διδασκαλίας, καθώς και προς διατήρηση της μνήμης των παρελθούσων γεγονότων. Είναι ανόητο ωστόσο να καίγεται θυμίαμα μπροστά τους και να προβάλλονται υπερβολικά, καθώς και είναι επίσης λάθος να καταστρέφονται. Οι πλέον ισχυρές αντιρρήσεις στο γραπτό επικεντρώνονται έναντι της λατρείας των εικόνων -περιγραφή που δεν χρησιμοποιείται στα πορίσματα της Οικουμενικής Συνόδου- και η πως η λατρεία πρέπει να περιορίζεται μονάχα στον ίδιο τον Θεό και παράλληλα η κατάνυξη να εκφράζεται μόνο σε σχέση τους ίδιους τους αγίους, άγια σύμβολα, γραφή, και ιερά λείψανα. Η ελληνική λέξη που χρησιμοποιήθηκε στα πορίσματα της Συνόδου ήταν προσκύνησις η οποία χρησιμοποιήθηκε με την έννοια της ευλάβειας αντί της λατρείας.[7]

Επιπλέον τα Libri Carolini επιτίθενται στην όπως την χαρακτηρίζουν υπερβολική ευλάβεια την οποία οι Γραικοί δείχνουν στους αυτοκράτορες τους, ασκούν κριτική στον διορισμό του Ταράσιου ως πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, και βρίσκουν εσφαλμένη την πατριστική εξήγηση των Γραικών. Επιπλέον γίνεται σύγχυση μεταξύ δηλώσεων που έγινε κατά την Ζ´ Οικουμενικής Συνόδου και της μη οικουμενικής του 754 (συνοδος της Ιερείας, υπέρ των εικονομάχων), υπάρχουν συχνές παρερμηνείες γεγονότων, και γενικότερα εκφράζεται έντονο αντιγραικικό/αντιελληνικό αίσθημα.[7]

Τα διάφορα εικονόδουλα επιχειρήματα της Συνόδου απορρίπτονται, όπως για παράδειγμα πως υπάρχει ευλάβεια προς το αντικείμενο της κιβωτού της Διαθήκης, καθώς η κιβωτός θεωρείται πως σχεδιάστηκε από τον ίδιο τον Θεό ενώ οι εικόνες αποτελούν ανθρώπινο προϊόν. Το συγκεκριμένο επιχείρημα συνδέεται με την υποψηφιότητα του Θεοδόλφου της Ορλεάνης ως πιθανού συγγραφέα.[14]

Τα γενικότερα περιεχόμενα του έργου ερμηνεύτηκαν ως υποστηρικτικά του Προτεσταντισμού από τον Καλβίνο και άλλους αντίθετους με την χρήση εικόνων κατά την διάρκεια της θρησκευτικής μεταρρύθμισης. Παράλληλα το έργο τοποθετήθηκε στον κατάλογο απαγορευμένων βιβλίων του Βατικανού όπου παρέμεινε έως και το 1900.[15][16]

Εκδόσεις έργων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναπαράσταση του Πάπα Αδριανού Α´ (700-795), 18ος αιώνας

Κατά την καθολική εκκλησία η έντυπη έκδοση του 16ου αιώνα δεν αντιστοιχεί στην έκδοση που στάλθηκε στον Πάπα Αδριανό Α´ από τον Καρλομάγνο, τα επιχειρήματα του οποίου ο Πάπας σχεδίαζε να αντικρούσει. Το επιχείρημα αυτό αναπτύχθηκε από τον Καρλ Γιόζεφ φον Χέφελε, Γερμανό καθολικό επίσκοπο και θεολόγο του 19ου αιώνα, ο οποίος παρατήρησε πως τα περιεχόμενα που στάλθηκαν προς τον Πάπα έχουν τελείως διαφορετική σειρά, ενώ αποτελούνται μονάχα από 85 κεφάλαια,[7] ενώ τα έντυπα βιβλία έχουν 120 ή 121 ανάλογα με το αν το τελευταίο κεφάλαιο θεωρείται αυθεντικό. Επιπλέον, τα αποφθέγματα του χειρογράφου του Libri Carolini που παραθέτονται στην απάντηση του Αδριανού, δεν συναντώνται κατά λέξη στο έντυπο Libri Carolini, άλλα ανά περίπτωση είναι πιο περιγραφικά ή πιο σύντομα.[13]

Ο Διονύσιος Πετάβιος, Γάλλος Ιησουίτης θεολόγος του 16ου/17ου αιώνα, γνωστός και ως Ντενί Πετό (Denis Pétau), εκτίμησε πως τα γραπτά που έλαβε ο Πάπας Αδριανός πιθανώς αποτελούσαν αποσπάσματα από το Libri Carolini, τα οποία συνέταξε η σύνοδος της Φρανκφούρτης το 794 υπό τον Καρλομάγνο, στην οποία συμμετείχε η φραγκική ιερατική ιεραρχία και η οποία έγινε αντιτάχθηκε στα πορίσματα της Ζ´ Οικουμενικής Συνόδου.[4] Σε σχέση με την υπόθεση του Πετάβιου, ο Χέφελε καταλήγει στο ακριβώς αντίθετο συμπέρασμα, πως δηλαδή τα Libri Carolini αποτελούν επέκταση των γραπτών που στάλθηκαν στον Πάπα και πως η επέκταση αυτή έγινε από τον Καρλομάγνο.

Γενικά, η αυθεντικότητα των Libri Carolini αμφισβητήθηκε στο σύνολο της από πολλούς καθολικούς ιστορικούς του 16ου αιώνα όπως ο Καίσαρ Βαρόνιος, Ρομπέρτο Μπελαρμίνο, Σεβερίν Μπίνιος, και Λαρεύντιο Σούριο.

Ωστόσο υπέρ της γνησιότητας του κειμένου συνηγορεί πως ορισμένα τμήματα της έντυπης έκδοσης συναντώνται στα γραπτά του Χίνκμαρ, αρχιεπισκόπου της Ρεμς κατά τον 9ο αιώνα και προεξέχουσας μορφής της φραγκικής θεολογίας.[13]

Κακή μετάφραση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έχει γίνει η υπόθεση πως το έργο απευθυνόταν στα γραπτά μιας πολύ κακής μετάφρασης από τα ελληνικά στα λατινικά των αποτελεσμάτων της Ζ´ Οικουμενικής Συνόδου. Συγκεκριμένο παράδειγμα αποτελεί η απόδοση της λέξης προσκύνησις ως λατρείας αντί ευλάβειας, ενώ σε ότι αφορά την λατρεία είχε προσδιοριστεί στην Σύνοδο πως αυτή προορίζεται μόνο για τις υποστάσεις της Αγίας Τριάδος.[17]Επιπλέον φαίνεται να υπάρχει σύγχηση ανάμεσα στις διάφορες συνόδους (εικονόφιλη Ζ´ Οικουμενική το 787, και εικονομαχική και μη οικουμενική Σύνοδος της Ιερείας το 754), τι συνέβη σε κάθε μια, και ποιός είπε τι πότε, όπως π.χ. αποδίδεται στον Γρηγόριο Νεοκαισαρείας ότι ήταν υπέρ της εικονομαχίας το 754, ενώ στην πραγματικότητα ο Γρηγόριος συμμετείχε στην σύνοδο του 787 διαβάζοντας αποσπάσματα από την σύνοδο του 754 όντας επικριτικός προς τους εικονομάχους.[13]

Γενικά η όλη μετάφραση βρίθει σφαλμάτων και πιθανώς έγινε από κάποιον που δεν γνώριζε καλά λατινικά ενώ τα ελληνικά του ήταν ακόμα χειρότερα, έτσι συχνά κατέφυγε σε απλή μετάφραση λέξη προς λέξη αντί να αποδίδει τις ευρύτερες έννοιες των φράσεων.[13][4][5]

Άλλα παραδείγματα σφαλμάτων βρίσκονται παρακάτω:

  • στον πρόλογο αναφέρεται πως η Ζ´ Οικουμενική Σύνοδος έγινε στην Βιθυνία, ενώ έγινε στην Κωνσταντινούπολη
  • Στο πρώτο κεφάλαιο του πρώτου βιβλίου αναφέρονται μερικές λέξεις οι οποίες ανταλλάχθησαν μεταξύ της αυτοκράτειρας Ειρήνης και του γιού της, οι οποίες δεν εμφανίζονται πουθενά στα κείμενα των πρακτικών της Νίκαιας.
  • Στο 27ο κεφάλαιο του 2ου βιβλίου, η Σύνοδος εμφανίζεται να αποφάσισε πως Όπως το σώμα του Κυρίου και το αίμα Του περνούν από τους καρπούς της γης προς το μυστήριο, έτσι και οι εικόνες, κατασκευασμένες από την τέχνη των καλλιτεχνών, περνούν προς τον σεβασμό των ατόμων αυτών την απεικόνιση των οποίων φέρουν. Ως κείμενο δεν υπάρχει ούτε στην σύνοδο του 787 ούτε σε αυτή του 754, ωστόσο η γενικότερη περιγραφική έννοια συζητήθηκε περισσότερο κατά την σύνοδο του 754 στην οποία η οικουμενική του 787 αντιτάχθηκε.
  • Στο 5ο κεφάλαιο του 3ου βιβλίου, αναφέρεται πως Ο Ταράσιος ανέφερε στην κατάθεση πίστης του πως το Άγιο Πνεύμα ήταν ο σύντροφος [contribulum στο Libri Carolini] του Πατρός και του Υιού. Δεν ήταν ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ταράσιος που ανέφερε κάτι τέτοιο, αλλά ο Πατριάρχης Ιερουσαλήμ Θεόδωρος.
  • Στο 17ο κεφάλαιο αποδίδεται ακριβώς το αντίθετο. Στο Libri Carolini αναφέρεται Πόσο απερισκέπτα και ανόητα, ο Κωνσταντίνος, μητροπολίτης της Κωνσταντίας στην Κύπρο, μίλησε όταν είπε, με την έγκριση των υπολοίπων μητροπολιτών, πως θα λάμβανε και θα περιεβαλε τις εικόνες με τιμές, και φλυάρησε πως η διαδικασία της λατρείας η οποία αποδίδεται στην ομοούσιο και ζωοδόχο Αγία Τριάδα, θα έπρεπε να δίνεται και στις εικόνες, δεν χρειάζεται να συζητηθεί εδώ, καθώς σε όλους όσους αναγνώσαν ή ακούσαν περί αυτού είναι ξεκάθαρο πως παρασύρθηκε σε ένα όχι μικρό λάθος, το να ομολογήσει ότι εξέθεσε σε πλάσματα [κατασκευές] την αφοσίωση που προορίζεται μονάχα για τον Δημιουργό, την υπηρεσία που οφείλεται μόνο στον Δημιουργό, και μέσω της επιθυμίας του να ευνοήσει τις εικόνες ανέτρεψε όλες τις Αγίες Γραφές. Γιατί ποιος λογικός άνθρωπος ποτέ είτε είπε είτε σκέφτηκε να πει μια τέτοια ανοησία, ως οι διάφορες εικόνες να λατρεύονται με την ίδια ευλάβεια όπως η ιερή, νικηφόρα Τριάδα, τον Δημιουργό όλων των πλασμάτων.. Σύμφωνα όμως με τις πράξεις της Συνόδου αυτό που λέχθηκε ήταν ακριβώς το αντίθετο, το πως δεν θα έπρεπε να δίνονται τιμές ίσες με την Αγία Τριάδα και τον Θεό στις εικόνες, και η παρερμηνεία έγινε καθώς παραλείφθηκαν τα αρνητικά άρθρα (δεν, μην κτλ).[13]

Σχετική βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Freeman, Ann, with Paul Meyvaert. Opus Caroli regis contra synodum (Libri Carolini), Hannover 1998 (=Monumenta Germaniae Historica, Concilia, Bd. 2, Supplementum I).
  • Partial English translation: Caecilia Davis-Weyer, ed. Early Medieval Art 300-1150: Sources and Documents (Toronto: University of Toronto Press, 1986), pp. 100–103.
  • Chazelle, Celia. "Matter, Spirit, and Image in the Libri Carolini." Recherches Augustiniennes 21 (1986): 163-184.
  • Chazelle, Celia. "Images, Scripture, the Church, and the Libri Carolini." In Proceedings of the PMR Conference 16/17 (1992-1993): 53-76.
  • Feeman, Ann. "Theodulf of Orleans and the Libri Carolini." Speculum 32, no. 4 (Oct. 1957): 663-705.
  • Freeman, Ann. "Further Studies in the Libri Carolini, I and II." Speculum 40, no. 2 (1965): 203-289.
  • Freeman, Ann. "Further Studies in the Libri Carolini III." Speculum 46, no. 4 (1971): 597-612.
  • Freeman, Ann. "Carolingian Orthodoxy and the Fate of the Libri Carolini." Viator 16 (1985): 65-108.
  • Froehlich, K. "The Libri Carolini and the Lessons of the Iconoclastic Controversy." In The One Mediator, the Saints, and Mary. Lutherans and Catholics in Dialogue, eds. H. G. Anderson, J. F. Stafford, and J. A. Burgess, 193-208. Minneapolis: University of Minnesota Press, 1992.
  • Gero, Stephen. “The Libri Carolini and the Image Controversy.” Greek Orthodox Theological Review 18 (1975): 7-34.
  • Noble, Thomas F.X. "Tradition and Learning in Search of Ideology: The Libri Carolini." In The Gentle Voices of Teachers: Aspects of Learning in the Carolingian Age, ed. Richard E. Sullivan, 227-260. Columbus: Ohio State University Press, 1995.
  • Noble, Thomas F. X. Images, Iconoclasm, and the Carolingians. Philadelphia: University of Pennsylvania Press, 2009 (esp. pp.158-243).
  • Schade, H. "Die Libri Carolini und ihre Stellung zum Bild." Zeitschrift für katholische Theologie 79 (1957): 69-78.
  • Ommundsen, Aslaug. "The Liberal Arts and the Polemical Strategy of the Opus Caroli Regis Contra Synodum (Libri Carolini)." Symbolae Osloensis 77 (2002): 175-200.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Dodwell, 32
  2. 2,0 2,1 «Λόγος κατά την Κυριακή της Ορθοδοξίας στον Άγιο Διονύσιο Αρεοπαγίτη: Θεολογία και ιστορία». Διακόνημα. 2016-03-21. Ανακτήθηκε στις 2017-08-11. 
  3. 3,0 3,1 Gibbon, Edward. History of the Decline and Fall of the Roman Empire Vol. 5. Kessinger Publishing. 2004. (ISBN 1-4191-2419-6). σελ 37.
  4. 4,0 4,1 4,2 Diakonia, Apostoliki. «Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος». www.apostoliki-diakonia.gr. Ανακτήθηκε στις 2017-08-11. 
  5. 5,0 5,1 5,2 5,3 «Καρλομάγνος και Εκκλησία». Ιερά Μονή Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου. http://www.impantokratoros.gr/4B464291.el.aspx. Ανακτήθηκε στις 2017-08-11. 
  6. JSTOR Review by John J. Contreni of:Opus Caroli regis contra synodum (Libri Carolini) της Ann Freeman; Paul Meyvaert, Speculum, τομ. 76, αρ. 2 (Απρίλιος 2001), σελ. 453-455
  7. 7,0 7,1 7,2 7,3 Thomas Shahan, "Caroline Books (Libri Carolini)" in Catholic Encyclopedia (New York 1908)
  8. Calvin's Institutes
  9. «Libri Carolini, sive, Caroli Magni Capitulare de imaginibus». archive.org. Ανακτήθηκε στις 2017-08-11. 
  10. 10,0 10,1 Dales, Richard C.The Intellectual Life of Western Europe in the Middle Ages, σελ. 88 - 89, BRILL, 1992 (ISBN 90-04-09622-1) - summarizes recent scholarship. See also Dodwell, 32
  11. Freeman, Ann (1957). «Theodulf of Orleans and the Libri Carolini». Speculum 32 (4): 663–705. doi:10.2307/2850291. http://www.jstor.org/stable/2850291. 
  12. (στα αγγλικά) Libri Carolini - Oxford Reference. doi:10.1093/oi/authority.20110803100104173. http://www.oxfordreference.com/view/10.1093/oi/authority.20110803100104173. 
  13. 13,0 13,1 13,2 13,3 13,4 13,5 "Examination of the Caroline Books". Early Church Fathers: Nicene and Post-Nicene Fathers, Series II, Vol. XIV. Public domain.
  14. Dodwell, 49
  15. Paul Oskar Kristeller et al. (editors), Itinerarium Italicum (Brill 1975 (ISBN 978-90-0404259-9)), p. 90
  16. Dodwell, C.R.; The Pictorial arts of the West, 800-1200, pp. 32-33, 1993, Yale UP, (ISBN 0-300-06493-4)
  17. Gale, 87

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]