Ωγυγία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ο Οδυσσέας και η Καλυψώ στις σπηλιές τις Ωγυγίας. Πίνακας του Γιαν Μπρίγκελ του πρεσβύτερου (1568–1625)

Η Ωγυγία ή Ωγυγίη είναι νησί που αναφέρεται στην Ομήρου Οδύσσεια, Βιβλίο ε, ως το σπίτι της νύμφης Καλυψώς, κόρης του Τιτάνα Άτλαντος, επίσης γνωστή ως Ατλαντίς. Στην Ομήρου Οδύσσεια, η Καλυψώ κράτησε τον Οδυσσέα στην Ωγυγία για επτά χρόνια και τον δέσμευσε από το να γυρίσει στο σπίτι του στην Ιθάκη, θέλοντας να τον παντρευτεί.

Η Αθηνά παραπονέθηκε για τις πράξεις της Καλυψώς στον Δία, ο οποίος έστειλε τον αγγελιοφόρο Ερμή στην Ωγυγία για να διατάξει την Καλυψώ να απελευθερώσει τον Οδυσσέα. Ο Ερμής είναι ο προπαππούς του Οδυσσέα από την πλευρά της μητέρας του, μέσω του Αυτόλυκου. Τέλος, ο Καλυψώ, αν και απρόθυμα, έδωσε εντολή στον Οδυσσέα να χτίσει μια μικρή σχεδία, του έδωσε φαγητό και κρασί και να τον άφησε να εγκαταλείψει το νησί.

Η Οδύσσεια περιγράφει την Ωγυγία ως εξής:

...την βρήκε μέσα (ο Ερμής). Κόρωνε στη σχάρα μια φωτιά μεγάλη, και μοσκοβόλαγε ένα γύρο το νησί, που καίγονταν ο κέδρος ο καλόσχιστος κι η θούγια. Εκείνη εκεί: να τραγουδά με την ωραία φωνή της, υφαίνοντας στον αργαλειό με τη χρυσή σαΐτα. Γύρω από τη σπηλιά θρασομανούσε δάσος με λεύκες, σκλήθρες, κυπαρίσσια μυριστά. Πουλιά με τα φτερά τους τεντωμένα, τώρα πάνω στους κλώνους κούρνιαζαν: γεράκια, κουκουβάγιες και μακρύγλωσσες θαλασσινές κουρούνες, που ξόδεψαν τη μέρα τους στη θάλασσα. Κι εκεί μπροστά να περιβάλλει τη βαθιά σπηλιά μια νιούτσικη και καρπερή κληματαριά, σταφύλια φορτωμένη. Τέσσερεις κρήνες στη σειρά να τρέχουν, στο πλάι η μια της αλληνής, κι όμως η καθεμιά αλλού το γάργαρο νερό της να ξεδίνει. Στις δυό μεριές λιβάδια μαλακά μ᾽ άγριες βιολέτες κι άγρια σέλινα...[1]

Αυθεντικό κείμενο:

...τὴν δ᾽ ἔνδοθι τέτμεν ἐοῦσαν. πῦρ μὲν ἐπ᾽ ἐσχαρόφιν μέγα καίετο, τηλόθι δ᾽ ὀδμὴ κέδρου τ᾽ εὐκεάτοιο θύου τ᾽ ἀνὰ νῆσον ὀδώδει δαιομένων· ἡ δ᾽ ἔνδον ἀοιδιάουσ᾽ ὀπὶ καλῇ ἱστὸν ἐποιχομένη χρυσείῃ κερκίδ᾽ ὕφαινεν. ὕλη δὲ σπέος ἀμφὶ πεφύκει τηλεθόωσα, κλήθρη τ᾽ αἴγειρός τε καὶ εὐώδης κυπάρισσος. ἔνθα δέ τ᾽ ὄρνιθες τανυσίπτεροι εὐνάζοντο, σκῶπές τ᾽ ἴρηκές τε τανύγλωσσοί τε κορῶναι εἰνάλιαι, τῇσίν τε θαλάσσια ἔργα μέμηλεν. ἡ δ᾽ αὐτοῦ τετάνυστο περὶ σπείους γλαφυροῖο ἡμερὶς ἡβώωσα, τεθήλει δὲ σταφυλῇσι· κρῆναι δ᾽ ἑξείης πίσυρες ῥέον ὕδατι λευκῷ, πλησίαι ἀλλήλων τετραμμέναι ἄλλυδις ἄλλη. ἀμφὶ δὲ λειμῶνες μαλακοὶ ἴου ἠδὲ σελίνου θήλεον...

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Οδύσσεια ε 58-74