Χρήστης:Ellinikosemfilios/πρόχειρο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Τα πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

O Αθανάσιος Κλάρας γεννήθηκε στη Λαμία στις 27 Αυγούστου του 1905 από εύπορη και ευυπόληπτη οικογένεια της ρουμελιώτικης αυτής πόλης[1]. O πατέρας του, Δημήτριος, ήταν δικηγόρος που είχε διατελέσει πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου της Λαμίας. Η μητέρα του, Αγλαΐα, το γένος Ζέρβα (με πιθανή μακρινή συγγένεια με τον Ναπολέοντα Ζέρβα), ήταν από οικογένεια συμβολαιογράφου. Ο Κλάρας δεν ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο γυμνάσιο, όπου λόγω διαγωγής τον απέκλεισαν. Σπούδασε οικότροφος στην Αβερώφειο Μέση Γεωργική Σχολή της Λάρισας στην οποία εισήχθη το 1919 σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών. Μετά την αποφοίτησή του, το 1922, επέστρεψε στην Λαμία αλλά αρνήθηκε να ασχοληθεί με τα κτήματα του πατέρα του και επέλεξε να δουλέψει δημόσιος υπάλληλος στη Γεωργική Υπηρεσία. Υπηρέτησε πρώτα στη Δράμα, αλλά επειδή αρνήθηκε να «συμμετάσχει στα ρουσφέτια της εποχής» μετατέθηκε στα Τρίκαλα. Ούτε όμως εκεί μπόρεσε να σταθεί και απογοητευμένος παραιτήθηκε [2].

Η κάθοδος στην Αθήνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1923 κατέβηκε στην Αθήνα και ήρθε σε επαφή με τον κομμουνιστή συμπατριώτη του και πολιτικό του μέντορα Τάκη Φίτσιο[3]. Το 1924, και μετά από μια περίοδο δοκιμής, εντάχθηκε ως μέλος της Τοπικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Νεολαίας της Αθήνας και αφοσιώθηκε στον αγώνα για τη διάδοση των αρχών του κομμουνισμού. Ένα χρόνο μετά κατατάχθηκε στο στρατό και λόγω των γραμματικών του γνώσεων έγινε Δεκανέας Πυροβολικού. Όταν όμως έγινε αντιληπτή η κομμουνιστική του δράση καθαιρέθηκε και στάλθηκε στον Πειθαρχικό Ουλαμό Καλπακίου να εκτίσει ποινή τριών μηνών[4]. Μετά από ψυχικά και σωματικά βασανιστήρια απολύθηκε απ' το στρατό επανήλθε στην Αθήνα και εγκατέλειψε κάθε άλλη δραστηριότητα για να γίνει «επαγγελματίας αγωνιστής». Από το 1925[α] πρωταγωνίστησε μέσα από της γραμμές της Κομμουνιστικής Νεολαίας σε πολλές επιχειρήσεις αποδράσεως κομμουνιστών. Μάλιστα βοήθησε δύο φορές το τότε ηγετικό στέλεχος της νεολαίας, Νίκο Ζαχαριάδη, να δραπετεύσει. Πλέον χρησιμοποιεί το ψευδώνυμο "Μιζέριας". Οι πιθανότερες εκδοχές αυτού του προσωνύμιου είναι ότι έτσι τον αποκαλούσαν οι φίλοι του λόγω της μεγάλης ευταξίας του ακόμα και στα απλούστερα πράγματα που χρησιμοποιούσε[6] ή η συνεχής αναφορά του στη μιζέρια των ανθρώπων[7]. Από τότε και στο εξής η ζωή του είναι ταυτισμένη με τον κομμουνιστικό αγώνα και τις πολιτικές διώξεις.

Με πειθαρχία στο ΚΚΕ και αντοχή σε συμπλοκές και τους ξυλοδαρμούς, ο Κλάρας συμμετείχε σε περιφρουρήσεις διαδηλώσεων και συγκεντρώσεων, διανομή του Ριζοσπάστη, μοίρασμα προκηρύξεων και κοινωνικής εργασίας για την βοήθεια των οικογενειών των φυλακισμένων ή εκτοπισμένων κομμουνιστών. Επιπλέον ανέλαβε κάθε είδους πρακτική εργασία στα γραφεία του Ριζοσπάστη και του Σοσιαλιστικού Βιβλιοπωλείου και επιμελήθηκε μαρξιστικές εκδόσεις, αφήνοντας «εντυπωσιακές αναμνήσεις» χάρη στο μεγάλο ενδιαφέρον που έδειξε για τα συγκεκριμένα βιβλία που πίστευε ότι διαπαιδαγωγούσαν τους συναγωνιστές του. Εκτός από τα μαρξιστικά βιβλία ο Κλάρας διάβασε με μεγάλη προσοχή το έργο του Κλαούζεβιτς «Περί Πολέμου», το οποίο τον βοήθησε σημαντικά στις στρατιωτικές ικανότητες που ανέδειξε κατά την περίοδο της Κατοχής[8]

Στα τέλη του 1928 ο Κλάρας έγινε συντάκτης του εργατικού ρεπορτάζ στον Ριζοσπάστη και για ένα μεγάλο διάστημα αντικατέστησε τον αρχισυντάκτη της εφημερίδας, ο οποίος είχε συλληφθεί. Παράλληλα συνέχισε τη δραστηριότητά του στην κομματική ασφάλεια και τις εμπιστευτικές υποθέσεις. Τον Φεβρουάριο του 1929 η ηγεσία του ΚΚΕ τον συμπεριέλαβε στους έμπιστους που θα περιφρουρούσαν το συνέδριο της Ενωτικής Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδος, μιας κομμουνιστικής συνδικαλιστικής οργάνωσης που είχε συγκροτηθεί ως αντίδραση στην τότε φιλοβενιζελική πολιτική των εργατικών συνδικάτων. Συμμετείχε δυναμικά στα αιματηρά επεισόδια που έγιναν στο συνέδριο και καθιερώθηκε στις συνειδήσεις των συνοδοιπόρων του ως «σκληρό» και των αντιπάλων του ως «αλήτικο στοιχείο»[9].

Η μαχητική δράση του Κλάρα τον έφερε αντιμέτωπο με τις Αρχές Ασφαλείας, οι οποίες εφαρμόζοντας το Ιδιώνυμο του Βενιζέλου τον συνέλαβαν. Καταδικάστηκε για αντίσταση κατά της Αρχής και έκτισε την ποινή του στις Φυλακές Ιτζεδίν στην Κρήτη. Συνελήφθη ξανά στις 23 Νοεμβρίου 1930 διότι συμμετείχε στην απαγορευμένη διαδήλωση υπέρ της ΕΣΣΔ και καταδικάστηκε σε 1,5 χρόνια φυλάκιση. Λίγο διάστημα μετά την αποφυλάκισή του στάλθηκε σε δεκάμηνη εκτόπιση στην Γυάρο. Επιστρέφοντας από την εξορία το ΚΚΕ τον στέλνει εκτός Αθηνών για να καθοδηγήσει περιφερειακές οργανώσεις στην Μυτιλήνη, Ξάνθη, Αλεξανδρούπολη και Κομοτηνή[10].

Λίγο πριν την μεταξική δικτατορία, ο νεαρός Κλάρας, με την τόσο πλούσια δράση του, είχε αναδειχθεί σε ένα από τους καλύτερους οργανωτές του κόμματος, μια πληθωρική και πολυσύνθετη προσωπικότητα που συνέβαλε σε πολλές επιτυχίες του ΚΚΕ. Μια τέτοια μεγάλη επιτυχία στην οποία συμμετείχε ήταν η απόδραση 8 βαρυποινιτών συντρόφων του από τις φυλακές Αίγινας τον Μάιο του 1934[11].

Στη Δικτατορία της 4ης Αυγούστου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η έναρξη της Δικτατορίας της 4ης Αυγούστου 1936 υποχρέωσε τον Κλάρα να επιστρέψει στην Αθήνα. Στα τέλη του 1936 συνελήφθη για διανομή αντιφασιστικού υλικού από την Ειδική Ασφάλεια και φυλακίστηκε στις φυλακές της Αίγινας. Στις αρχές του 1937 τον μετέφεραν στα κρατητήρια της Ασφάλειας Αθηνών, όπου βασανίστηκε. Έπειτα από λίγες μέρες επέστρεψε στην Αίγινα, απ' όπου θα τον μεταφέρουν ξανά στην Αθήνα για να δικαστεί στα δικαστήρια του «Αρσακείου». Εκεί βρήκε την ευκαιρία να δραπετεύσει μαζί με άλλους συγκρατούμενους. Ελεύθερος πια ανέλαβε κομματικά καθήκοντα στη Δράμα αλλά γρήγορα συλλαμβάνεται εκ νέου, καταδικάζεται σε 3 μήνες φυλάκιση και μεταφέρεται ως υπόδικος του μεταξικού νόμου 117/1936, που είχε αντικαταστήσει το Ιδιώνυμο, στην Αίγινα. Το Πλημμελειοδικείο των Αθηνών καταδίκασε τον Κλάρα σε 4 χρόνια φυλακή[12].

Στις φυλακές της Αίγινας ο Κλάρας προσπάθησε να διαφωτίσει ιδεολογικά και να εξυψώσει το μορφωτικό επίπεδο των φυλακισμένων. Επιπλέον, ανέλαβε με μεγάλο ζήλο την διερεύνηση των συνθηκών κάτω απ' τις οποίες είχαν συλληφθεί οι σύντροφοί του με σκοπό να εντοπίσει τους πιθανούς χαφιέδες. Όμως η έρευνα αυτή θα διακοπεί προσωρινά τον Ιούνιο του 1939 γιατί τον μεταφέρουν στις φυλακές της Κέρκυρας, στην απομόνωση της περιβόητης "Ακτίνα Θ'". Εκεί είναι φυλακισμένος και ο Γενικός Γραμματέας του ΚΚΕ, Νίκος Ζαχαριάδης, με τον οποίο ο Κλάρας πιθανόν ήρθε σε επαφή [13]. Τον Ιούλιο του 1939 αποφυλακίστηκε, αφού προηγουμένως είχε υπογράψει την Δήλωση Μετάνοιας, δηλαδή την επίσημη βεβαίωση δημόσιας απόρριψης του κομμουνισμού και του ΚΚΕ. Αυτή η αμφιλεγόμενη πράξη πιθανολογείται ότι έγινε λόγω της ψυχικής και σωματικής καταπόνησης από τα βασανιστήρια[10] είτε γιατί θεωρούσε πως ήταν σημαντικότερο να συνεχίσει τον αγώνα του εκτός φυλακής[14][15].

Επέστρεψε στην Αθήνα και για τα επόμενα δύο χρόνια βρίσκεται στο περιθώριο του κόμματος, με αποτέλεσμα να καταρρεύσει ψυχολογικά και να καταφύγει στην οινοποσία[16]. Παράλληλα, μετά την αποφυλάκισή του μαζί με τον Ορφέα Οικονομίδη θα οργανώσουν ένα παράνομο τυπογραφείο που θα το παραδώσουν στη λεγόμενη "Νέα Κεντρική Επιτροπή", που συγκροτήθηκε τον Μάιο-Ιούνιο του 1941 από εξόριστα μέλη του ΚΚΕ.[17] Επίσης ο Κλάρας μετά την αποφυλάκισή του πέρασε από τους κόλπους της Προσωρινής Διοίκησης του ΚΚΕ και κατήγγειλε το ρόλο της[18].

Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος - Κατοχή - Αντίσταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η έναρξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου θα δώσει την ευκαιρία στον Κλάρα να επανέλθει στην δράση, αφού καλείται να υπηρετήσει στο Μακεδονικό Μέτωπο, ως στρατιώτης της 10ης Πυροβολαρχίας του 3ου Συντάγματος του αντιαεροπορικού πυροβολικού. Η πυροβολαρχία αυτή διακρίθηκε για την ευστοχία, την πειθαρχεία και το θάρρος των ανδρών της. Όταν τον Απρίλιο του 1941 το μέτωπο κατέρρευσε από την γερμανική εισβολή, επέστρεψε με την μονάδα του στην Αθήνα, πριν μπουν εκεί τα γερμανικά στρατεύματα, και ζήτησε από τους συνστρατιώτες του να συνεχίσουν τον πόλεμο. Λίγο μετά μίλησε σε μια συγκέντρωση αποστρατευμένων φαντάρων ζητώντας τους να μην παραδώσουν τα όπλα τους γιατί ο αγώνας για την πατρίδα τώρα αρχίζει. Λίγες μέρες μετά, στις 15 Μαίου, μίλησε σε μια συγκέντρωση κομμουνιστών σε δασύλλιο μεταξύ Ζωγράφου-Καισαριανής-Κουπονίων στην Αθήνα, επιμένοντας «πως ο πόλεμος συνεχίζεται…Μην αμφιβάλλετε πως γρήγορα θα το σκάσουν και τα παλικάρια του κόμματος από τα ξερονήσια και τις φυλακές και θα βρεθούν στις πρώτες γραμμές του εθνικολαϊκού αγώνα που θα αρχίσουμε».[19]

Την ίδια εποχή έφτασαν στην Αθήνα, αφού δραπέτευσαν από τους τόπους εξορίας τους, μερικά μέλη της προπολεμικής Κεντρικής Επιτροπής (ΚΕ) του ΚΚΕ από το 6ο Συνέδριο του κόμματος το 1935. Ο Κλάρας, μέσω του Ανδρέα Τζήμα, ο οποίος ήταν μέλος του Πολιτικού Γραφείου και «Υπεύθυνος για την ανάπτυξη του Αντάρτικου», ήρθε σε επαφή με την ΚΕ ζητώντας να εργασθεί ως τυπογράφος, εκμεταλλευόμενος τα τυπογραφικά στοιχεία που είχε κλέψει από ένα τυπογραφείο όπου είχε δουλέψει παλιότερα.[20] Πίστευε όμως ότι θα μπορούσε να προσφέρει περισσότερα στο κόμμα αν ξεκινούσε αντάρτικο αγώνα κατά των δυνάμεων κατοχής. Την πρόταση αυτή του Κλάρα απέρριψε ομόφωνα η ΚΕ, η οποία τον αντιμετώπιζε με δυσπιστία και επιφυλακτικότητα λόγω της δήλωσης μετάνοιας που είχε κάνει, άλλα και το ότι είχε συγκρουστεί στο παρελθόν σχεδόν με όλα τα μέλη της. Τον Νοέμβριο, όμως, ο Τζήμας παρέκαμψε την ΚΕ και εκμεταλλευόμενος την θέση του ως γραμματέα της Κομματικής Οργάνωσης Αθήνας (ΚΟΑ), τον έστειλε στην Ρούμελη για να διερευνήσει τις δυνατότητες ανάπτυξης αντάρτικου και δευτερευόντως να εξασφαλίσει τρόφιμα για τον παράνομο μηχανισμό και την ηγεσία του ΚΚΕ[21]. Έτσι ο Κλάρας ξεκίνησε την επαφή με κομματικά στελέχη από την Λαμία και στην συνέχεια σε άλλα χωριά της περιοχής, όπως και στην υπόλοιπη Φθιώτιδα και την Ευρυτανία. Έχοντας ολοκληρώσει την αποστολή του με επιτυχία επέστρεψε στην Αθήνα στις αρχές Ιανουαρίου 1942 και ενημέρωσε το κόμμα.

Η απόφαση της 8ης Ολομέλειας στις αρχές Ιανουαρίου του 1942 για την «οργάνωση ειδικών μαχητικών τμημάτων σ΄όλα τα βασικά κέντρα τις χώρας, ικανών να αντιμετωπίσουν την ένοπλη βία του κατακτητή», ως βασικό καθήκον στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα και η ανάληψη της Γραμματείας της ΚΕ από τον Γιώργη Σιάντο, του μοναδικού μέλους της που είχε πολεμική πείρα, στρέφουν το ΚΚΕ προς τον ανταρτοπόλεμο[22]. Λίγο καιρό μετά την ολομέλεια, ο Σιάντος, μετά από επίμονη παρότρυνση του Τζήμα θα δώσει την συγκατάθεσή του για την ανάπτυξη αντάρτικης ομάδας στην Ρούμελη από τον Κλάρα. Και πάλι όμως αντέδρασαν ορισμένα μέλη της ΚΕ θεωρώντας πως ο Κλάρας δεν ήταν το κατάλληλο πρόσωπο που έπρεπε να είναι ο ηγέτης του Αντάρτικου. Τελικά ο Κλάρας, μετά από επίπονες προσπάθειες, κατάφερε να μεταπείσει την ηγεσία του ΚΚΕ και τον Μάρτιο ή τον Απρίλιο έλαβε την συγκατάθεση της ΚΕ και του ΕΛΑΣ.[β][25]

Τα πρώτα βήματα του ΕΛΑΣ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αμέσως έφυγε για τη Ρούμελη όπου στα τέλη Μαΐου του 1942 συγκρότησε στη Σπερχειάδα την πρώτη ένοπλη ομάδα του ΕΛΑΣ από 15 άνδρες, πολύ λιγότερους από όσους περίμενε ο Κλάρας. Αυτoί οι πρώτοι αντάρτες φορούσαν τμήματα από στρατιωτικές στολές και ο οπλισμός τους ήταν ελάχιστος. Πρώτη απόφαση που πήραν ήταν να αλλάξουν τα ονόματά τους ώστε να αποφευχθούν αντίποινα κατά των οικογενειών τους[26]. Ο Κλάρας επέλεξε το όνομα Άρης, από το θεό του πολέμου, και Βελουχιώτης από το βουνό της Ευρυτανίας που θα τον φιλοξενούσε. Επίσης, για να δώσει μεγαλύτερο κύρος στην παρουσία του, απέδωσε στον εαυτό του τον βαθμό του ταγματάρχη Πυροβολικού[27]. Δικής του έμπνευσης ήταν και το σχήμα τριπλής διοίκησης (Καπετάνιος, Στρατιωτικός διοικητής και Πολιτικός) που εφάρμοσε ο ΕΛΑΣ, ενώ καθιέρωσε και την προσφώνηση συναγωνιστής, θεωρώντας πως είναι πιο οικεία από το σύντροφος που χρησιμοποιούσε το ΚΚΕ[26].

Χωρίς να έχει ξεκάθαρους στόχους για το πώς θα λειτουργούσε και πια θα ήταν η δράση της, η ομάδα του Βελουχιώτη περιπλανιόνταν στην ύπαιθρο προσπαθώντας να κρυφτεί από την Χωροφυλακή και από τους Ιταλούς. Η ελλιπής πληροφόρηση και ο ανεπαρκής εφοδιασμός από τις κομματικές οργανώσεις, οι ατέλειωτες πορείες και το συνεχές κρύψιμο εξουθένωσαν τους ελασίτες, οδηγώντας πολλούς από αυτούς σε λιποταξία και φέρνοντας στα όρια της διάλυσης το μικρό τμήμα τους. Ακριβώς αυτή την στιγμή ο Βελουχιώτης έλαβε αποφάσεις που που όχι μόνο έσωσαν το τμήμα του άλλα έθεσαν τις βάσεις για την ανάπτυξη του ΕΛΑΣ. Οι αντάρτες προσπαθώντας να διαφοροποιηθούν από τις φυγόδικες οπλοφόρες ομάδες που κρύβονταν στα βουνά, αλλά και απο την συνωμοτική «αφάνεια» που τηρούσαν οι κομμουνιστές, θα σταματούσαν να κρύβονται, θα έμπαιναν φανερά στα χωριά διακηρύσσοντας ανοιχτά τις προθέσεις τους και θα δημιουργήσουν τις οργανώσεις που θα τους εφοδίαζαν[28].

Για να δοκιμάσει αυτήν την επιλογή, στις 7 Ιουνίου η ένοπλη ομάδα με αναπεπταμένη την ελληνική σημαία παρέλασε τραγουδώντας στο χωριό Δομνίστα της Ευρυτανίας. Ο «ταγματάρχης πυροβολικού» Βελουχιώτης ασπάστηκε το χέρι του παπά και ζήτησε την άδεια από τον πρόεδρο να μιλήσει στους έκπληκτους κατοίκους . Με απαλή αλλα επιβλητική φωνή ανέλυσε τους στόχους του ΕΛΑΣ και τόνισε την ομοιότητα των ελασιτών με τους κλέφτες της επανάστασης του 1821[29]. Αμέσως μετά κωδωνοκρουσίες και εθνικός ύμνος έκλεισαν την συγκέντρωση. Τις επόμενες μέρες, με διαρκείς μετακινήσεις ώστε η ολιγομελής ομάδα να δείχνει μεγαλύτερη, ακολούθησαν και άλλες παρόμοιες εμφανίσεις στα γύρο χωριά προκαλώντας μεγάλο ενθουσιασμό στις ορεινές αυτές κοινότητες που είχαν έντονες αναμνήσεις από τον πόλεμο στην Αλβανία. Όταν μάλιστα στις 21 Ιουνίου ένα βρετανικό αεροπλάνο έριξε λίγα εφόδια για τους αντάρτες, τεκμηριώνοντας έτσι την «συμμαχική αναγνώριση» στα μάτια των χωρικών, το κύρος του Βελουχιώτη και των ανδρών του ενισχύθηκαν σημαντικά [30].

Επόμενος στόχος του έγιναν οι ληστρικές συμμορίες που κυριαρχούσαν τότε στα βουνά. Εφάρμοσε απέναντί τους τακτική λήθης για το παρελθόν τους, αν αποφάσιζαν να υποταχθούν και να ενταχθούν στον ΕΛΑΣ. Όσες όμως αντιτάχθηκαν διαλύθηκαν με αιματηρό τρόπο. Έτσι η ληστεία εξαλείφθηκε με γρήγορους ρυθμούς και πολλοί από τους πρώην παράνομους έγιναν το επόμενο διάστημα εξαιρετικοί μαχητές. Με αυτούς τους τρόπους θεμελιώθηκε η τάξη στα ορεινά και οι χωρικοί μπορούσαν να μεταφέρουν με ασφάλεια τα πολύτιμα προϊόντα τους. Την ίδια τακτική ακολούθησε και για τους χωροφύλακες που συνελάμβανε, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να αποφεύγουν τα ορεινά[31][32].

Μία ακόμα πρωτοβουλία του Βελουχιώτη που θεμελίωσε την κυριαρχία του ΕΛΑΣ ήταν η κατάσχεση των αγροτικών προϊόντων που υπήρχαν στις κρατικές αποθήκες. Με αυτόν το τρόπο δημιούργησε αποθέματα τροφίμων και υλικών που επέτρεπαν την αριθμητική ανάπτυξη του αντάρτικού απαλλάσσοντας τους χωρικούς από το επαχθές καθήκον της συντήρησης των ελασιτών. Επιπλέον, αποκτούσε ένα είδος «νομίσματος», με το οποίο αγόραζε υπηρεσίες και εφόδια, ενώ επιστρέφοντας ένα τμήμα των κατασχεθέντων στους παραγωγούς και στους φτωχούς αγρότες ασκούσε ένα είδος κοινωνικής πολιτικής, διασύροντας ταυτόχρονα το κατοχικό κράτος[31][33].

Παρεμβαίνει επίσης σε δικαστικές διαφορές, υποστηρίζοντας την αρχή του συμβιβασμού και της συμφιλίωσης. Σε σοβαρές όμως παρανομίες τιμωρούσε τους ενόχους με δημόσια μαστίγωση, συμμετέχοντας ορισμένες φορές και ο ίδιος στην εκτέλεση αυτής της ποινής[34]. Στην περίπτωση που ο ένοχος ήταν αντάρτης του ΕΛΑΣ, τον τιμωρούσε με θάνατο, ακόμη και για μικρά παραπτώματα, όπως η κλοπή κοτόπουλων. Έτσι, με αυτά τα δρακόντια μέτρα, εμπέδωσε στους ελασίτες την συμμόρφωση σε κανόνες και επέβαλε σιδηρά πειθαρχία[35]. Ταυτόχρονα έδειχνε σεβασμό στην ιδιοκτησία, γεγονός που ισχυροποιούσε τους δεσμούς των χωρικών με το νέο αντάρτικό. Με τον ίδιο ανελέητο τρόπο αντιμετώπισε τους «προδότες», που στις αρχές του Αντάρτικου δεν είχαν ταυτισθεί με την έννοια του πολιτικού αντιπάλου, όπως συνέβη αργότερα σε πλείστες περιπτώσεις[36].

Υπόθεση Μαραθέα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένας «εθνοπροδότης» και «εκμεταλευτής του λαού»[37] ήταν ο μεγαλοκτηματίας του Νέου Μοναστηρίου Δομοκού Νίκος Μαραθέας. Έχοντας σχέσεις με τον κατοχικό πρωθυπουργό Τσολάκογλου αλλά και τις ιταλικές στρατιωτικές αρχές της περιοχής, ο Μαραθέας εκμεταλλεύονταν με σκληρό τρόπο τους κολίγους, φθάνοντας ακόμη και στην εκτέλεσή τους. Γνωρίζοντας όλα αυτά ο Βελουχιώτης, επικεφαλής μιας ομάδας ανταρτών, επιτέθηκε την νύχτα της 9ης Ιουλίου 1942 στο κτήμα του Μαραθέα και τον σκότωσε[38]. Επιπλέον, απήγαγε τον δεκαπεντάχρονο γιο του και τον γιο του επιστάτη, ζητώντας από την χήρα του Μαραθέα την καταβολή αποζημιώσεων στις οικογένειες των κολίγων που με ευθύνη του άντρα της είχαν εκτελεστεί από τους κατακτητές, όπως και να αποτρέψει τα αντίποινα των Ιταλών [39]. Αυτή η «επιχείρηση τιμωρίας» του Μαραθέα, που αποσκοπούσε στην τρομοκράτηση των πλούσιων κτηματιών της Θεσσαλίας, με στόχο την υποχρεωτική τροφοδοσία του ΕΛΑΣ[31], προκάλεσε ενθουσιασμό και ανακούφιση στα γύρω χωριά. Η ενέργεια αυτή επιδοκιμάστηκε ακόμη και από τις ακροδεξιές οργανώσεις[38]. Αποσπάσματα χωροφυλάκων και ιταλικού στρατού κατεδίωξαν τους αντάρτες χωρίς να καταφέρουν να τους συλλάβουν [γ].

Όμως, ένα μεγάλο τμήμα του πολιτικού κόσμου κατηγόρησε τον ΕΛΑΣ ότι απέβαλε το «εθνικό προσωπείο» και έκανε «ταξικό αγώνα», με αποτέλεσμα να επηρεαστούν πολλοί που ήθελαν να προσχωρήσουν στο ΕΑΜ και το κίνημα να έχει μεγάλο πολιτικό κόστος [38]. Η επιμονή του Βελουχιώτη να απαγάγει και να κρατά τον γιο του Μαραθέα, τον έφερε αντιμέτωπο με την περιφερειακή οργάνωση της Λαμίας, η οποία ανησυχούσε για τον πολιτική ζημιά τέτοιων ενεργειών. Τις ίδιες έντονες ανησυχίες εξέφρασε και το, ανεπαρκώς και μονόπλευρα πληροφορημένο για το γεγονός, Πολιτικό Γραφείο του ΚΚΕ που αποφάσισε να πλαισιώσει τον Βελουχιώτη με κομματικά στελέχη ώστε να περιορίσει την ελευθερία επιλογών του[41] και με εντολή του Σιάντου του ζητήθηκε να απελευθερώσει αμέσως τα παιδιά[42]. Όταν στα μέσα Αυγούστου η διαταγή του Σιάντου έγινε γνωστή στον Βελουχιώτη ο γιος του Μαραθέα είχε φονευθεί[δ]. Αυτό προκάλεσε την αγανάκτηση της ηγεσίας του ΚΚΕ, η οποία ζήτησε από τον Κλάρα να επιστέψει αμέσως στην Αθήνα και ξεκίνησαν συζητήσεις για να αντικατασταθεί στην αρχηγία του αντάρτικου στη Ρούμελη[38][44]. Πλέον όμως η παρουσια του ΕΛΑΣ στα ορεινά της Ρούμελης, με την συμβολή του Βελουχιώτη, είχε παγιωθεί και όλα ήταν έτοιμα για την ένοπλη αντιπαράθεση με τους κατακτητές [32].

Μάχες σε Ρεκά και Κρίκελλο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν ο Βελουχιώτης έφτασε στα Βαρδούσια, αποφάσισε να αφήσει την μισή περίπου δύναμη της ανταρτοομάδας- που τότε έφτανε τους 40 άντρες- στην Ευρυτανία υπό ένα τοπικό αρχηγείο με επικεφαλής τον έφεδρο ανθυπολοχαγό Σωκράτη Γκέκα (Άθω Ρουμελιώτη)[ε][46]. Μαζί με τους υπόλοιπους άνδρες ο Βελουχιώτης κινήθηκε προς την Παρνασσίδα, όπου στα μέσα Σεπτεμβρίου συνενώθηκε με την 8η Απελευθερωτική Ομάδα και σχημάτισε αρχηγείο με καπετάνιο τον ίδιο, στρατιωτικό διοικητή τον Φώτη Μαστροκώστα (Θάνο) και πολιτικό καθοδηγητή τον Γιώργο Χουλιάρα (Περικλή)[47] με δύναμη περρίπου 35 ανδρών. Ένα τμήμα υπό τον Βελουχιώτη κατευθύνθηκε στο χωριό Δρέμισσα όπου αιφνιδίασε και αφόπλισε ένα απόσπασμα χωροφυλάκων. Έπειτα, διέταξε τον επικεφαλής τους ενωμοτάρχη να καλέσει άλλα τρία αποσπάσματα να προστρέξουν σε βοήθεια, διότι δήθεν οι χωροφύλακες είχαν περικυκλώσει αντάρτες και χρειαζόταν βοήθεια[48]. Στήνοντας ενέδρες σε κατάλληλα σημεία, οι αντάρτες κατάφεραν να συλλάβουν και τα τρία αποσπάσματα, αφοπλίζοντας, ουσιαστικά χωρίς αντίσταση, συνολικά 40 χωροφύλακες[49].

Το ίδιο διάστημα οι Βρετανοί είχαν προγραμματίσει ρίψεις πολεμοφοδίων στην περιοχή της Γκιώνας για τον εξοπλισμό ομάδων που θα ενεργούσαν σαμποτάζ στις συγκοινωνίες των κατακτητών. Τότε, αντάρτες και Ιταλοί κινήθηκαν να αποκτήσουν τα φορτία, τα οποία είχαν σκορπίσει σε διάφορα σημεία[50]. Μια διμοιρία 36 Ιταλών στρατιωτών του 44ου Συντάγματος της 36ης Μεραρχίας Forli που έψαχνε τα δέματα στρατοπέδευσε την νύχτα της 8ης Σεπτεμβρίου σε έναν παλιό μύλο στη χαράδρα Ρεκά. Όταν ο Βελουχιώτης αντιλήφθηκε την παρουσία τους πλησίασε αθόρυβα τις ιταλικές θέσεις και τα χαράματα της 9ης Σεπτεμβρίου επιτέθηκε αιφνιδιαστικά. Στην σύντομη μάχη που ακολούθησε σκοτώθηκαν 23 Ιταλοί, 7 παραδόθηκαν και ένας κατάφερε να διαφύγει, ενώ οι αντάρτες δεν είχαν καμία απώλεια [47]. Έπειτα από μία ανεπιτυχή προσπάθεια για ανταλλαγή με Έλληνες κρατούμενους, αλλά και για αποφυγή δυσκολιών στην μετακίνηση, οι Ιταλοί αιχμάλωτοι εκτελέστηκαν[ζ]. Η σύγκρουση στην Ρεκά ήταν η πρώτη μάχη του ΕΛΑΣ με τα στρατεύματα των κατακτητών και σηματοδότησε το πέρασμα του Αντάρτικού από την ιδεολογική προετοιμασία στην ένοπλη αντιπαράθεση[50].

Αφήνοντας ένα τμήμα 5 ανδρών στη Γκιώνα, ο Βελουχιώτης κατευθύνθηκε στα Βαρδούσια και αφόπλισε την Υποδιοίκηση Χωροφυλακής Υπάτης. Ύστερα, κινούμενος στις βουνοκορφές επέστρεψε στο Βελούχι, όπου διέδωσε την νίκη του κατα των Ιταλών[47]. Η συνεχής προσέλευση νέων ανταρτών είχε σαν αποτέλεσμα οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ στην Στερεά να φτάσουν στα τέλη Οκτωβρίου τους 100 άνδρες, αποτελώντας την ισχυρότερη δύναμη στην Ελλάδα. Εκείνο το διάστημα (νύχτα της 27ης προς 28ης Οκτωβρίου) είχε πέσει έξω από το Καρπενήσι μια ομάδα τεσσάρων αλεξιπτωτιστών. Μια ιταλική φάλαγγα ξεκίνησε από το Καρπενήσι για να τους εντοπίσει[47]. Στις 29 Οκτωβρίου ο Βελουχιώτης έστησε ενέδρα στο Κρίκελλο και όταν εμφανίστηκε η οπισθοφυλακή της φάλαγγας, δύναμης 25 με 30 ανδρών, τους υποδέχτηκε με πυκνά πυρά. Επτά ή οκτώ Ιταλοί σκοτώθηκαν, ενώ οι υπόλοιποι παραδόθηκαν και λίγο αργότερα εκτελέστηκαν. Οι αντάρτες είχαν μόνο ένα νεκρό[52][53].

Στο χωριό Παπαρούσι, στις 6 Νοεμβρίου, ο Βελουχιώτης έλαβε μέρος σε σύσκεψη μεταξύ του Γενικού Αρχηγείου Ρούμελης και του Αρχηγείου Ευρυτανίας, στο οποίο ήταν αρχηγός ο Άθως Ρουμελιώτης[54]. Ο Ρουμελιώτης ζήτησε ανεξάρτητη δράση και την αρχηγία του αντάρτικού στη Ρούμελη. Τότε ο Βελουχιώτης του πρότεινε την θέση του στρατιωτικού στο Γενικό Αρχηγείο. Μη μπορώντας να επιβάλει την άποψή του, και παίρνοντας μαζί του μερικούς αντάρτες, ο Ρουμελιώτης έφυγε από το Παπαρούσι διαχωρίζοντας την δράση του από τον ΕΛΑΣ. Η φυγή του δεν επηρέασε τον ΕΛΑΣ, καθώς πολύ γρήγορα εντάχθηκαν στα τμήματά του νέοι άνδρες[55].

H καταστροφή της γέφυρας του Γοργοποτάμου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι αλεξιπτωτιστές που έψαχναν οι Ιταλοί και έγιναν η αφορμή για την μάχη στο Κρίκκελο, ήταν μία από τις τρεις ομάδες της επιχείρησης Χάρλινγκ (Operesion Harling) που είχε αναλάβει την εκτέλεση δολιοφθοράς σε μια από τις γέφυρες Παπαδιάς, Ασωπού και Γοργοποτάμου πάνω από τις οποίες διέρχεται η σιδηροδρομική γραμμή Θεσσαλονίκης - Αθηνών. Από τον Σεπτέμβριο το βρετανικό Στρατηγείο Μέσης Ανατολής (ΣΜΑ) ενδιαφέρονταν για την διακοπή της γραμμής ανεφοδιασμού των γερμανικών δυνάμεων που διέρχονταν από την Ελλάδα και κατέληγε στην βόρειο Αφρική[56]. Για τον σκοπό αυτό η βρετανική Υπηρεσία Ειδικών Επιχειρήσεων, γνωστή ως SOE, απέστειλε στην Ελλάδα 11 Βρετανούς και έναν Έλληνα, με αρχηγό τον συνταγματάρχη Έντμουντ Μάιερς (Edmund C W Myers) και υπαρχηγό τον ελληνομαθή ταγματάρχη Κρίστοφερ Γουντχάουζ (Christopher M. Woodhouse)[57]. Οι επικεφαλής της επιχείρησης, μαζί με 6 άνδρες, είχαν πέσει με αλεξίπτωτα στην Γκιώνα την νύχτα της 30ής Σεπτεμβρίου προς 1η Οκτωβρίου. Ο Μάιερς αποφάσισε ότι η γέφυρα του Γοργοποτάμου ήταν η πιο προσιτή για επίθεση, με την προϋπόθεση όμως ότι θα είχε την βοήθεια ανταρτών[η]. Γι αυτό αναζήτησε βοήθεια από τον ηγέτη του ΕΔΕΣ Ναπολέων Ζέρβα και από τον Βελουχιώτη[59]. Ο αρχικαπετάνιος του ΕΛΑΣ, όμως, ήταν ιδιαίτερα επιφυλακτικός απέναντι στους Βρετανούς, βλέποντας τους ως αντικαταστάτες των Γερμανών[60]. Παρ' όλα αυτά δέχτηκε να συμμετάσχει στην επιχείρηση διότι αφενός μεν είχε εντολή από το Πολιτικό Γραφείο του ΚΚΕ να συνεργαστεί με τον Ζέρβα και τους Άγγλους[61], αφετέρου γνώριζε ότι η επιτυχής ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοποτάμου, χωρίς την υποστήριξη του ΕΛΑΣ, θα είχε αρνητικές επιπτώσεις στο κίνημα του ΕΑΜ[62].

Η συνάντηση του Βελουχιώτη με τον Ζέρβα και τον Γούντχαουζ έγινε στις 14 Νοεμβρίου στο χωριό Βίνιανη. Εκεί ενημερώθηκε για πρώτη φόρα αναλυτικά για την σχεδιαζόμενη επιχείρηση Χάρλινγκ και συμφώνησε να συνεργαστεί μαζί τους, υπό την προϋπόθεση έγκρισης από την ηγεσία του ΚΚΕ[63][64]. Αφήνοντας στη Βίνιανη το Αρχηγείο Ευρυτανίας, δύναμης 60 ανδρών, υπό τον Βασίλη Πριόβολο (Ερμή), ο Βελουχιώτης κινήθηκε προς το Μαυρολιθάρι για να συναντήσει τον Μάιερς[65]. Όταν έφτασε στο Μαυρολιθάρι συναντήθηκε με τον Ζέρβα και τον Μάιερς, με τον τελευταίο να του εξηγεί το σχέδιό του. Ο Βελουχιώτης του επισήμανε ότι ήταν έτοιμος να λάβει μέρος στην επιχείρηση, εάν όμως στο μεταξύ έρχονταν εντολή από την ηγεσία του ΕΑΜ που του απαγόρευε να συμμετάσχει, τότε θα ακολουθούσε τις οδηγίες του κινήματος[66][62][67]. Γνωρίζοντας τις δυνατότητες των ανδρών του σε αυτό το πρώιμο στάδιο του αγώνα και βλέποντας πιο ρεαλιστικά την κατάσταση ήξερε πως μια πιθανή αποτυχία θα σήμαινε το τέλος της ένοπλης εαμικής αντίστασης[68][θ]. Η επιχείρηση γίνονταν στην περιοχή δράσης του ΕΛΑΣ και τα αναμενόμενα αντίποινα θα κλόνιζαν τις εύθραυστες οργανώσεις του ΕΑΜ. Άλλωστε η ολομέτωπη σύγκρουση με τους κατακτητές δεν ανταποκρίνονταν, αυτή την στιγμή, με τις δυνατότητες και τον προγραμματισμό του ΕΛΑΣ[70].

Τις επόμενες μέρες εκπονήθηκε το σχέδιο μάχης[ι] και ορίστηκε η 25η Νοεμβρίου και η 23:00 ως ημερομηνία και ώρα ενάρξεως του εγχειρήματος. Σύμφωνα με το επιχειρησιακό σχέδιο, οι άνδρες[κ] χωρίστηκαν σε επτά τμήματα. Η επιχείρηση οργανώθηκε με τέτοιο τρόπο ώστε να προστατευθεί το συνεργείο ανατίναξης, το οποίο αποτελείτο από 17 άνδρες[75] με τον Μάιερς να υπολογίζει ότι για να αχρηστευθεί η γέφυρα χρειάζονταν δύο ανατινάξεις ώστε να καταστραφούν δύο μεταλλικά στηρίγματα, που βρίσκονταν εγγύτερα στην νότια πλευρά, όπως και η σιδηροδρομική γραμμή, που στηρίζονταν πάνω τους[76]. Τα δύο πολυπληθέστερα θα επιτίθεντο στις ιταλικές φρουρές που υπήρχαν στο νότιο και στο βόρειο βάραθρο της γέφυρας. Η κύρια προσπάθεια θα γίνονταν στο νότιο άκρο της γέφυρας, γιατί εκείνο ήταν ισχυρά προστατευόμενο[77], και για την κατάληψη του οποίου διατέθηκε ένα μικτό τμήμα ανταρτών [78]. Στο βόρειο άκρο θα ενεργούσαν άνδρες του ΕΔΕΣ, ενώ δύο ομάδες του ΕΛΑΣ με την συμμετοχή Βρετανών αξιωματικών θα απέκοπταν την σιδηροδρομική γραμμή βόρεια και νότια για την αποτροπή αφίξεως ιταλικών δυνάμεων. Την κάλυψη από τη Λαμία ανέλαβε μια ομάδα του ΕΛΑΣ[78]. Στα βορειοανατολικά, σε ένα κοντινό με την γέφυρα ύψωμα, θα παρέμενε ο Σταθμός Διοίκησης (Βελουχιωτης, Ζέρβας, Μαιερς, Γούντχαουζ) και ένα τμήμα ανταρτών σαν εφεδρεία [79].

Υπό το αμυδρό φως του φεγγαριού όλες οι ομάδες ήταν έτοιμες στις θέσεις τους αναμένοντας με αγωνία το σύνθημα πυρός. Λίγα λεπτά μετά την καθορισμένη ώρα ξέσπασε καταιγισμός πυρών στα δύο άκρα τις γέφυρας[79]. Περίπου μισή ώρα αργότερα κατελήφθη το νότιο βάθρο, τα πράγματα όμως δεν πήγαν το ίδιο καλά στο βόρειο, με τους αντάρτες να καθηλώνονται από τα ιταλικά πυρά. Στον Σταθμό Διοικήσεως επικράτησε ανησυχία, με τον Ζέρβα να υποθέτει ότι οι αντάρτες θα εξαντλούσαν σύντομα τα πυρομαχικά τους[80]. Τότε αποφασίστηκε να συνδράμουν το βόρειο άκρο εφεδρικές δυνάμεις[λ]. Παράλληλα ο Μαιερς, παρά το αρχικό σχέδιο και υπό του κινδύνου αποστολής ιταλικών ενισχύσεων, διέταξε το συνεργείο ανατίναξης να προχωρήσει στην υπονόμευση των μεταλλικών στηριγμάτων της γέφυρας[82]. Ενόσω συνεχιζόταν η μάχη στο βόρειο άκρο το συνεργείο τοποθέτησε τα εκρηκτικά και λίγο μετά ακούστηκε το συνθηματικό σφύριγμα της υπονόμευσης. Ακολούθησε μια τρομερή έκρηξη που κατέστρεψε ένα σιδερένιο στήριγμα και δύο τόξα της γέφυρας[83]. Την ίδια περίπου στιγμή κατελήφθη και το βόρειο άκρο. Ύστερα από μια επιθεώρηση στα αποτελέσματα της έκρηξης, ο Μάιερς έδωσε οδηγίες για την ανατίναξη του δεύτερου στηρίγματος, παρά τους φόβους του Ζέρβα για την χρονική επιμήκυνση του εγχειρήματος που έθετε τους αντάρτες σε κίνδυνο από τις ιταλικές ενισχύσεις που αναμένονταν[84]. Σχεδόν την ίδια στιγμή ακούστηκε μία έκρηξη από την βόρεια πλευρά που τίναξε στον αέρα τις σιδηροδρομικές γραμμές, προσπαθώντας να εκτροχιάσει το τρένο με Ιταλούς στρατιώτες που είχε ξεκινήσει από την Λαμία και έφτασε κοντά στη γέφυρα. Ιταλοί και οι αντάρτες αντάλλαξαν πυρά, αλλά γρήγορα και οι δύο αντιμαχόμενοι υποχώρησαν[85]. Παρότι πλέον η μάχη είχε σταματήσει και η κατάσταση ήταν ελεγχόμενη, ο Ζέρβας επέμενε πως έπρεπε να αποχωρίσουν, όμως ο Βελουχιώτης και ο Γούντχαουζ τον παρακάλεσαν να παραμείνει ψύχραιμος και να περιμένει την δεύτερη έκρηξη[86]. Σε λίγη ώρα οι σαμποτέρ κατάφεραν να τοποθετήσουν τα εκρηκτικά και η δεύτερη έκρηξη ολοκλήρωσε την καταστροφή. Αμέσως μετά όλοι οι αντάρτες αποχώρισαν έχοντας απώλειες μόνο δύο τραυματίες. Οι Ιταλοί είχαν 7 νεκρούς, 3 τραυματίες και 2 αιχμαλώτους[87].

Η καταστροφή της γέφυρας του Γοργοποτάμου διέκοψε την μοναδική σιδηροδρομική σύνδεση Βορρά-Νότου για 39 ημέρες[88]. Παρότι αυτό δεν είχε επιπτώσεις στο εφοδιασμό των Γερμανικών δυνάμεων που μάχονταν στη Βόρεια Αφρική, η επιχείρηση Χάρλινγκ είναι μια από τις μεγαλύτερες και συμαντικότερες επιχειρήσεις δολιοφθοράς του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου[89][90]. Μεγαλύτερη σημασία είχε για τους Έλληνες, διότι για πρώτη φορά συνεργάστηκαν δύο αντίπαλες οργανώσεις, καθιστώντας την καταστροφή της γέφυρας του Γοργοποτάμου κορυφαίο γεγονός και σημείο καμπής για την εξέλιξη του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα[87]. Ο ΕΛΑΣ, έχοντας προσφέρει περισσότερο σε άντρες, οπλισμό και αγωνιστικότητα, αύξησε την αξιοπιστία του ως αντάρτικος στρατός που μπορούσε να χτυπήσει με επιτυχία τους Ιταλούς[91] και ο Βελουχιώτης κέρδισε την εμπιστοσύνη της ηγεσίας του ΚΚΕ[92]. Πλέον όμως, η ανικανότητα των Ιταλών ειχε σαν συνέπεια να αναλάβουν τον έλεγχο της Ρούμελης γερμανικές δυνάμεις[93].

Μετά τον Γοργοπόταμο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την επόμενη μέρα, 27 Νοεμβρίου, όλοι οι συμμετέχοντες έφτασαν θριαμβευτικά στο Μαυρολιθάρι. Εκεί ο Μάιερς δήλωσε στον Βελουχιώτη και τον Ζέρβα ότι θα προταθούν για απονομή ενός μεγάλου βρετανικού παρασήμου και επιπλέον εφοδίασε τον καθένα με 250 χρυσές λίρες για τις ανάγκες των ανταρτών τους[94]. Ο Βελουχιώτης αδιαφόρησε και για τα δύο και ζήτησε να του δοθούν όπλα και τα πολύτιμα για τους σχεδόν ξυπόλυτους αντάρτες του άρβυλα[95]. Παρόλα αυτά δέχτηκε ως δώρο τις λίρες λέγοντας στον Μάιερς να μην τα καταγράψει στα τοκογλυφικά δάνεια όπως είχαν κάνει παλιότερα οι Μεγάλες Δυνάμεις[96]. Επίσης ζήτησε να αφήσουν έναν Βρετανό σύνδεσμό στον ΕΛΑΣ, όμως ο Μάιερ αρνήθηκε λέγοντάς του ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμοι αξιωματικοί, καθώς θα γυρνούσαν πίσω στην Μέση Ανατολή, εκτός από το Γουντχάουζ με τρεις βοηθούς που θα παρέμεναν στον ΕΔΕΣ. Το γεγονός αυτό δυσαρέστησε τον Βελουχιώτη [μ]. Στην συνέχεια ο Βελουχιώτης με τον Ζέρβα συμφώνησαν να μην στρατολογεί αντάρτες ο ένας στην περιοχή δράσης του άλλου - θέτοντας ως σύνορο τον ποταμό Αχελώο- όπως επίσης η μία οργάνωση να μη δέχεται αποστάτες της άλλης[95].

Εκείνες τις μέρες είχε φτάσει στην Ρούμελη το αναπληρωματικό στέλεχος της ΚΕ του ΚΚΕ και διορισμένος διάδοχος του Βελουχιώτη, Βαγγέλης Παπαδάκης (Τάσος Λευτεριάς)[38]. Έχοντας εντολή από Σιάντο να αντικαταστήσει στην αρχηγεία του ΕΛΑΣ τον Βελουχιώτη και να τον στείλει πίσω στην Αθήνα, ο Λευτεριάς απέφυγε να του την αναφέρει, διότι στην επιτόπια έρευνά του αντελήφθη πως η κατάσταση στο βουνό ήταν εντελώς διαφορετική από την εικόνα που είχε σχηματίσει η ηγεσία του ΚΚΕ[99]. Επιπλέον αμφέβαλε αν θα μπορούσε να ανταποκριθεί στα καθήκοντα του καπετάνιου του ΕΛΑΣ και ήταν σκεπτικός στο κατά πόσο θα πειθαρχούσε ο Βελουχιώτης στην εντολή του κόμματος[100]. Γι' αυτούς τους λόγους, ο Λευτεριάς σχημάτισε στο Αρχηγείου Ρούμελης μια «κομματική επιτροπή» που απάλλαξε τον Βελουχιώτη από τα πολιτικά καθήκοντα και τον υποχρέωσε να γίνει μετριοπαθέστερος στις αποφάσεις του[101].

Ο Βελουχιώτης έφτασε στις αρχές Δεκεμβρίου στη Νέα Γιαννιτσού, όπου έγινε μια σύσκεψη μεταξύ Πολιτικών Οργανώσεων και αντάρτικων τμημάτων του ΕΛΑΣ [102]. Στις συζητήσεις που έγιναν δέχτηκε σφοδρή κριτική από τον Ηλία Μανιάτη, υπεύθυνο του ΚΚΕ στη Στερεά Ελλάδα. Ο Μανιάτης κατηγόρησε τον Βελουχιώτη ότι έφτιαξε προσωπικό καπετανάτο και όχι κομματικό στρατό. Ο Βελουχιώτης του απάντησε πως με ενέργειες των πρώτων ανταρτών και λίγων κομμουνιστών κατάφερε ο ΕΛΑΣ να φτάσει τους 500 περίπου αντάρτες, ενώ κανείς δεν πίστευε, ούτε το ΚΚΕ, πως μπορεούσε να δημιουργήθεί τέτοιο αντάρτικο. Τέλος, μετά από πρότασή του αποφασίστηκε η κατανομή της αντάρτικης δύναμης σε τοπικά αρχηγεία, ενώ πολιτικός επίτροπος του Αρχηγείου του ΕΛΑΣ ανέλαβε ο Λευτεριάς [103].

Η λιποταξία του Κωστορίζου και η εκστρατεία στην Ήπειρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λίγες μέρες αργότερα, περίπου 25 αντάρτες, με επικεφαλής έναν πρώην υπαξιωματικό της Πολεμικής Αεροπορίας, τον Νικόλαο Κωστορίζο (Γκέκα), εγκατέλειψαν τον ΕΛΑΣ. Θεωρώντας ως υπεύθυνο της φυγής του Γκέκα τον Ζέρβα, ο οργισμένος Βελουχιώτης συγκάλεσε γενική συνέλευση, στην όποια αποφασίστηκε να κατευθυνθούν αμέσως προς την Ήπειρο, όπου ήταν το πεδίο δράσης του ΕΔΕΣ, να συλλάβει τους λιποτάκτες και να τους περάσει στρατοδικείο[104]. Στόχος του Βελουχιώτη ήταν να σταματήσει την αποχώρηση των ελασιτών προς τον ΕΔΕΣ[105]. 'Εχοντας υπό τις διαταγές του 400 περίπου αντάρτες, ξεκίνησε την εκστρατεία του και στην διάρκεια της διαδρομής αποφάσισε να διαλύσει με βίαιο τρόπο τον ΕΔΕΣ[106]. Περνώντας από το Μικρό Χωριό έστησε ενέδρα σε με μια φάλαγγα Ιταλών στρατιωτών, σκοτώνοντας μάλιστα τον επικεφαλής συνταγματάρχη, ενώ οι ελασιτες είχαν μόνο έναν νεκρό[107].

Φτάνοντας στη Ήπειρο ο Βελουχιώτης διεπίστωσε ότι ο Κωστορίζος δεν βρίσκονταν εκεί, ενώ ο Ζέρβας δεν είχε κάποια σχέση με λιποταξία. Επιπλέον οι ελασίτες εξαντλήθηκαν από την κακοκαιρία και την έλλειψη ανεφοδιασμού, αδυνατώντας να συνεχίσουν την εκστρατεία[108]. Μπροστά στα νέα δεδομένα, ο Βελουχιώτης άλλαξε τους στόχους του και με την μεσολάβηση του Γουντχάουζ και της τοπικής επιτροπής του ΕΑΜ συναντήθηκε με τον Ζέρβα την 31η Δεκεμβρίου στο μοναστήρι της Ροβέλιστας. Με την συμμετοχή του Γούντχάουζ, από τον ΕΔΕΣ των Ζέρβα και Πυρομάγλου και από τον ΕΛΑΣ των Λευτεριά και Βελουχιώτη, ο τελευταίος πρότεινε την συγχώνευση των δύο οργανώσεων υπό την ηγεσία ενός κοινού αρχηγείου, με τον ίδιο καπετάνιο, τον Ζέρβα στρατιωτικό διοικητή και τρίτο μέλος έναν πολιτικό καθοδηγητή κοινής εμπιστοσύνης[109]. Ο Ζέρβας συμφώνησε στην ύπαρξη πολιτικού καθοδηγητή, υπό τον όρο να αναλάβει την θέση αυτή ο Γουντχάουζ. Αυτό όμως δεν έγινε δεκτό από τον ΕΛΑΣ, καθώς θεωρήθηκε ότι η πρόταση ήταν ασυμβίβαστη με το εθνικό φιλότιμο, αντιπροτείνοντας τον Ζέρβα γι αυτή την θέση. Στο τέλος, υπήρξε μια κοινή βάση συμφωνίας, αλλά οι προτάσεις θα έπρεπε να επεξεργαστούν και να επικυρωθούν από τις Κεντρικές Επιτροπές των δύο οργανώσεων[110].

Όταν οι προτάσεις και η προκαταρκτική συμφωνία έγιναν γνωστές στην ηγεσία του ΚΚΕ επικράτησε «αγανάκτηση» για την «αυθαιρεσία» του Λευτεριά και ιδιαίτερα του Βελουχιώτη που αγνόησαν το κόμμα. Άλλωστε, δεν είχαν καμία αρμοδιότητα να διαπραγματευθούν συνένωση των δύο οργανώσεων αφού η εξουσιοδότησή τους ήταν μόνο για την Ρούμελη[111][ν]. Ωστόσο, οι συζητήσεις στη Ροβέλιστα είχαν κάποια αποτελέσματα για τον ΕΛΑΣ, καθώς από τις αρχές του 1943 ξεκίνησε η εφαρμογή της τριπλής διοίκησης των μονάδων, όπως είχε προταθεί στην περίπτωση κοινού αρχηγείου ΕΛΑΣ-ΕΔΕΣ. Συνεπώς, στρατιωτικός, πολιτικός και καπετάνιος[ξ] συμμετείχαν ισότιμα στην διοίκηση, με τον Βελουχιώτη να θεωρείται ανώτερος όλων των καπετάνιων, αναγνωριζόμενος από όλους ως «αρχικαπετάνιος»[114] ή «πρωτοκαπετάνιος»[115].

«Κατηγορούμενος» στην Αθήνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δεν ήταν, όμως, μόνο οι προτάσεις του Βελουχιώτη που προβλημάτισαν την ηγεσία του ΚΚΕ. Από την αρχή του αντάρτικου μια σειρά από γεγονότα που καταδείκνυαν την υπερβολική σκληρότητά του απέναντι όχι μόνο στους εχθρούς αλλά και στους ίδιους τους άντρες του, κι ακόμη η συνοπτικές διαδικασίες που εφάρμοζε στην απονομή δικαιοσύνης, έφτασαν στην Αθήνα[116] με αποτέλεσμα να αποφασιστεί η καθαίρεσή του[117]. Τέτοια γεγονότα ήταν το περιλάλητο επεισόδιο με την καταδίκη σε θάνατο ενός αντάρτη για την κλοπή μιας κότας[118], η απειλή με περίστροφο δύο ανταρτών να ομολογήσουν μέσα σε τρία λεπτά μία κλοπή που αποδείχτηκε ότι δεν έκαναν[119] και η εκτέλεση στο Μαυρολιθάρι 5[120] ή 11 ελασιτών, οι οποίοι κατηγορήθηκαν ότι εκμεταλλεύονταν την ιδιότητά τους για να διαπράξουν κάθε είδους ποινικά αδικήματα[121]. Αποκορύφωμα αυτής της συμπεριφοράς ήταν ένα γεγονός που έγινε στα τέλη Ιανουαρίου στο χωρίο Γαρδίκι, όταν ο Βελουχιώτης «τάπα στο μεθύσι»[101] κατηγόρησε οχτώ άνδρες και έξι γυναίκες, ότι είχαν προδώσει στους Ιταλούς κρυψώνες όπλων. Με δική του διαταγή οδηγήθηκαν στην πλατεία μπροστά στους χωρικούς και απαίτησε συνολική ομολογία. Κανένας όμως από τους 14 κατηγορoύμενους δεν ήταν διαθετημένος να δεχτεί τις κατηγορίες διαβεβαιώνοντας την αθωότητά τους. «Γεμάτος οργή και μανία ο Άρης χτυπούσε και μαστίγωνε τους δυστυχείς, μέχρι που έπεσαν ημιλυπόθιμοι και τελικά - λίγο πριν εκτελεστούν - έδωσαν μία ομολογία, χωρίς αξία»[122]. Λίγο αργότερα έφτασε εκεί ο Λευτεριάς και πριν ακόμη ξεμεθύσει του ανακοίνωσε την απόφαση του Πολιτικού Γραφείου να παρουσιαστεί αμέσως στην Αθήνα[101].

Μεταμφιεσμένος σε παπά, ώστε να διαφύγει της προσοχής των αρχών κατοχής, ο Βελουχιώτης έφτασε στην Αθήνα στα μέσα Φεβρουαρίου. Η παρουσία του έγινε αισθητή και γι αυτό υποχρεώθηκε να ξυρίσει την γενειάδα του και να αφαιρέσει δύο χρυσά δόντια, διότι αυτά τα χαρακτηριστικά ήταν γνωστά στην Ασφάλεια[123]. Στη συνέχεια παρουσιάστηκε, σχεδόν σαν κατηγορούμενος, στους Σιάντο, Ιωαννίδη και Τζήμα και απολογήθηκε για τις έως τότε δράση του. Ο Γραμματέας της ΚΕ του ΚΚΕ τον επέκρινε για διάφορες άστοχες ενέργειές του χαρακτηρίζοντάς τες ως «εξτρεμισμούς» που «διαστρέβλωσαν την πολιτική γραμμή το κόμματος»[124]. Οι προδότες, συνέχισε, έπρεπε να εκτελούνται μόνο σε αναμφισβήτητες περιπτώσεις ενοχής. Του επισημάνθηκε επίσης ότι το κόμμα δεν θα έπρεπε να βασίζετε στην τρομοκρατία αλλά στην πειθώ και ότι η δράση του έδινε την εντύπωση ότι το ΕΑΜ ήθελε να μονοπωλήσει τον αντιστασιακό αγώνα[125]. Όταν ο Σιάντος του υπενθύμισε ότι είχε προδώσει το κόμμα όταν είχε υπογράψει το 1939 δήλωση μετανοίας, ο Βελουχιώτης ξέσπασε σε κλάματα[124].

Ωστόσο, τονίζοντας την επιχείρηση στον Γοργοπόταμο, αλλά και τις οργανωτικές και στρατιωτικές του επιτυχίες, ο Βελουχιώτης κατάφερε να ανατρέψει την εις βάρος του κατάσταση[126]. Επισήμανε ότι παρόλα τα ελαττώματά του ήταν αυτός που μπορούσε να συνεχίσει το αντάρτικό στη Ρούμελη και πρότεινε στην ηγεσία του ΚΚΕ να βγει στο βουνό[127]. Για την εκστρατεία στην Ήπειρο υποστήριξε ότι ο Ζέρβας ήταν φιλόδοξος και γι αυτό πρέπει να εξοντωθεί ή να ενσωματωθεί στον ΕΛΑΣ[128]. Έτσι, χωρίς πάντως να έχει κερδίσει την απόλυτη εμπιστοσύνη του κόμματος, αλλα να έχει την στήριξη του Τζήμα, η Κεντρική Επιτροπή του επέτρεψε να επιστρέψει στο βουνό. Μάλιστα τον όρισαν καπετάνιο στο νεοσχηματίσθεν Γενικό Αρχηγείο Στερεάς (ή Ρούμελης), στο οποίο υπάγονταν τα Αρχηγεία Ανατολικής Στερεάς, Δυτικής Στερεάς και Αττικοβοιωτίας[129]. Πιθανόν αποκαταστάθηκε στο κόμμα και έγινε ξανά μέλος του ΚΚΕ, ιδιότητα που είχε χάσει μετά την υπογραφή δήλωσης μετανοίας[ο]. Μαζί του ανέβηκαν και άλλα στελέχη, όπως οι αξιωματικοί Ευθύμιος Ζούλας και Φοίβος Γρηγοριάδης. Αλλά ο πιο σημαντικός ήταν ο Τζήμας, ο οποίος ορίστηκε αντιπρόσωπος της ΚΕ του ΕΑΜ στον ΕΛΑΣ, με εντολή να επιβλέπει κατά πόσο τηρεί ο αρχικαπετάνιος την κομματική γραμμή[125].

Επιστροφή στο βουνό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την περίοδο της απουσίας του Βελουχιώτη στην Αθήνα, στην ελληνική κοινωνία υπήρξαν καταιγιστικές εξελίξεις[133]. Στις πόλεις ξεκίνησαν μαζικές κινητοποιήσεις, κυρίως από νέους, μεγαλώνοντας και ενισχύοντας την Αντίσταση[134]. Επίσης, λειτούργησε ο διεθνής ανεφοδιασμός της χώρας με τρόφιμα, με αποτέλεσμα οι πόλεις να μην έχουν απόλυτη ανάγκη προϊόντων τις υπαίθρου, αποδεσμεύοντας εργατικά χέρια, τα οποία έδωσαν την δυνατότητα στο ΕΑΜ να ενισχυθεί σε στελέχη και να δημιουργήσει, μαζί με τον ΕΔΕΣ, την Ελεύθερη Ελλάδα, που στα τέλη Μαΐου ξεκινούσε από την Καστοριά και έφτανε μέχρι τον Κορινθιακό κόλπο, συμπεριλαμβανομένων του Ολύμπου, τα βουνά τις Ηπείρου και τον Παρνασσό, δηλαδή σχεδόν το 1/3 του ελληνικού εδάφους[135]. Στο διεθνές πολεμικό μέτωπο, οι γερμανικές δυνάμεις που υποχωρούσαν συνεχώς στην Βόρεια Αφρική και η σοβιετική νίκη στο Στάλινγκραντ προμήνυαν το τέλος του πολέμου[136].

Αυτό το διάστημα ο ΕΛΑΣ γνώρισε εκπληκτική ανάπτυξη. Το Φεβρουάριο και τον Μάρτιο του 1943 εξαπλώθηκε στην ύπαιθρο μια κατάσταση εξέγερσης, με τον ΕΛΑΣ να έχει εντυπωσιακές επιτυχίες ενάντια των ιταλικών δυνάμεων[117]. Τον Απρίλιο οι επιθέσεις τον ανταρτών πολλαπλασιάστηκαν. Άλλωστε ο ΕΛΑΣ εφάρμοζε την τακτική που είχε σχεδιάσει ο Σιάντος: αρχικά εκκαθάριση από δωσίλογους και χωροφύλακες, έπειτα επιθέσεις εναντίον εύκολων στόχων, όπως εναντίων Ιταλών, και τέλος, αφού αποκτούσαν εμπειρία και κατάλληλο οπλισμό, επιθέσεις κατά γερμανικών δυνάμεων. Οι προϋποθέσεις για επίθεση κατά των Γερμανών, οι οποίοι ήταν ο κύριος εχθρός, είχαν εκπληρωθεί στα τέλη Μαρτίου[137]. Με τις τοπικές οργανώσεις του ΕΑΜ να δημιουργούν νέες ομάδες ανταρτών, τον Απρίλιο ο ΕΛΑΣ έφτασε τους 10.000 ενόπλους[138]. Η κατάλυση των κατοχικών αρχών στα ορεινά εξύψωσαν την ένοπλη αντίσταση στη συνείδηση των περισσότερων Ελλήνων, που σε σε συνδυασμό την βρετανική αναγνώριση, προσέλκυσαν αρκετούς επαγγελματίες αξιωματικούς οι οποίοι έως τότε ήταν διστακτικοί με τον αντάρτικο αγώνα[139].. Οι ομάδες των ανταρτών, λοιπόν, είχαν μεταβληθεί μέσα σε λίγες εβδομάδες σε μια στρατιωτική δύναμη, που όμως για να συντηρηθεί και να διατηρηθεί χρειάζονταν, εκτός από έναν ισχυρό πολιτικό μηχανισμό, υψηλόβαθμους επαγγελματίες στρατιωτικούς. Μπροστά στα νέα δεδομένα ο Βελουχιώτης δεν μπορούσε πλέον να είναι ο απόλυτος κυρίαρχος στις πολεμικές επιχειρήσεις του ΕΛΑΣ[140].

Στην διάρκεια του ταξιδιού της επιστροφής ο Βελουχιώτης έτυχε θριαμβευτικής υποδοχής στα χωριά που περνούσε και τους αντάρτες που συναντούσε[141]. Όταν έφτασε στην Δεσφίνα, γίορτασε την ημέρα της εθνικής επετείου της 25ης Μαρτίου με μια εντυπωσιακή τελετή και ανακοίνωσε, παρουσία πολλων ηγετών του ΕΛΑΣ, την απόφαση του ΕΑΜ για την έναρξη επιθέσεων κατά των Γερμανών[142]. Προς το τέλος του ταξιδιού ενημερώθηκε για την σύλληψη από τον ΕΛΑΣ του συνταγματάρχη Στέφανου Σαράφη και του ταγματάρχη Γεώργιου Κωστόπουλου[π]. Στις 2 Απριλίου, στην Κολοκυθιά, συναντήθηκαν ο Βελουχιώτης και ο Τζήμας με τον Σαράφη, διαβεβαιώνοντάς τον τελευταίο ότι θα ελευθερωθεί σύντομα. Μετά από πρόταση του Τζήμα να αναλάβει ανώτερο αξίωμα στον ΕΛΑΣ, ο συνταγματάρχης δέχτηκε, υπό την προϋπόθεση απελευθέρωσης των κρατούμενων συντρόφων του. Όμως, όταν τα γεγονότα έφτασαν στην Αθήνα ο Σιάντος διέταξε την άμεση απελευθέρωση των αιχμαλώτων, διότι το ΕΑΜ δέχονταν έντονες επικρίσεις και κατηγορίες για εμφυλιοπολεμίκες διαθέσεις, ακόμα και από οργανώσεις που δεν συμπαθούσαν τον Σαράφη[147][148]. Για να εγκριθεί από την ηγεσία του ΕΑΜ η προσχώρησή του στον ΕΛΑΣ, αλλά και να συναντηθεί με διάφορους πολιτικούς ηγέτες ώστε να επιβεβαιώσει την αλλαγή στάσης του, ο Σαράφης, συνοδευόμενος από τον Τζήμα, αναχώρησε για την Αθήνα[117]. Προτού ξεκινήσει για την Αθήνα, ο Τζήμας όρισε τον Βελουχιώτη επικεφαλής του πενταμελούς Γενικού Αρχηγείου Στερεάς[149].

Στο διάστημα που παρέμεινε στην Κολοκυθιά ο Βελουχιώτης συγκρότησε έναν έφιππο ουλαμό 25 ανδρών ως προσωπική φρουρά, που έγιναν γνωστοί ως μαυροσκούφηδες. Επιλεγμένοι από τον ίδιο οι άνδρες αυτοί τον ακολουθούσαν σε κάθε του βήμα[150]. Στις 8 Απριλίου συμμετείχε σε ένα ανταρτοδικείο, όπου εισηγήθηκε την εκτέλεση Γερμανών κρατούμενων, εάν δε σταματούσαν οι κατοχικές δυνάμεις τις επιθέσεις εναντίον γυναικόπαιδων στην κοιλάδα του Σπερχειού[151]. Πρότεινε επίσης σε έναν Γερμανό αιχμάλωτο αξιωματικό να πάει στην Λαμία και να διαπραγματευτεί μια ανταλλαγή αιχμαλώτων, όμως ο Γερμανός την απέρριψε[152] . Την επόμενη μέρα ένα απόσπασμα ανταρτών εκτέλεσε 32 Γερμανούς αιχμαλώτους[153]. Στις 10 Απριλίου έλαβε μέρος σε μια μεγάλη γενική συνέλευση καπετάνιων και ανταρτών, όπου ο Τζήμας ανέπτυξε την πολιτική του ΕΛΑΣ τονίζοντας ότι το ΕΑΜ έκανε εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα και δεν έπρεπε να εμποδιστούν εξωεαμικοί αξιωματικοί να δημιουργήσουν ανταρτοόμάδες[154]. Στο άκουσμα αυτής της άποψης οι ελασίτες δυσανασχέτησαν, θεωρώντας ότι στις περιοχές τους δεν έπρεπε να ανέχονται άλλες οργανώσεις. Λαμβάνοντας τον λόγο ο Βελουχιώτης υπογράμμισε ότι θα έπρεπε να να πειθαρχήσουν και να εμπιστεύονται την γραμμή της ηγεσίας[155]. Μετά την αναχώριση του Τζήμα για την Αθηνα (10 Απριλίου), ο Βελουχιώτης πήγε στην Δυτική Στερεά. Όταν έφτασε στην Χρυσοβίτσα συγκάλεσε συνέλευση των ανταρτών που δρούσαν στην περιοχή και τους εξήγησε την τακτική που έπρεπε να ακολουθήσουν απέναντι στους Ιταλούς και στον ΕΔΕΣ[156].

Η πρώτη διάλυση του 5/42 Συντάγματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Ιανουάριο του 1943 είχε φτάσει στα βουνά της Ρούμελης ο συνταγματάρχης Δημήτριος Ψαρρός, στέλεχος της αντιστασιακής οργάνωσης ΕΚΚΑ, με σκοπό να δημιουργήσει αντάρτικο τμήμα. Όμως ο Βελουχιώτης τον απείλησε ότι χωρίς προηγούμενη συμφωνία με την ηγεσία του ΕΑΜ δεν θα επέτρεπε την δημιουργία άλλης ανταρτοομάδας στα μέρη που ο ίδιος κυριαρχούσε[157]. Έτσι ο Ψαρρός, εξασφαλίζοντας προηγουμένως την άδεια του ΚΚΕ/ΕΑΜ αλλά και την αναγνώριση και βοήθεια των Βρετανών, συγκρότησε στα τέλη Απριλίου κοντά στη Βουνιχώρα το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων και συμφώνησε με τον Βελουχιώτη να συνεργασθούν κατά των Ιταλών[158][159] Ωστόσο, οι καπετάνιοι και οι αντάρτες του ΕΛΑΣ είδαν με δυσαρέσκεια την δημιουργία ενός ξεχωριστού αντάρτικού που θα δρούσε σε μια περιοχή που οι ίδιοι είχαν τον πρώτο λόγο εδώ και αρκετό καιρό[160]. Η ενόχληση έγινε ακόμα μεγαλύτερη όταν στις αρχές Μαίου οι άντρες του 5/42 εφοδιάστηκαν με βρετανικό εξοπλισμό. Παρότι οι Βρετανοί είχαν εφοδιάσει τον Βελουχιώτη με εξοπλισμό αρκετό για 500-600 αντάρτες[161], οι ελασίτες θεώρησαν πως οι σύμμαχοι έκαναν άδικη και άνιση μεταχείριση[162][ρ]

Μετά την επιστροφή του από την Δυτική Στερεά, ο Βελουχιώτης συναντήθηκε στις 12 Μαΐου, στο Μαυρολιθάρι, με τον Ορέστη, καπετάνιο του Αρχηγείου Αττικοβοιωτίας. Ο Ορέστης τον ενημέρωσε ότι είχε την προφορική δήλωση του Σιάντου πως δεν θα έπρεπε να επιτραπεί σε καμιά άλλη ομάδα να συγκροτηθεί σε περιοχές ελεγχόμενες από τον ΕΛΑΣ[160]. Όταν ο Βελουχιώτης ρώτησε επανελημένα αν αυτό ισχύει και για τον Ψαρρό, ο Ορέστης απάντησε καταφατικά[164]. Νιώθοντας ικανοποίηση από την (υποτιθέμενη;)[σ] μεταστροφή της ηγεσίας και κρίνοντας πως είχε επιτέλους προσχωρήσει στις δικές του θέσεις- δηλαδή των «δυναμικών λύσεων»[171]-, αμέσως ο αρχικαπετάνιος συνέταξε σχέδιο δράσης για την διάλυση του 5/42[172][160]. Έτσι, το απόγευμα της ίδιας μέρας, ο Βελουχιώτης, μαζί με άλλους καπετάνιους, επισκέφθηκε τον Ψαρρό στην γειτονική Στρώμη. Αφού συζήτησαν σε φιλική ατμόσφαιρα για την συνεργασία των δύο οργανώσεων, οι ελασίτες αποσύρθηκαν για να διανυκτερεύσουν στο σχολείο του χωριού. Κατά την διάρκεια της νύχτας τμήματα του ΕΛΑΣ περικύκλωσαν την περιοχή και τα ξημερώματα αφόπλισαν τους άνδρες του 5/42[173]. Στον κατάπληκτο Ψαρρό ο Βελουχιώτης απεύθυνε τελεσίγραφο, ή να προσχωρήσει αυτός και οι άνδρες του στον ΕΛΑΣ ή να διαλύσει το 5/42[174]. Τότε ο Ψαρρός αντιπρότεινε την προσχώρηση του 5/42 ως ξεχωριστό τμήμα στον ΕΛΑΣ, αυτό όμως απορρίφθηκε. Τελικά, για να αποφύγει την εμφύλια σύγκρουση, ο Ψαρρός δέχτηκε τον αφοπλισμό[τ] και έπειτα όλοι οι άντρες του αφέθηκαν ελεύθεροι, εκτός από τον ίδιο[170].

Μόλις ο αρχηγός της Βρετανικής Στρατιωτικής Απόστολής (ΒΣΑ), ταξίαρχος πλέον, Μάιερς[υ] έμαθε το γεγονός έσπευσε στη Στρώμη. Στις απειλές του Βρετανού για διακοπή ανεφοδιασμού του ΕΛΑΣ, ο Βελουχιώτης έδειξε αδιαφορία[161]. Όταν όμως λίγες μέρες αργότερα έφτασε ο Τζήμας και τον κατηγόρησε ανελέητα για την απρονοησία του να μην επαληθεύσει την (μάλλον ανύπαρκτη) εντολή του Σιάντου, ο αρχικαπετάνιος, παρά την ισότιμη θέση του στην ηγεσία του ΕΛΑΣ, αλλά κατώτερη στην κομματική ιεραρχία, δέχτηκε συντετριμμένος τις αυστηρές παρατηρήσεις[179][170]. Πάντως, ο Βελουχιώτης δεν υπέστη καμιά κύρωση από την ηγεσία του ΕΑΜ/ΚΚΕ για τον αφοπλισμό του 5/42 Συντάγματος[180], ενώ λίγο αργότερα ο Ψαρρός απελευθερώθηκε και του δόθηκε η δυνατότητα να επανασυστήσει το τμήμα του.


Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Τα μέλη της ΟΚΝΕ γίνονταν μέλη του ΚΚΕ όταν έφταναν στην ηλικία των 25 ετών. Έτσι ο Κλαρας έγινε μέλος του ΚΚΕ το 1929, όταν πλέον συμπλήρωσε αυτή την ηλικία. Όσοι νεολαίοι επιδείκνυαν έντονη δραστηριότητα μπορούσαν μετά τα 25 να συνέχιζαν να εργάζονται για την ΟΚΝΕ, υποχρεωτικά όμως θα έπρεπε να παρακολουθούν τις δραστηριότητες του ΚΚΕ, γεγονός που συνέβη και στην περίπτωση του Κλάρα[5]
  2. Σύμφωνα με ορισμένες μαρτυρίες την ονομασία ΕΛΑΣ την επινόησε ο Κλάρας [23][24]
  3. Στις 9 Αυγούστου 1942 η ομάδα του Βελουχιώτη συνεπλάκη με καταδιωκτικά αποσπάσματα Χωροφυλακής. Πιάστηκαν αιχμάλωτοι οι αντάρτες Νίκος Λαρίσης και Νίκος Λέβας, οι οποίοι, αφού βασανίστηκαν, εκτελέστηκαν από τους Ιταλούς. Οι δύο αντάρτες θεωρούνται οι πρώτοι νεκροί του ΕΛΑΣ. [40].
  4. Έως σήμερα δεν έχει διευκρινιστεί ποιος είναι υπεύθυνος της εκτέλεσής του. Ο Χαριτόπουλος θεωρεί υπεύθυνο τον Βελουχιώτη, διότι κανείς δεν θα μπορούσε να κάνει κάτι τόσο σοβαρό χωρίς την συγκατάθεση του καπετάνιου[43].
  5. Ένας ακόμη λόγος που ο Ρουμελιώτης παρέμεινε στην Ευρυτανία ήταν η δυσαρέσκειά του από την γνωστοποίηση σε αυτόν του πραγματικού ονόματος και της ιδεολογίας του Βελουχιώτη, τα οποία δεν γνώριζε όταν κατατάχθηκε στον ΕΛΑΣ[45].
  6. Όπως αναφέρει ο Χαριτόπουλος, ο Βελουχιώτης συγκρότησε «εκτελεστικό απόσπασμα με μαχαίρια. Όπως οι νεοσύλλεκτοι στον στρατό ασκούνται με την ξιφολόγχη τρυπώντας αχυρένια ομοιώματα εχθρών, οι άνδρες του πρέπει να βάψουν κυριολεκτικά τα χέρια τους με εχθρικό αίμα- να μάθουν να είναι αλύπητοι με τους κατακτητές και κυρίως να σκοτώσουν την ψυχή του χωρικού μέσα τους και κάθε σκέψη για επιστροφή στην προηγούμενη ζωή τους»[51].
  7. Στο επιχειρησιακό σχέδιο της Επιχείρησης Χάρκινγκ δεν υπήρχε αναφορά για τον ΕΛΑΣ. Η SOE παρότι γνώριζε την παρουσία ανταρτών του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ στα βουνά δεν ενημέρωσε για την ύπαρξή του τους Βρετανούς καταδρομείς[58].
  8. Ο Βελουχιώτης, ωστόσο, θέλοντας να δείξει την δύναμη του ΕΛΑΣ, εκτέλεσε, υπό την παρουσία του Ζέρβα και των Βρετανών, ληστές και ύποπτους για συνεργασία με τους Ιταλούς καθ όλο το διάστημα του Νοεμβρίου[69]
  9. Σύμφωνα με μαρτυρία του Δημήτρη Δημητρίου (Νικηφόρος), το «αξιοπρόσεκτο στη διαύγεια και την αποτελεσματικότητά του σχέδιο» συντάχθηκε από τον Βελουχιώτη [71][72]. Κατά ορισμένους ερευνητές έφερε την υπογραφή του «στρατηγού» Ζέρβα[66] διότι ως ανώτερος αξιωματικός από όλους τους συμμετέχοντες ήταν αδύνατο να υποσκελιστεί από τον «ταγματάρχη» Βελουχιώτη [73].
  10. Ο αριθμός των ανταρτών που συμμετείχαν δεν είναι γνωστός με ακρίβεια. Σύμφωνα με πηγές προσκείμενες στον ΕΛΑΣ οι ελασίτες έφταναν τους 150 ενω οι εδεσίτες τους 50. Σύμφωνα με πηγές προσκείμενες στον ΕΔΕΣ οι ελασίτες ήταν 100 και οι εδεσίτες 60[74].
  11. Για το ποιος διέταξε την εφεδρεία δεν είναι ξεκάθαρο. Ο Μαίερς υποστηρίζει ότι την έστειλε με επικεφαλής τον Πυρομάγλου και στο τέλος πήγε και ο ίδιος για να ενθαρρύνει τους αντάρτες. Ο Νικηφόρος αναφέρει ότι ο Βελουχιώτης διέταξε τον ίδιο να αντεπιτεθεί και να εκκαθαρίσει την κατάσταση σε είκοσι λεπτά, και όποιος υποχωρήσει να εκτελέσει επιτόπου. Ένας ακόμη αυτόπτης μάρτυρας, ο αντάρτης του ΕΔΕΣ Παντελής Κωτσάκης, αναφέρει ότι αφού πήρε την άδεια από τον Ζέρβα αντεπιτέθηκε με χειροβομβίδες και κατάφερε να εξουδετερώσει την ιταλική φρουρά[81].
  12. Ο Χέρμαν Μάγερ χαρακτηρίζει την απόφαση του Μάιερ ως «θανάσιμο λάθος» ενω «ακόμη και σήμερα παραπονιούνται πρώην ηγετικά στελέχη του ΕΛΑΣ για την προσβολή που τους έκανε ο Μάγερ» νιώθοντας σαν «άνθρωποι δεύτερης κατηγορίας»[97]. Η δυσφορία έγινε ακόμη μεγαλύτερη όταν το BBC δεν ανέφερε την συμμετοχή του ΕΛΑΣ στην καταστροφή της γέφυρας του Γοργοπόταμου αλλά και οι φήμες ότι οι Βρετανοί έριχναν άφθονα εφόδια στον ΕΔΕΣ[98]
  13. Όπως αναφέρει ο Ν. Κλόουζ, ήδη από τον Δεκέμβριο του 1942 πολιτική γραμμή του Σιάντου ήταν η μη ανεκτικότητα προς άλλες πολιτικές ομάδες, προειδοποιώντας τους συντηρητικούς πολιτικούς να σταματήσουν να έχουν εχθρική στάση απέναντι στο ΕΑΜ/ ΚΚΕ, διότι εάν επέμεναν «συνειδητά η ασυνείδητα θα ενίσχυαν τον κατακτητή». Τον Ιανουάριο του 1944 μάλιστα η δυσπιστία των ηγετών του ΚΚΕ είχε ως συνέπεια να αποκηρύξει όσους «πολιτικούς ή αντιστασιακές οργανώσεις ήταν εκτός ΕΑΜ ως συνεργαζόμενους με την κατοχική Κυβέρνηση»[112].
  14. Τα καθήκοντα ενός καπετάνιου αφορούσαν τη ζωή του τμήματος και δεν εμπλέκονταν με σχεδιασμό στρατιωτικών επιχειρήσεων[113]. Ήταν υπεύθυνος για την επιμελητεία και τη στρατολογία, αλλά και τη ψυχική, σωματική και πολιτική ευρωστία των ανταρτών[114].
  15. Παρότι αρκετοί συγγραφείς, όπως οι Χαριτόπουλος[130], Φαράκος[131], Λαγδάς[132] αναφέρουν αυτό το γεγονός ως δεδομένο, ιστορικοί όπως οι Φλάισερ και Μαργαρίτης το παραβλέπουν, ενώ ο Ρίχτερ το θεωρεί απίθανο[125]
  16. Με αυτούς είχε συλληφθεί και ο Κωστορίζος, ο οποίος μετά από βασανιστήρια και δίκη εκτελέστηκε μαζί με τρεις ή επτά συντρόφους του[143][144]. Σύμφωνα με τον Κέδρο ο ρόλος του Βελουχιώτη σ αυτόν τον αιματηρό επίλογο της «υπόθεσης Κωστορίζου» φαίνεται πως στάθηκε κεφαλαιώδης, επισημαίνοντας ότι ήταν αληθινά «ο μισητός άνθρωπος» του Βελουχιώτη[145]. Αντίθετα, ο Χαριτόπουλος αναφέρει ότι όταν έμαθε την εκτέλεση δυσαρεστήθηκε σφοδρά[146].
  17. Γενικότερα πάντως, οι Βρετανοί έδειχναν εύνοια, με ρίψεις πολεμικού υλικού και λιρών, στις μη εαμικές οργανώσεις, κυρίως στον ΕΔΕΣ και στην ΕΚΚΑ, παρότι ο ΕΛΑΣ είχε πολύ περισσότερους μαχητές και μεγαλύτερη στρατιωτική αποτελεσματικότητα[163].
  18. Παρόλο που αρκετοί συγγραφείς[165][166][167] υποστηρίζουν ότι ο Σιάντος είχε δώσει εντολή για επίθεση κατά του Ψαρρού- ή εκφράζουν αμφιβολίες[168][169] -, ο καθηγητής Ιστορίας Φλάισερ, αξιολογώντας όλες τις εκδοχές κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τέτοια εντολή είναι ανύπαρκτη[170].
  19. Ο Φλάισερ αναφέρει ότι ο αφοπλισμός έγινε στις 13 Μαΐου[170], ενώ άλλοι συγγραφείς την 14η Μαΐου[174][161] ή την 15η [175].
  20. Μετά την καταστροφή της γέφυρας του Γοργοποτάμου η ομάδα Χάρλινγκ μετονομάστηκε σε Βρετανική Στρατιωτική Αποστολή και ο Μάιερς ανέλαβε τον συντονισμό και την ανάπτυξη του ανταρτοπόλεμου στην Ελλάδα. Η μόνιμη, πλέον, παρουσία των Βρετανών στα ελληνικά βουνά είχε ως σκοπό, εκτός από τον κοινό αγώνα ενάντια στις κατοχικές δυνάμεις, τον έλεγχο του Αντάρτικου και των αντιστασιακών οργανώσεων[176]. Βασική πολιτική της Βρετανίας σε όλη την περίοδο της Κατοχής ήταν η υποστήριξη του, αντιδημοφιλής στην κατεχόμενη Ελλάδα και ανεπιθύμητου από το ΚΚΕ/ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, βασιλιά των Ελλήνων Γεωργίου Β΄, και η όσο τον δυνατόν συντομότερη επιστροφή του[177]. Ο πρωθυπουργός Τσώρτσιλ και το Φόρεϊν Όφις απεχθάνονταν το ΕΑΜ καθώς θεωρούσαν ότι ελέγχονταν από κομμουνιστές. Για τους Έλληνες, βέβαια, η Βρετανία ήταν ένας σεβαστός σύμμαχος, όχι ομως και για τους κομμουνιστές[178].

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Χαριτόπουλος (2003), σ. 39
  2. Σαμπατακάκης (2004), σ. 6-7
  3. Σαμπατακάκης (2004) σ. 7
  4. Χανδρινός (2009), σ. 6
  5. Λαγδάς (1965) τ. Α΄ σ. 258
  6. Λαγδάς (1965), τ. Α΄ σ. 261
  7. Χαριτόπουλος (2003), σ. 40
  8. Χανδρινός (2009), σ. 8
  9. Χανδρινός (2009), σ. 8-9
  10. 10,0 10,1 Χανδρινός (2009), σ. 10
  11. Κουτσούκης (2004), σ. 13-14
  12. Κουτσούκης (2004), σ. 14-15
  13. Κουτσούκης (2004), σ. 15
  14. Χαριτόπουλος (2003), σ. 41-42
  15. Φαράκος (2004), σ. 34
  16. Χαριτόπουλος (2003), σ. 42
  17. Νεφελούδης (2007), σ. 172
  18. Ρούσος (1976), σ. 63 & Χατζηπαναγιώτου (1976), σελ.628
  19. Σαμπατακάκης (2004) σ. 8. Κουτσούκης (2004), σ. 16
  20. Φλάισερ (1988), σ. 230
  21. Φλάισερ (1988), σ. 230-231, Μαργαρίτης (2004), σ. 24
  22. Φλάισερ (1988), σ. 228
  23. Μπρούσαλης (2009), σ. 17
  24. Χαριτόπουλος (2003), σ. 53-54
  25. Φλάισερ (1988), σ. 231
  26. 26,0 26,1 Χανδρινός (2011) Α΄σ. 18
  27. Αλβανός (2003) σ. 38
  28. Μαργαρίτης (2003) σ. 114
  29. Φλάισερ (1988) σ. 233
  30. Αλβανός (2003) σ. 39-40
  31. 31,0 31,1 31,2 Μαργαρίτης (2003), σ. 115
  32. 32,0 32,1 Αλβανός (2003) σ. 40
  33. Μαργαρίτης (2001) σ. 16-17
  34. Φλάισερ (1988) σ. 234
  35. Μαζάουερ (1994) σ. 345
  36. Φλάισερ (2015) «Η Αντίσταση», σ. 22
  37. Χανδρινός Α΄(2011) σ. 20
  38. 38,0 38,1 38,2 38,3 38,4 Φλάισερ (1988) σ. 235
  39. Γρηγοριάδης τ. 1, (1973) σ. 208
  40. Χανδρινός Α΄(2011) σ. 20-21
  41. Μαργαρίτης (2004) σ. 115-116
  42. Χαριτόπουλος (2003) σ. 72
  43. Χαριτόπουλος (2003) σ. 77
  44. Γρηγοριάδης τ. 1, (2011) σ. 209
  45. Χαριτόπουλος (2003) σ. 76-79
  46. Χαριτόπουλος (2003) σ. 78
  47. 47,0 47,1 47,2 47,3 Χανδρινός Α΄(2011) σ. 21
  48. Χαριτόπουλος (2003) σ. 92
  49. Αλβανός (2003) σ. 41
  50. 50,0 50,1 Αλβανός (2003) σ. 42
  51. Χαριτόπουλος (2003) σ. 98
  52. Χαριτόπουλος (2003) σ. 111
  53. Γρηγοριάδης τ. 1, (2011) σ. 210
  54. Χαριτόπουλος (2003) σ. 113
  55. Χαριτόπουλος (2003) σ. 114
  56. Σαμπατακάκης (2003) σ. 220
  57. Μάγερ (1995) σ.38-39
  58. Σαμπατακάκης (2003) σ. 223
  59. Σαμπατακάκης (2003) σ. 224
  60. Χαριτόπουλος (2003) σ. 109
  61. Φλάισερ (1998) Α΄ σ. 245 σημ. 89
  62. 62,0 62,1 Μαγερ (1995) σ. 95
  63. Μαργαρίτης (2003) σ. 116
  64. Ζαούσης (2015) σ. 435
  65. Χαριτόπουλος (2003) σ. 128
  66. 66,0 66,1 Παπαφλωράτος (2007) σ. 50
  67. Κέδρος (2004) τομ. 1, σ. 184
  68. Χαριτόπουλος (2003) σ. 133
  69. Χανδρινός (2011) Α΄ σ. 23
  70. Μαργαρίτης (2006) σ. 436
  71. Κέδρος (2004) τομ. 1, σ. 186-187
  72. Χαριτόπουλος (2003) σ. 135
  73. Γρηγοριάδης (2011) τ. 1, σ. 233
  74. Παπαφλωράτος (2007) σ. 51
  75. Χανδρινός (2007) σ. 27-28
  76. Μάγερ (1995) σ. 96
  77. Ζαούσης (2015) σ. 439
  78. 78,0 78,1 Χανδρινός (2007) σ. 27
  79. 79,0 79,1 Χανδρινός (2007) σ. 28
  80. Μάγερ (1995) σ. 104
  81. Ζαούσης (2015) σσ. 442-443
  82. Παπαφλωράτος (2007) σ. 53
  83. Χανδρινός (2007) σ. 28-29
  84. Ζαούσης (2015) σ. 444
  85. Μάγερ (1995) σ. 110
  86. Μάγερ (1995) σ. 112
  87. 87,0 87,1 Χανδρινός (2007) σ. 29
  88. Σαμπατακάκης (2003) σ. 226
  89. Φλάισερ (1988) σσ. 236-237
  90. Λυμπεράτος (2007) σ.14
  91. Μαργαρίτης (2006) σ. 440
  92. Γρηγοριάδης (2011) τ. 1, σ. 234
  93. Μάγερ (1993) σ. 163
  94. Ζαούσης (2015) σ. 444
  95. 95,0 95,1 Φλάισερ (1988) σ. 246
  96. Ζαούσης (2015) σ. 445
  97. Μάγερ (1995) σ. 116
  98. Φλάισερ (1998) σ. 247
  99. Χαριτόπουλος 145-148
  100. Φλάισερ (1988) σ. 307
  101. 101,0 101,1 101,2 Φλάισερ (1988) σ. 308
  102. Χαριτόπουλος (2003) σ. 155
  103. Χαριτόπουλος (2003) σ. 156
  104. Ρίχτερ (1975) τ. Α΄, σ. 283
  105. Μαργαρίτης (2003) σ. 120
  106. Φλάισερ (1988) σ. 248
  107. Χαριτόπουλος (2003) σ. 162
  108. Χαριτόπουλος (2003) σ. 172
  109. Ρίχτερ (1975) τ. Α΄, σ. 284
  110. Φλάισερ (1988) σ. 248-249
  111. Φλάισερ (1988) σ. 249
  112. Κλόουζ (2003) σ. 142-143
  113. Χανδρινός (2011) Α΄σ. 46
  114. 114,0 114,1 Φλάισερ (1988) σ. 250
  115. Χανδρινός (2011) Α΄σ. 48
  116. Κέδρος (2004) τ. Α΄σ. 254
  117. 117,0 117,1 117,2 Φλάισερ (2015) σ. 24
  118. Χαριτόπουλος (2003) σ. 173, 176
  119. Χαριτόπουλος (2003) σ. 181-183
  120. Λαγδάς (1965) τ. Β΄ σ. 294
  121. Χαριτόπουλος (2003) σ. 188-189
  122. Μάγερ (1995) σ. 176
  123. Κέδρος (2004) τ. Α΄σ. 253-254
  124. 124,0 124,1 Φλάισερ (1988) σ. 309
  125. 125,0 125,1 125,2 Ρίχτερ (1975) τ. Α΄, σ. 291
  126. Μάγερ (1995) σ. 178
  127. Ζαούσης (2015) σ. 468
  128. Ρίχτερ (1975) τ. Α΄, σ. 285
  129. Χαριτόπουλος (2003) σ. 202
  130. Χαριτόπουλος (2003) σ. 200
  131. Φαράκος (1998) σ. 46
  132. Λαγδάς (1965) τ. Β΄ σ. 300
  133. Μαργαρίτης (2003) σ. 121
  134. Μαργαρίτης (2003) σ. 121-122
  135. Κέδρος (2004) τομ. 1, σ. 311
  136. Μαργαρίτης (2003) σ. 122
  137. Φλάισερ (1988) σ. 340
  138. Μαργαρίτης (2003) σ. 123- 125
  139. Χανδρινός (2011) Α΄ σ. 35
  140. Μαργαρίτης (2003) σ.125
  141. Κέδρος (2004) τομ. 1, σ.265
  142. Μάγερ (2003) σ. 53
  143. Φλάισερ (1988) σ. 376
  144. Μάγερ (1995) σ. 179-185
  145. Κέδρος (2004) τομ. 1, σ. 264-265
  146. Χαριτόπουλος (2003) σ. 210
  147. Χαριτόπουλος (2003) σ. 234
  148. Φλάισερ (1988) σ. 379
  149. Χαριτόπουλος (2003) σ. 235
  150. Χαριτόπουλος (2003) σ. 246-251
  151. Μάγερ (1995) σ. 292
  152. Λαγδάς (1965) τ. Β΄ σ. 332
  153. Μάγερ (1995) σ. 314
  154. Χαριτόπουλος (2003) σ. 236
  155. Χαριτόπουλος (2003) σ. 238
  156. Λαγδάς (1965) τ. Β΄ σ. 331-332
  157. Φλάισερ (1988) σ. 383
  158. Mamarelis (2003) σ. 110
  159. Φλάισερ (1988) σ. 383-384
  160. 160,0 160,1 160,2 Φλάισερ (1988) σ. 384
  161. 161,0 161,1 161,2 Ζαούσης (2015) σ. 494
  162. Χατζηπαναγιώτου (1976) σ. 273
  163. Κλόουζ (2003) σ. 170-171
  164. Mamarelis (2003) σ. 130-131
  165. Ρίχτερ (1975) τ. Α΄ σ. 316
  166. Χατζηπαναγιώτου (1976) σ. 280
  167. Χαριτόπουλος (2003) σ. 265-266
  168. Κέδρος (2004) τομ. 1, σ. 299-300
  169. Mamarelis (2003) σ. 134-137
  170. 170,0 170,1 170,2 170,3 Φλάισερ (1988) σ. 385
  171. Φλάισερ (1988) σ. 424
  172. Χαριτόπουλος (2003) σ. 256-257
  173. Χαριτόπουλος (2003) σ. 257
  174. 174,0 174,1 Mamarelis (2003) σ. 131
  175. Χατζηπαναγιώτου (1976) σ. 278
  176. Σαμπατακάκης ( 2003) σ. 228
  177. Φλάισερ (1988) σ. 187
  178. Κλόουζ (2003) σ. 171-172
  179. Κέδρος (2004) τομ. 1, σ. 300
  180. Χατζηπαναγιώτου (1976) σ. 276