Χανς Όστερ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Χανς Όστερ
Bundesarchiv Bild 146-2004-0007, Hans Oster.jpg
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Hans Paul Oster (Γερμανικά)
Γέννηση9  Αυγούστου 1887[1][2]
Δρέσδη[3]
Θάνατος9  Απριλίου 1945[1][2]
Στρατόπεδο συγκέντρωσης Φλόσενμπεργκ
Αιτία θανάτουαπαγχονισμός
Συνθήκες θανάτουθανατική ποινή
Τόπος ταφήςNordfriedhof
Χώρα πολιτογράφησηςΓερμανία
ΘρησκείαΛουθηρανισμός
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΓερμανικά
ΣπουδέςKreuzschule
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταστρατιωτικός
αντιστασιακός
Περίοδος ακμής1907
Ποινική κατάσταση
Κατηγορίες εγκλήματοςΠροδοσία
Στρατιωτική σταδιοδρομία
Βαθμός/στρατόςgeneralmajor/Αυτοκρατορικός Γερμανικός Στρατός
Πόλεμοι/μάχεςΑ΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Χανς Πάουλ Όστερ (Hans Paul Oster, 9 Αυγούστου 1887 – 9 Απριλίου 1945) ήταν Στρατηγός της Βέρμαχτ της Ναζιστικής Γερμανίας και ηγετική φυσιογνωμία της γερμανικής αντιναζιστικής κίνησης από το 1938 ως το 1943. Ως αναπληρωτής διοικητής του γραφείου αντικατασκοπείας της Άμπβερ, ο Όστερ είχε πλεονεκτική θέση για την οργάνωση και διεύθυνση αντιστασιακών επιχειρήσεων υπό το πρόσχημα των επιχειρήσεων αντικατασκοπείας. Απολύθηκε όταν αποκαλύφθηκε ότι βοηθούσε Εβραίους να αποφύγουν τη σύλληψη.

Ενεπλάκη στην αποκαλούμενη "συνωμοσία Όστερ" του Σεπτεμβρίου 1938 και συνελήφθη το 1943, με την υποψία ότι βοηθούσε αξιωματικούς της Άμπβερ που είχαν συλληφθεί να βοηθούν Εβραίους να διαφύγουν από τη Γερμανία. Μετά την αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας του Χίτλερ τον Ιούλιο του 1944, η Γκεστάπο κατέσχεσε τα ημερολόγια του Ναυάρχου Βίλχελμ φον Κανάρις, του επικεφαλής της Άμπβερ, από τα οποία αποκαλύφθηκαν οι δραστηριότητες του Όστερ. Τον Απρίλιο του 1945, οι φον Κανάρις, Όστερ και Ντίτριχ Μπονχέφφερ (Dietrich Bonhoeffer) εκτελέστηκαν δι' απαγχονισμού στο Στρατόπεδο συγκέντρωσης Φλόσενμπεργκ.

Πρώιμη σταδιοδρομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Όστερ γεννήθηκε στη Δρέσδη το 1887. Ήταν γιος ενός Αλσατού πάστορα της γαλλικής προτεσταντικής εκκλησίας.[4] Το 1907 εισήλθε στο Πυροβολικό και κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο υπηρέτησε στο δυτικό μέτωπο μέχρι το 1916, οπότε και προήχθη σε λοχαγό και τοποθετήθηκε στο γερμανικό Γενικό Επιτελείο. Μετά τον Πόλεμο θεωρήθηκε ικανός να παραμείνει στην Ράιχσβερ, της οποίας το δυναμικό σε αξιωματικούς είχε περιορισστεί σε 4.000 σύμφωνα με τη Συνθήκη των Βερσαλλιών. Αναγκάστηκε να παραιτηθεί από τον Στρατό, καθώς απερίσκεπτα παραβρέθηκε σε καρναβαλική εκδήλωση σε αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη της Ρηνανίας, όπου η παρουσία αξιωματικών της Ράιχσβερ απαγορευόταν.

Δεν άργησε να βρει νέα εργασία στην οργάνωση που δημιούργησε ο Χέρμαν Γκέρινγκ στην πρωσική αστυνομία. Μετατέθηκε στην Άμπβερ τον Οκτώβριο του 1933. Τότε συνάντησε τους Χανς Γκισέβιους (Hans Bernd Gisevius) και Άρτουρ Νέμπε (Arthur Nebe) που εργάζονταν στην Γκεστάπο και έγιναν "συνάδελφοι εν συνωμοσία". Την ίδια εποχή έγινε έμπιστος του Ναυάρχου φον Κανάρις.[5]

Η αντίθεση στον Χίτλερ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όπως πολλοί αξιωματικοί, ο Όστερ καλοδέχτηκε αρχικά το ναζιστικό καθεστώς. Όμως, η άποψή του άλλαξε μετά τη Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών του 1934, στην οποία η SS δολοφόνησε πολλούς από τους ηγέτες της "αντίπαλης" SA και άλλους πολιτικούς αντιπάλους του καθεστώτος, όπως ο Στρατηγός Κουρτ φον Σλάιχερ (Kurt von Schleicher), πρώην Καγγελάριο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης και τον επίσης Στρατηγό Φέρντιναντ φον Μπρέντοβ (Ferdinand von Bredow), πρώην επικεφαλής της Άμπβερ. Το 1935 του επιτράπηκε να επανέλθει στις τάξεις του στρατού, όχι όμως στο Γενικό Επιτελείο. Μέχρι το 1938, όμως, αρχικά η Υπόθεση Μπλόμπεργκ - Φριτς (Blomberg–Fritsch) και η Νύχτα των Κρυστάλλων μετέτρεψαν την απλή αντιπάθειά του προς το ναζιστικό καθεστώς σε μίσος και σε επιθυμία να βοηθήσει στη διάσωση των Εβραίων.[6] Κατά τη διάρκεια της κρίσης που προκάλεσε η υπόθεση Φριτς, ο Όστερ συνάντησε τον Στρατηγό Λούντβιχ Μπεκ, γεγονός που ξεκίνησε τη συνωμοσία Όστερ του Σεπτεμβρίου 1938.[7]

Η θέση του Όστερ στην 'Αμπβερ ήταν πολύτιμη για τους συνωμότες. Η Άμπβερ μπορούσε να τους προμηθεύει με πλαστά έγγραφα και απαγορευμένα (στο εμπόριο) υλικά, να "μεταμφιέζει" τις συνωμοτικές δραστηριότητες σε "επιχειρήσεις" πληροφοριών, να συνδέει παρενεσπαρμένες εστίες αντίστασης και να παρέχει στους συνωμότες πολύτιμες πληροφορίες. Βασικός ήταν ο ρόλος του Όστερ στην πρώτη συνωμοσία για την ανατροπή του Χίτλερ, η οποία είχε τις ρίζες της στην πρόθεση του δικτάτορα να εισβάλει στην Τσεχοσλοβακία. Τον Αύγουστο του 1938 ο Μπεκ εξέφρασε ανοικτά, σε συνάντηση Στρατηγών στο Βερολίνο, την αντίθεσή του σε πολεμική εμπλοκή με τις δυτικές δυνάμεις για το θέμα της Τσεχοσλοβακίας. Όταν το πληροφορήθηκε ο Χίτλερ, απαίτησε - και έλαβε - την παραίτηση του Μπεκ. Ο Στρατηγός, όμως, έχαιρε υψηλού σεβασμού στον Στρατό και η απομάκρυνσή του προκάλεσε σοκ στο σώμα των αξιωματικών. Ο διάδοχός του ως αρχηγός του Επιτελείου, Φραντς Χάλντερ, παρέμεινε σε επαφή τόσο με τον αποπεμφθέντα Στρατηγό όσο και με τον Όστερ. Ο Χάλντερ είχε πει, σε ιδιωτική συζήτηση, ότι θεωρούσε τον Χίτλερ "ενσάρκωση του Κακού".[8]

Οι Όστερ, Γκισέβιους και Χιάλμαρ Σαχτ προέτρεπαν τους Χάλντερ και Μπεκ να οργανώσουν πρεξικόπημα κατά του Χίτλερ. Όμως, οι αξιωματικοί του Στρατού αντέτειναν ότι θα ήταν δυνατόν να βρούν ανταπόκριση ανάμεσα στους αξιωματικούε μόνον εάν ο Χίτλερ προέβαινε σε εμφανείς πολεμικές ενέργειες. Ο Χάλντερ ζήτησε από τον Όστερ να καταστρώσει σχέδια για πραξικόπημα και συμφωνήθηκε τελικά ότι ο Χάλντερ θα το ξεκινούσε μόνον όταν ο Χίτλερ θα έκανε εμφανείς κινήσεις πολέμου. Απεσταλμένοι των συνωμοτών μετέβησαν στο Ηνωμένο Βασίλειο με τη βοήθεια της Άμπβερ και του Όστερ, ώστε να παρακινήσουν τους Βρετανούς να παραμείνουν σταθεροί στις θέσεις τους ως προς την κρίση της Σουδητίας. Στις 28 Σεπτεμβρίου 1938, ο Βρετανός Πρωθυπουργός Νέβιλ Τσάμπερλεν, όμως, προσυπέγραψε τη Συμφωνία του Μονάχου, η οποία προκάλεσε τη διάλυση της Τσεχοσλοβακίας, ερήμην των εκπροσώπων της. Επρόκειτο για διπλωματικό θρίαμβο του Χίτλερ, ο οποίος προκάλεσε την υπονόμευση των σχεδίων και την αποθάρρυνση των συνωμοτών. Ο Χάλντερ δεν ήταν πλέον σε θέση να προκαλέσει και να υποστηρίξει πραξικόπημα. Επρόκειτο για την πλέον "επιτυχημένη" συνωμοσία κατά του Χίτλερ πριν την απόπειρα δολοφονίας του στις 20 Ιουλίου 1944.

Το 1943 οι προσπάθειες της Άμπβερ για διασώσεις Εβραίων αποκαλύφθηκαν από τη Γκεστάπο και ο Όστερ απομακρύνθηκε από τη θέση του.

Εκτέλεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Όστερ συνελήφθη μια ημέρα μετά τη Συνωμοσία της 20ής Ιουλίου, την αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας του Χίτλερ. Στις 4 Απριλίου 1945 ανακαλύφθηκαν οι μυστικές σημειώσεις - ημερολόγια του φον Κανάρις. Όταμ τα διάβασε ο Χίτλερ, εξεμάνη σε τέτοιο βαθμό, ώστε διέταξε όλοι οι συνωμότες - πρόσφατοι και παλαιότεροι, και ο Όστερ ανάμεσά τους - να εκτελεστούν.[9] Στις 8 Απριλίου 1945 οι Όστερ, Ντίτριχ Μπονχέφερ, Βίλχελμ Κανάρις και άλλοι αντιναζιστές κρίθηκαν ένοχοι και καταδικάστηκαν σε θανατο από Στρατοδικείο των SS, στο οποίο προήδρευε ο Όττο Τόρμπεκ (Otto Thorbeck). Την αυγή της επόμενης ημέρας και οι τρεις απαγχονίστηκαν στο Στρατόπεδο συγκέντρωσης Φλόσενμπεργκ. Τους υποχρέωσαν να γδυθούν πριν οδηγηθούν στην αγχόνη. Η τραγική ειρωνία είναι ότι οι αμερικανικές δυνάμεις απελευθέρωσαν το στρατόπεδο μόλις τρεις εβδομάδες αργότερα.

Ο Φάμπιαν φον Σλάμπεντορφ, ένας από τους ελάχιστους αντιναζιστές ανώτατους αξιωματουχους που επέζησαν του Πολέμου, περιέγραψε τον Όστερ ως "άνθρωπο όπως τον εννοούσε ο Θεός, γαλήνιος και με καθαρό μυαλό, ατάραχος μπροστά στον κίνδυνο".[10]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Περαιτέρω ανάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Joachim Fest. Plotting Hitler's Death: The German Resistance to Hitler, 1933–1945 (London, Weidenfeld & Nicolson, 1996)
  • Peter Hoffmann. The History of the German Resistance, 1933–1945 (Montreal, McGill-Queen's University Press, 1996)
  • Roger Moorhouse. Killing Hitler (London, Jonathan Cape, 2006).
  • Romedio Galeazzo Graf von Thun-Hohenstein Der Verschwörer, General Oster und die Militäropposition (Berlin, Severin und Siedler 1982)