Φρίντριχ Άκελ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Φρίντριχ Άκελ
Friedrich Karl Akel
Friedrich Akel.jpg
Πρεσβύτερος του Κράτους
Περίοδος
26 Μαρτίου 1924 – 16 Δεκεμβρίου 1924
Προκάτοχος Κονσταντίν Πετς
Διάδοχος Γιούρι Γιάακσον
Προσωπικά στοιχεία
Γέννηση 5 Σεπτεμβρίου 1871
Kaubi karja, Ρωσική Αυτοκρατορία
Θάνατος 3 Ιουλίου 1941 (69 ετών)
Ταλίν, Σοβιετική Ένωση
Εθνικότητα Εσθονός
Υπηκοότητα Ρωσική, εσθονική
Πολιτικό κόμμα Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα Εσθονίας
Σύντροφος Αντέλ Καρολίν Τεντς
Παιδιά 4
Σπουδές Πανεπιστήμιο του Τάρτου
Επάγγελμα Οφθαλμίατρος, διπλωμάτης
Θρήσκευμα Λουθηρανισμός

Ο Φρίντριχ Καρλ Άκελ[1] (εσθονικά:Friedrich Karl Akel, 24 Αυγούστου/5 Σεπτεμβρίου 1871 - 3 Ιουλίου 1941) ήταν Εσθονός διπλωμάτης και πολιτικός. Διετέλεσε «Πρεσβύτερος του Κράτους» από τις 26 Μαρτίου μέχρι τις 16 Δεκεμβρίου του 1924[2][3] και μέλος της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής από το 1928 έως το 1932.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε το 1871 στο Kaubi karja[1] της Ρωσικής Αυτοκρατορίας (εντός των ορίων της σημερινής Εσθονίας) και ήταν γιος εύπορης αγροτικής οικογένειας[3] (οι γονείς του ονομάζονταν Juhan και Kärt Άκελ[4]). Μετά την ολοκλήρωση της βασικής εκπαίδευσης μετέβη στο Τάρτου προκειμένου να συνεχίσει τις σπουδές του, πρώτα στο γυμνάσιο της πόλης και έπειτα στο Πανεπιστήμιο του Τάρτου από όπου αποφοίτησε το 1897 λαμβάνοντας πτυχίο οφθαλμολογίας. Τα επόμενα χρόνια εργάστηκε σε διάφορες κλινικές στο Ταρτού, στη Βαρσοβία και στη Ρίγα και πραγματοποίησε περαιτέρω σπουδές στο Βερολίνο και τη Λειψία, ενώ το 1902 εγκαταστάθηκε μόνιμα στο Ταλίν. Το 1904 - 1905 συμμετείχε στον ρωσοϊαπωνικό πόλεμο ως στρατιωτικός γιατρός και με την επιστροφή του αναδείχτηκε σταδιακά σε μια από τις σημαντικότερες προσωπικότητες του Ταλίν σε επαγγελματικό και κοινωνικό επίπεδο[3][4].

Μετά την ανεξαρτησία της Εσθονίας ενεπλάκη ενεργά στην πολιτική ζωή της χώρας υποστηρίζοντας από το 1919 το Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα. Αρχικά εκλέχτηκε δημοτικός σύμβουλος του Ταλίν και κατά τη διάρκεια της πολιτικής του σταδιοδρομίας υπηρέτησε τρεις φορές ως υπουργός εξωτερικών (τις περιόδους 1923 - 1924, 1926 - 1928 και 1936 - 1938), ενώ τον Μάρτιο του 1924 σχημάτισε, υποστηριζόμενος από τις δυνάμεις του Κέντρου, δική του κυβέρνηση διαδεχόμενος τον Κονσταντίν Πετς ως «Πρεσβύτερος του Κράτους»[4]. Τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους παραιτήθηκε μαζί με ολόκληρη την κυβέρνηση και τον διαδέχτηκε ευρύς συνασπισμός υπό τον Γιούρι Γιάακσον[4].

Ως διπλωμάτης, ο Άκελ υπηρέτησε στις πρεσβείες της Εσθονίας στο Ελσίνκι (1922 - 1923), τη Στοκχόλμη (1928 - 1934) και το Βερολίνο (1934 - 1936)[3]. Παράλληλα υπήρξε από το 1924 πρόεδρος της Εσθονικής Ολυμπιακής Επιτροπής και από το 1928 μέλος της ΔΟΕ, αξιώματα από τα οποία παραιτήθηκε το 1932 λόγω αυξημένων υποχρεώσεων[4].

Την 17η Οκτωβρίου του 1940, λίγους μήνες μετά την εισβολή του Κόκκινου Στρατού στην Εσθονία και την προσάρτηση της χώρας στην ΕΣΣΔ, συνελήφθη από τη NKVD και φυλακίστηκε[3]. Εκτελέστηκε στις 3 Ιουλίου 1941 στο Ταλίν χωρίς να είναι γνωστός ο τόπος ταφής του[4].

Αποτίμηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αν και αρχικά ήταν υπέρμαχος της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας σταδιακά μεταβλήθηκε σε υποστηρικτή της απολυταρχίας. Κατά τη διάρκεια της θητείας του ως «Πρεσβύτερος του Κράτους» περιόρισε την οικονομική ύφεση που αντιμετώπιζε το κράτος συμβάλλοντας με την επιβολή σκληρών μέτρων στην προσπάθεια για οικονομική μεταρρύθμιση που ολοκληρώθηκε αργότερα με την αλλαγή του εθνικού νομίσματος από το μάρκο στην κορόνα[3][4].

Ως υπουργός εξωτερικών κατά τη διάρκεια του καθεστώτος Πετς - το οποίο επιβλήθηκε στη χώρα μετά το αυτο-πραξικόπημα του 1934 - κράτησε φιλογερμανική στάση προκειμένου να αναχαιτίσει μια ενδεχόμενη σοβιετική επιθετικότητα και παράλληλα επιδίωξε για τον ίδιο σκοπό την πολιτική προσέγγιση με τη Σουηδία καθώς και τη συνεννόηση των βαλτικών χωρών με την Πολωνία[3].

Προσωπική ζωή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Άκελ ήταν παντρεμένος από το 1906 με την Αντέλ Καρολίν Τεντς με την οποία απέκτησε τρεις κόρες (τις Βίλμα, Άστα και Λία) και έναν γιο (Φρίντριχ). Ήταν προτεστάντης (λουθηρανικού δόγματος) και είχε διατελέσει αντιπρόεδρος του Εσθονικού Λουθηρανικού Συμβουλίου[4].

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 «Friedrich Karl Akel» (στα εσθονικά). riigikantselei.ee. Vabariigi Valitsus. https://www.riigikantselei.ee/valitsus/valitsus/et/riigikantselei/uldinfo/organisatsioon/Friedrich%20Karl%20Akel.pdf. Ανακτήθηκε στις 28 Μαρτίου 2017. 
  2. Georg von Rauch, Die Geschichte der baltischen Staaten, University of California Press, 1974, σελ. 256.
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 3,4 3,5 3,6 Wojciech Roszkowski,Jan Kofman, Biographical Dictionary of Central and Eastern Europe in the Twentieth Century, Routledge, 2016, σελ. 11 - 12.
  4. 4,0 4,1 4,2 4,3 4,4 4,5 4,6 4,7 Remmelkoor, Reele (Ιανουάριος 2000). «Karl Friedrich Akel (1871 - 1941)» (στα αγγλικά). Journal of Olympic History: 31 - 33. http://library.la84.org/SportsLibrary/JOH/JOHv8n1/johv8n1k.pdf. Ανακτήθηκε στις 28 Μαρτίου 2017.