Τόμας Χαντ Μόργκαν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τόμας Χαντ Μόργκαν
Thomas Hunt Morgan.jpg
Γέννηση
Τόπος γέννησης Λέξινγκτον, Κεντάκι
Θάνατος
Τόπος θανάτου Πασαντίνα
Υπηκοότητα Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής
Σύζυγος Lilian Vaughan Morgan
Τέκνα Isabel Morgan
Ερευνητικός τομέας γενετική
Σπουδές Πανεπιστήμιο Τζονς Χόπκινς και Πανεπιστήμιο του Κεντάκι
Επάγγελμα/
ιδιότητες
βιολόγος, γενετιστής, ζωολόγος, ιατρός, καθηγητής πανεπιστημίου και Ομότιμος καθηγητής
Εργοδότης Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Καλιφόρνιας (), Πανεπιστήμιο Κολούμπια () και Κολλέγιο Μπριν Μαρ ()
Ακαδημαϊκός τίτλος Bachelor of Science και Διδάκτωρ
Thomas Hunt Morgan signature.svg
Commons page Wikimedia Commons

Ο Τόμας Χαντ Μόργκαν (Thomas Hunt Morgan, 25 Σεπτεμβρίου 1866 - 4 Δεκεμβρίου 1945)[1] ήταν Αμερικανός εξελικτικός βιολόγος, γενετιστής, εμβρυολόγος και συγγραφέας ο οποίος βραβεύτηκε με το βραβείο Νόμπελ Φυσιολογίας και Ιατρικής το 1933 για τις ανακαλύψεις του σχετικά με το ρόλο των χρωμοσωμάτων στην κληρονομικότητα.

Ο Μόργκαν έλαβε το διδακτορικό του από το πανεπιστήμιο Τζονς Χόπκινς στη ζωολογία το 1890. Ακολουθώντας την επανανακάλυψη της μεντελιανής κληρονομικότητας το 1900, ο Μόργκαν άρχισε τη μελέτη των γενετικών χαρακτηριστικών στη μύγα των φρούτων στη Δροσόφιλα μελανογάστηρ (Drosophila melanogaster). Στο διάσημο δωμάτιο των μυγών στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, ο Μόργκαν έδειξε ότι τα γονίδια μεταφέρονται πάνω στα χρωμοσώματα και είναι η μηχανική βάση της κληρονομικότητας. Αυτές οι ανακαλύψεις αποτελούν τη βάση της σύγχρονης γενετικής.

Κατά τη διάρκεια της καριέρας, ο Μόργκαν έγραψε 22 βιβλία και 370 επιστημονικές δημοσιεύσεις.[1] Ως αποτέλεσμα της εργασίας του, η Δροσόφιλα έγινε ένας από τους κύριους οργανισμούς μοντέλα στη σύγχρονη γενετική. Το τμήμα βιολογίας που δημιούργησε στο Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Καλιφόρνια παρήγαγε εφτά νομπελίστες.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Fisher, R. A.; De Beer, G. R. (1947). «Thomas Hunt Morgan. 1866-1945». Obituary Notices of Fellows of the Royal Society 5 (15): 451–466. doi:10.1098/rsbm.1947.0011.