Τσελιγκάτο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ως τσελιγκάτο ορίζεται ιδιότυπος κοινωνικός και παραγωγικός μηχανισμός, που αποτελούνταν από συγγενικές κυρίως οικογένειες. Κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας οι ορεινοί κάτοικοι προτίμησαν την κτηνοτροφία ως προσφορότερη από τη γεωργία[1] . Αποτέλεσμα αυτής της δραστηριότητας υπήρξε η παρεμφερής ανάπτυξη βιοτεχνιών, που επεξεργάζονταν τα κτηνοτροφικά προϊόντα. Ιδιαίτερα κατά τη δεύτερη περίοδο της τουρκοκρατίας, παρατηρείται η μετάβαση των κτηνοτρόφων από τις οικογενειακές εκμεταλλεύσεις στις οργανωμένες, που δε στηρίζονται σε σχέσεις αίματος, αλλά στο κοινό επαγγελματικό συμφέρον. Τότε εμφανίζεται το τσελιγκάτο, ως παραγωγικός συνεταιρισμός, με πυρήνα του τη διευρυμένη οικογένεια, οικονομικά εύρωστη, με σημαντικά κοπάδια στη διάθεσή της[2]. Με αυτή την οικογένεια συνεταιρίζονται άλλες συζυγικές οικογένειες ή διευρυμένες με μικρότερες οικονομικές δυνατότητες που τις χαρακτηρίζουν οι μεταξύ τους σχέσεις συγγένειας[3].

Το ανθρώπινο δυναμικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ανθρώπινο δυναμικό του τσελιγκάτου επιμεριζόταν ιεραρχικά σε διάφορους ρόλους: Στην κορυφή βρισκόταν ο τσέλιγκας, ως επικεφαλής και υπεύθυνος για όλες τις δραστηριότητες του τσελιγκάτου. Εκπροσωπούσε το τσελιγκάτο έναντι τρίτων κλείνοντας συμφωνίες (ενοικίαση βοσκοτόπων, πώληση γάλακτος), ήταν υπόλογος στις Αρχές του κράτους, καθόριζε τα καθήκοντα των μελών, φρόντιζε για τη διαβίωσή τους είχε την αποκλειστική ευθύνη για την προμήθεια προϊόντων από την αγορά και την αρμοδιότητα για τις πιστωτικές λειτουργίες με τους σμίχτες και τους τσοπάνους. Πριν από κάθε μετακίνηση ο τσέλιγκας, μαζί με τους αρχηγούς των οικογενειών του τσελιγκάτου έκανε τους λογαριασμούς και μοίραζε τα κέρδη με κριτήριο τον αριθμό των ζώων που διέθετε ο καθείς. Από την πλευρά τους οι τσοπάνηδες έπαιρναν τη προσυμφωνημένη «ρόγα» (μισθό), με την προϋπόθεση πάντα ότι θα απέμενε ένα χρηματικό ποσό μετά από τον υπολογισμό των πιστώσεων που είχαν καταγραφεί στον προσωπικό τους λογαριασμό[4]. Έπονταν οι σμίχτες, αρχηγοί των οικογενειών που κατείχαν καίριες θέσεις στην παραγωγική διαδικασία. Ακολουθούσαν τα μέλη των οικογενειών που συμμετείχαν σε διάφορες δραστηριότητες. Τελευταίος εργασιακός παράγοντας είναι οι τσοπάνηδες, ως έμμισθοι.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα, νομαδικού βίου στον ελλαδικό χώρο, αποτέλεσαν οι Σαρακατσάνοι και κάποιοι Βλαχόφωνοι. Οι πρώτοι, επικέντρωσαν το επαγγελματικό τους ενδιαφέρον αποκλειστικά στην κτηνοτροφία, ενώ οι δεύτεροι ασχολήθηκαν περισσότερο με τη διαχείριση των κτηνοτροφικών προϊόντων, γεγονός που στη συνέχεια τους οδήγησε στη δημιουργία μιας εμπορευματικής τάξης. Στο τσελιγκάτο της νομαδικής και ημινομαδικής κτηνοτροφίας απαντάται ο συνεταιρισμός στην πρωτόγονη μορφή του. Παρόμοιους συνεταιρισμούς συναντάμε σε πολλές περιοχές της Ελλάδος όπως οι σμίχτες, οι σερμπιές, τα μιτάτα, τα παραδιάρικα και τα κοινάτα.

Δραστηριότητες και κοινωνική οργάνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ανάγκη μετακίνησης των Σαρακατσάνων και ορισμένων Βλαχόφωνων (αυτών που είχαν υιοθετήσει το ναμαδικό βίο) με όλα τα μέλη της οικογένειάς τους, σε μια κυκλική και επαναλαμβανόμενη διαδικασία, καθόριζε την κοινωνική τους οργάνωση και τους θεσμούς. Ιδιαίτερο γνώρισμα, των νομαδικών αυτών κοινωνιών ήταν η συγγένεια, η οποία όριζε σε μεγάλο βαθμό την οργάνωση των ανθρώπων σε γένη και όχι η εντοπιότητα, όπως συνέβαινε στο μεγαλύτερο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας. Όμοια με τη διευρυμένη οικογένεια και τα μέλη του τσελιγκάτου ανέπτυσσαν μεταξύ τους πνεύμα αλληλεγγύης. Αναφέρεται ότι η ομαδική συσπείρωση οδήγησε στην καλλιέργεια συγκινητικών εθίμων αλληλοβοήθειας και συνεργασίας σε κοινοτικές, αγροτικές και κτηνοτροφικές εργασίες[5]. Με αυτόν τον τρόπο το τσελιγκάτο πήρε μορφή ομαδικής ζωής, που εξασφάλιζε, μέσω της συνεργασίας, την υπεράσπιση των συμμετεχόντων έχοντας στόχο το κοινό συμφέρον. Παράλληλα, υπήρξε ιεράρχηση, η διάταξη και το μέγεθος των καλυβών αποκαλύπτουν με σαφήνεια τις δομές των νομαδικών αυτών κοινωνιών. Ο τσέλιγκας, ως αρχηγός κατείχε τη μεγαλύτερη καλύβα. Μια μικρή ομάδα καλυβών ανήκε στις εκτεταμένες οικογένειες, ενώ οι συζυγικές οικογένειες διέμεναν στις απομονωμένες καλύβες.

Παρακμή των παραδοσιακών μορφών οργάνωσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τις αρχές του εικοστού αιώνα πραγματοποιείται η εγκατάσταση των Σαρακατσάνων από τα ορεινά στις πεδιάδες. Από νομάδες κτηνοτρόφοι που ήταν σταδιακά γίνονται γεωργοί-κτηνοτρόφοι, ελεύθεροι επαγγελματίες, υπάλληλοι, επιστήμονες. Συγκεκριμένα μετά την επανάσταση και με την προοδευτική απελευθέρωση της χώρας, το 1870 η κτηνοτροφία δέχεται ισχυρό πλήγμα με τη μείωση αιγοπροβάτων ένεκα της αύξησης των καλλιεργήσιμων εκτάσεων. Μείωση των βοσκοτόπων συντελέστηκε και με τη μετανάστευση των Ελλήνων της Μικράς Ασίας το 1922, όταν έγιναν απαλλοτριώσεις μεγάλων ιδιοκτησιών, για να τους δοθεί γη. Η παρακμή και η σταδιακή εξαφάνιση του τσελιγκάτου έγινε με την απαλλοτρίωση των τσιφλικιών (1917- 1925) και τη συνακόλουθη εντατικοποίηση των καλλιεργειών, θέτοντας τέρμα στην αγραναύπαυση[6].

Αναδιοργάνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η διοικητική αναδιοργάνωση του ελληνικού κράτους (1938) υποχρέωσε με νόμο όλους τους νομάδες να εγγραφούν στα δημοτολόγια, με συνέπεια να υπηρετήσουν τη στρατιωτική τους θητεία. Έτσι, ήρθαν σε επαφή με αξίες διαφορετικές από τις δικές τους και έγιναν φορείς αλλαγών. Αγόρασαν θερινά ή χειμερινά λιβάδια για την εξασφάλιση της κτηνοτροφίας προκειμένου να αποκτήσουν μόνιμη διαμονή. Οι συζυγικές οικογένειες αυτονομήθηκαν αγοράζοντας γη, και απελευθερώθηκαν από τον οικονομικό συνεταιρισμό του τσελιγκάτου. Το σύστημα παραγωγής μεταβλήθηκε και στο εξής οι Σαρακατσάνοι εκμεταλλεύτηκαν παράλληλα και τη γεωργία. Ως ήταν φυσικό άλλαξε η φυσιογνωμία του αρχηγού της οικογένειας με αυτήν του εκμεταλλευτή-επιχειρηματία. Οι παραδοσιακές γνώσεις αντικαταστάθηκαν από τις νέες τεχνικές και τα παιδιά υποχρεώθηκαν να πάνε στα σχολεία.

Σταδιακά οι Σαρακατσάνοι εγκατέλειψαν τα στοιχεία της πολιτιστικής τους ιδιαιτερότητας, ωστόσο ο νομαδισμός συνεχίστηκε μέχρι τη δεκαετία του ’70. Τα πρώτα μεταπολεμικά στοιχεία για τη νομαδική κτηνοτροφία μας τα δίνει η Αγγελική Χατζημιχάλη, η οποία κατέγραψε όλες σχεδόν τις οικογένειες των Σαρακατσάνων της Ελλάδας. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της υπήρχαν 10.604 οικογένειες μεταβατικών και εδραίων Σαρακατσάνων με 1.729.141 γιδοπρόβατα[7]. Κατόπιν τα τσελιγκάτα και τα κονάκια έσβησαν. Ο παραδοσιακός τρόπος ζωής τους επιζεί μόνον ως μνήμη.

Παραπομπές σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Θανόπουλος Γ., 80.
  2. Αναφέρεται πως το μέγεθος του τσελιγκάτου ποίκιλε ανάλογα με το μέγεθος του κοπαδιού – πυρήνα. Σε μερικές περιπτώσεις τσελιγκάτα αριθμούσαν μερικές χιλιάδες ζώων και δεκάδες οικογενειών. Βλ. Θανόπουλος Γ., 83.
  3. Δεν αποκλειόταν, ωστόσο, η περίπτωση έλλειψης συγγενικών δεσμών. Βλ. θανόπουλος Γ., Σπαθάρη- Μπεγλίτη Ε., 116-117.
  4. Βλ. θανόπουλος Γ., Σπαθάρη - Μπεγλίτη Ε., 83.
  5. Βλ. Θανόπουλος Γ., 80.
  6. Βλ. Θανόπουλος Γ., 81.
  7. Βλ. Χατζημιχάλη Αγγ., 1953 «Μορφές από τη σωματειακή οργάνωση των Ελλήνων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία: Οι συντεχνίες-Τα ισνάφια», L’ Hellenisme Contemporain, Αθήνα.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Θανόπουλος Γ., 2002, «Αγροτική και ποιμενική ζωή» στο Δημόσιος και Ιδιωτικός Βίος στην Ελλάδα ΙΙ: Οι Νεότεροι Χρόνοι, Τόμ. Α, Ε.Α.Π., Πάτρα.
  • Θανόπουλος Γ., Σπαθάρη- Μπεγλίτη Ε., 2002, «Παραδοσιακή διατροφή» στο Δημόσιος και Ιδιωτικός Βίος στην Ελλάδα ΙΙ: Οι Νεότεροι Χρόνοι, Τόμ. Α, Ε.Α.Π., Πάτρα.
  • Χατζημιχάλη Α., 1953, «Μορφές από τη σωματειακή οργάνωση των Ελλήνων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία: Οι συντεχνίες-Τα ισνάφια», L’ Hellenisme Contemporain, Αθήνα.