Τσαρλς Τάουνσεντ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τσαρλς Τάουνσεντ
Mesopotamian campaign General Townshend.png
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Charles Vere Ferrers Townshend (Αγγλικά)
Γέννηση21  Φεβρουαρίου 1861[1]
London Borough of Southwark[2]
Θάνατος18  Μαΐου 1924
Παρίσι[3]
Αιτία θανάτουκαρκίνος
Συνθήκες θανάτουφυσικά αίτια
Χώρα πολιτογράφησηςΗνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Ιρλανδίας
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΑγγλικά
ΣπουδέςΒασιλικό Στρατιωτικό Κολέγιο, Σάντχερστ
Cranleigh School
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταπολιτικός
στρατιωτικός
Στρατιωτική σταδιοδρομία
Βαθμός/στρατόςυποστράτηγος/Βρετανικός Στρατός και Royal Marines
Πόλεμοι/μάχεςΑ΄ Παγκόσμιος Πόλεμος
Αξιώματα και βραβεύσεις
Αξίωμαμέλος της 31ης βουλευτικής περιόδου του Ηνωμένου Βασιλείου (1920–1922, The Wrekin)[4]
ΒραβεύσειςΤάγμα Διακεκριμένης Υπηρεσίας
Ταξιάρχης του Τάγματος του Λουτρού

Ο Σερ Τσαρλς Τάουνσεντ (Sir Charles Vere Ferrers Townshend) (1861 - 1924) ήταν Άγγλος υποστράτηγος, στον Α' Π.Π. και μετέπειτα πολιτικός. Το όνομά του συνδέθηκε σε μία από τις μεγαλύτερες πανωλεθρίες του βρετανικού στρατού στον Α' Π.Π. στο μέτωπο της Μεσοποταμίας, όταν αναγκάσθηκε μετά από πολιορκία να παραδώσει τα όπλα σε Οθωμανούς στρατηγούς και ο ίδιος και όλη η μεραρχία του να συρθούν αιχμάλωτοι πολέμου.

Προπολεμική δράση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Τ. Τάουνσεντ γεννήθηκε στις 21 Φεβρουαρίου του 1861 και ήταν γόνος ευγενούς οικογένειας. Ακολουθώντας το στρατιωτικό επάγγελμα και αποφοιτώντας από τη Στρατιωτική Σχολή Σάντχαρστ τοποθετήθηκε αρχικά στις ελαφρές δυνάμεις του βασιλικού ναυτικού μέχρι το 1886 όταν και μετατάχθηκε στο πεζικό όπου και συμμετείχε στους αποικιακούς πολέμους, στην εκστρατεία του Σουδάν και τις Ινδίες. Έλαβε μέρος στην εκστρατεία του Χούντζα - Ναγκόρ, το 1891, όπου και ανέλαβε στρατιωτικός διοικητής της Χούντζα. Το 1895 κατέχοντας τον βαθμό του συνταγματάρχη είχε αναλάβει διοικητής του φρουρίου Τσιτράλ στα βόρεια σύνορα της βρετανικής Ινδίας όπου και αντιμετώπισε επιτυχώς επαναστατική πολιορκία, για την οποία τιμήθηκε με ειδικό παράσημο.
Τα έτη 1897 και 1898 επανήλθε στο μέτωπο του Σουδάν έχοντας αναλάβει διοικητής αιγυπτιακού τάγματος όπου και διακρίθηκε σε δύο νικηφόρες μάχες, και στη συνέχεια συμμετείχε στον δεύτερο πόλεμο των Μπόερς. Το 1906 διετέλεσε στρατιωτικός ακόλουθος στο Παρίσι. Το 1908 προαχθείς στο βαθμό του ταξιάρχου υπηρέτησε στην Αγγλία, Αίγυπτο και Ινδίες και το 1909 έγινε υποστράτηγος όπου υπηρετώντας στην Ινδία ανέλαβε διαδοχικά στρατιωτικός διοικητής διαφόρων μονάδων μεγέθους ταξιαρχίας.

Α' Π.Π. - όλεθρος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ξέσπασμα του Α' Π.Π. βρίσκει τον Τ. Τάουνσεντ διοικητή της 6ης ινδικής μεραρχίας. Μετά από μια σειρά μυστικών συμφωνιών μεταξύ των δυτικών συμμάχων που αφορούσαν ζώνες δράσης, η Μεσοποταμία είχε περάσει στη ζώνη της Αγγλίας όπου και ξεκίνησε η εκστρατεία της Βαγδάτης υπό τον στρατηγό Τζων Νίξον με μια μόνο μεραρχία, την 6η ινδική μεραρχία, η οποία μεταφέρθηκε στον Περσικό Κόλπο και αποβιβάστηκε στη περιοχή παρά το σημερινό Φάο του Ιράκ, τον Οκτώβριο του 1914. Τον Δεκέμβριο του επόμενου έτους (1915) ο Τ. Τάουνσεντ λαμβάνοντας σχετική εντολή ξεκίνησε την προέλαση με δύο φάλαγγες εκατέρωθεν του ποταμού Τίγρη, με στόχο την κατάληψη των πετρελαιοπηγών της Βαγδάτης. Έτσι καταλαμβάνοντας στη σειρά τη Βασόρα, τη Κούρνα και την Αμάρα έφθασε στη κωμόπολη Κουτ όπου και στρατοπέδευσε. Παρά την αντίθετη όμως άποψή του για συνέχιση της προέλασης, χωρίς τους απαραίτητους ανεφοδιασμούς και ενισχύσεις η γνώμη του δεν εισακούσθηκε όταν και του δόθηκε η εντολή για συνέχιση της προέλασης, στην ουσία δραματικής.
Η Αγγλία αναζητώντας επειγόντως μία εντυπωσιακή νίκη κατά των οθωμανικών δυνάμεων προκειμένου ν' αντισταθμίσει την εκκένωση και καταστροφή που είχε σημειωθεί στην εκστρατεία της Καλλίπολης δεν δίστασε να διατάζει προέλαση χωρίς τις στοιχειώδεις ενισχύσεις ακόμα και για την κάλυψη μια ενδεχόμενης υποχώρησης, αυτό ήταν και το τραγικότερο σφάλμα. Στις 20 Νοεμβρίου του 1915 και οι δύο φάλαγγες της μεραρχίας βρίσκονται αντιμέτωπες με δύο επίσης φάλαγγες των οθωμανικών δυνάμεων, αριθμητικά υπερδιπλάσιες, υπό τους Χαλίλ-Μπεη και Νουρεντίν-Μπεη (ο αναδειχθείς αργότερα ως μέγας σφαγέας του Ελλήνων) που τελούσαν υπό τη διοίκηση του Γερμανού στρατηγού Κόλμαν φον ντερ Γκολτς, όπου και δίνεται διήμερη μάχη, παρά την αρχαία Κτησιφώντα, μόλις 35 χλμ ΝΑ. από την Βαγδάτη, κατά την οποία λόγω των μεγάλων απωλειών αναγκάστηκε ο Τάουνσεντ σε τακτική υποχώρηση, και επιστροφή στο Κουτ.

Οι αιχμάλωτοι στρατηγοί Μίλις, Τάουνσεντ και ο Χαλίλ Πασάς μετά την πτώση της Κουτ

Τα οθωμανικά στρατεύματα συνεχίζοντας την καταδίωξη της αγγλικής μεραρχίας έφθασαν στο Κουτ ξεκινώντας μια ασφυκτική πολιορκία που κράτησε 143 ημέρες, όταν μέσα σε απελπιστική κατάσταση πείνας ο Τ. Τάουσεντ αναγκάσθηκε τελικά στις 29 Απριλίου του 1916 να συνθηκολογήσει και να παραδώσει στους δύο Τούρκους διοικητές το ξίφος του και όλο τον οπλισμό της μεραρχίας του, οι δε 13.000 άνδρες του να συρθούν αιχμάλωτοι πολέμου σ΄ ένα στρατόπεδο 15 χλμ. νότια από το οποίο αργότερα μεταφέρθηκαν στο Χαλέπι (Αλέπο), ενώ ο ίδιος μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη.

Κατά την ίδια συνθηκολόγηση συνελήφθη επίσης και ο Άγγλος στρατηγός Τσαρλς Μίλις (που ανήκε στο επιτελείο της μεραρχίας) ο οποίος μεταφέρθηκε στην Προύσα, ενώ στην διάρκεια της πολιορκίας φονεύτηκαν από τους Οθωμανούς, περίπου, 20.000 Άγγλοι και Ινδοί σε διάφορες μάχες που δόθηκαν πέριξ του Κουτ, που είχαν προστρέξει, στην προσπάθειά τους ν΄ ανοίξουν δίοδο και να ενισχύσουν τους πολιορκημένους. Αντίθετα οι απώλειες των Οθωμανών άγγιξαν τις 10.000 επί συνόλου περίπου 72.000 ανδρών, (υπερδιπλάσιοι των Άγγλων), που είχαν διατεθεί στο εκεί μέτωπο. Για μεν τους Άγγλους ήταν ένας όλεθρος, για δε τους Οθωμανούς περίλαμπρη νίκη.

Αιχμαλωσία - συνθήκη του Μούδρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Τ. Τάουνσεντ φθάνοντας στην Κωνσταντινούπολη οδηγήθηκε αρχικά στο μεγάλο στρατόπεδο Τακσίμ και μετά λίγες ημέρες μεταφέρθηκε στην νήσο Πρίγκηπο παρά τις εκεί ναυτικές εγκαταστάσεις παραμένοντας κατά "τύποις" σε περιορισμό. Την εποχή εκείνη αλλά και από παλαιότερα η Πρίγκηπος αποτελούσε το θέρετρο της άρχουσας τάξης της Πόλης, και ειδικότερα πλουσίων Ελλήνων και Εβραίων. Πολύ σύντομα ο Τάουνσεντ γνωρίσθηκε με ανώτατα κυβερνητικά στελέχη, επιχειρηματίες, καθηγητές, διπλωμάτες κ.ά. και δεν ήταν σπάνιες οι φορές που αποτελούσε τιμώμενο πρόσωπο σε δεξιώσεις που δίδονταν κατά καιρούς, απολαμβάνοντας έτσι μία πλούσια σχετικά διαβίωση.
Το 1918 σχεδόν ενάμισι χρόνο αργότερα, όταν η κατάσταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας βρισκόταν σε ιδιαίτερα απελπιστική θέση εξαιτίας του συνεχιζόμενου πολέμου και προ της επαπειλούμενης εισβολής των συμμαχικών δυνάμεων από τη Θράκη κλήθηκε από τον Μεγάλο Βεζίρη Αχμέτ Ιζέτ Πασά να αναλάβει το ζήτημα της ανακωχής διορίζοντάς τον μάλιστα και αρχηγό της οθωμανικής αντιπροσωπείας. Δεν έγινε γνωστό από ποιόν προτάθηκε γι' αυτή την αποστολή, αναμφίβολα όμως δεν μπορεί να ήταν και τόσο άγνωστος ακόμα και στον Σουλτάνο.

Έτσι στις 20 Οκτωβρίου μετέβη στην ήδη κατεχόμενη από τους Έλληνες Λήμνο όπου επί του αγγλικού θωρηκτού Αγαμέμνων που ναυλοχούσε στον όρμο Μούδρου συνομολόγησε με τον πληρεξούσιο των δυτικών δυνάμεων και συμπατριώτη του ναύαρχο Σόμερσετ Κάλθορπ τους όρους της ομώνυμης συνθήκης ανακωχής γενόμενοι αποδεκτοί (31 Οκτωβρίου), μετά και από κάποια υποσχετικά που αφήνονται να εννοηθούν ότι δόθηκαν εκ μέρους του Κάλθορπ όπως περί του χαρακτήρα της "εισόδου" των συμμαχικών δυνάμεων στην Κωνσταντινούπολη, του απαραβίαστου του Σουλτάνου και Χαλίφη, της Βεζιρίας και γενικά της κυβέρνησης και της εσωτερικής διοίκησης της Αυτοκρατορίας. Λίγες ημέρες αργότερα ο στρατηγός Τ. Τάουνσεντ, ελεύθερος πλέον ανεχώρησε για το Λονδίνο.

Πολιτική σταδιοδρομία - θάνατος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επιστρέφοντας στην Αγγλία παρέμεινε στο στράτευμα μέχρι το 1920 όπου και παρατήθηκε προκειμένου ν' ασχοληθεί με την πολιτική. Το ίδιο έτος εξέδωσε τ΄ απομνημονεύματά του υπό τον τίτλο "Η Καμπάνια μου στη Μεσοποταμία" (My Campaign in Mesopotamia), ενώ και εξελέγη βουλευτής με το συντηρητικό κόμμα. Όμως κατά την έρευνα που διεξαγόταν στην Ινδία σχετικά με τα αίτια της μεγάλης καταστροφής και όταν κάποιες εκθέσεις άρχισαν να βλέπουν το φως της δημοσιότητας για τις κακουχίες, τους εξευτελισμούς τις ταπεινώσεις μέχρι και δολοφονίες που υπέστησαν οι άνδρες του κατά την αιχμαλωσία, άρχισαν να του μειώνουν το όποιο γόητρο του είχε απομείνει.
Οι επιθέσεις που δέχτηκε για την όλη του στάση στο Κουτ και την μετέπειτα στην Πρίγκηπο καθ' όν χρόνο οι άντρες του πέθαιναν από τους Τούρκους κατά την αιχμαλωσία, που το πιθανότερο να αγνοούσε, τον μετέτρεψαν σ΄ ένα πικρόχολο άνθρωπο, γεμάτο απογοήτευση. Παρέμεινε βουλευτής μέχρι το 1922.
Πέθανε δύο χρόνια μετά, στις 24 Μαΐου του 1924 σε γενική δυσμένεια.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια", τομ.ΚΒ', σελ.793.
  • Πάρνελ "Ιστορία του 20ου Αιώνος" τομ.2ος, σ.539.


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]