Τζον Ρωλς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Ο Τζον Ρωλς (John Bordlay Rawls, 21 Φεβρουαρίου 1921 - 24 Νοεμβρίου 2002) ήταν Αμερικανός φιλόσοφος, κυρίαρχη φιγούρα της ηθικής και πολιτικής φιλοσοφίας του 20ού αιώνα. Κατείχε καθηγεσία στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ και υποτροφία Fulbright στο κολλέγιο Christ Church της Οξφόρδης. Έχει βραβευτεί με το Βραβείο Schock Λογικής και Φιλοσοφίας και με το Εθνικό Μετάλλιο των ΗΠΑ στις Ανθρωπιστικές επιστήμες που παρέλαβε από τον Πρόεδρο Μπιλ Κλίντον σε αναγνώριση του έργου του Ρωλς που «βοήθησε μια ολόκληρη γενιά εγγράμματων Αμερικανών να αναζωογωνήσουν την πίστη τους στην δημοκρατάι την ίδια».

Το magnum opus του, Θεωρία της Δικαιοσύνης (1971), χαιρετήθηκε κατά την χρονιά δημοσίευσής του ως «το σημαντικότερο έργο στην ηθική φιλοσοφία από την λήξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου» και σήμερα θεωρείται ως «ένα από τα κύρια κείμενα πολιτικής φιλοσοφίας». Το έργο του στην πολιτική φιλοσοφία, που ονομάστηκε ρωλσιανισμός, λαμβάνει ως εναρκτήριο σημείο τον ισχυρισμό ότι «οι πιο εύλογες αρχές δικαιοσύνης είναι εκείνες που ο καθένας θα αποδεχόταν και θα συμφωνούσε με αυτές, από μια ακριβοδίκαιη θέση». Ο Ρωλς εφαρμόζει έναν αριθμό νοητικών πειραμάτων--συμπεριλαμβανομένου του διάσημου «πέπλου της άγνοιας»--για να προσδιορίσει σε τι συνίσταται μια επιεικής/ακριβοδίκαιη συμφωνία στην οποία «ο καθένας τίθεται αμερολύπτως ως ίσος» ώστε να προσδιορίσει τις αρχές της κοινωνικής δικαιοσύνης. Είναι από τους σημαντικότερους στοχαστές της παράδοσης των φιλελεύθερων πολιτικών φιλοσόφων. Ο άγγλος φιλόσοφος Jonathan Wolf υποστηρίζει ότι «ενώ ίσως υπάρχει κάποια διαφωνία για το ποιός είναι ο δεύτερος σημαντικότερος πολιτικός φιλόσοφος του 20ου αιώνα, δεν υπάρχει διαφωνία για τον σημαντικότερο: ο Τζων Ρωλς. Ο φοιτητής του Samuel Freeman λέει ότι το έργο του Ρωλς θα αναγνωρίζεται στους επόμενους αιώνες».

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νεότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Τζων Ρωλς γεννήθηκε στη Βαλτιμόρη του Μέριλαντ. Πατέρας του ήταν ο William Lee Rawls, «ένας από τους πιο διακεκριμένους συνηγόρους της Βαλτιμόρης», και μητέρα του η Anna Abell Stump Rawls. Δεύτερος πέντε υιών, η τραγωδία χτύπησε τον Ρωλς σε νεαρή ηλικία. «Δύο από τους αδελφούς του πέθαναν σε παιδική ηλικία διότι προσβλήθηκαν θανατηφόρες ασθένειες από αυτόν... Το 1928 ο επτάχρονος αδελφός του Ρωλς προσβλήθηκε από διφθερήτιδα. Ένας άλλος αδελφός, ο Tommy, κόλλησε από αυτόν και πέθανε». Ο βιογράφος του Ρωλς Thomas Pogge αποκαλεί την απώλεια των αδελφών «τα σημαντικότερα γεγονότα της παιδικής ηλικίας του Τζων».

Ο Ρωλς πήγε για λίγο καιρό σε σχολείο της Βαλτιμόρης πριν μεταφερθεί στο Kent School, ένα Επισκοπικό προπαρασκευαστικό σχολείο στο Κοννέκτικατ. Με την αποφοίτησή του το 1939 ο Ρωλς εισήχθη στο Πανεπιστήμιο Πρίνστον, αποφοίτησε με την ανώτατη τιμητική διάκριση («summa cum laude») και έγινε δεκτός στο Ivy Club και το American Whig-Cliosophic Society. Κατά τα τελευταία δύο χρόνια στο Πρίνστον «ενδιαφέρθηκε βαθιά για την θεολογία και τα δόγματά της». Σκεφτόταν να παρακολουθήσει σεμινάριο σπουδών για την Επισκοπική ιεροσύνη.

Το 1943 πήρε το πτυχίο Bachelor of Arts και κατατάχτηκε αμέσως στον Στρατό. Στην διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου υπηρέτησε ως πεζικάριος στον Ειρηνικό και περιόδευσε στη Νέα Γουϊνέα, τις Φιλιππίνες και την κατεχόμενη Ιαπωνία· εκεί διαπίστωσε τα επακόλουθα του βομβαρδισμού της Χιροσίμα. Μετά από την εμπειρία αυτή ο Ρωλς απέρριψε μια προσφορά για αξιωματικός και εγκατέλειψε τον Στρατό ως δεκανέας το 1949. Λίγο μετά επέστρεψε στο Πρίνστον και διεκδίκησε διδακτορικό στην ηθική φιλοσοφία.

Ο Ρωλς παντρεύτηκε την Margaret Fox, απόφοιτο του Πανεπιστημίου Μπράουν, το 1949.

Σταδιοδρομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την απόκτηση του διδακτορικού του από το Πρίνστον το 1950 ο Ρωλς δίδαξε εκεί έως το 1952, οπότε και έλαβε Υποτροφία Fulbright για το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης (κολλέγιο Christ Church) όπου επηρεάστηκε από τον φιλελεύθερο πολιτικό θεωρητικό και ιστορικό Isaiah Berlin και τον νομικό θεωρητικό H. L. Hart. Μετά την επιστροφή του στις Ηνωμένες Πολιτείες υπηρέτησε ως βοηθός και μετά ως αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κορνέλ. Το 1962 έγινε τακτικός καθηγητής φιλοσοφίας στο Κορνέλ και σύντομα έλαβε θέση καθηγητού στο ΜΙΤ. Εκείνη την ίδια χρονιά μετακόμισε στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ όπου δίδαξε για σαράντα περίπου χρόνια και εκπαίδευσε μερικές από τις ηγετικές προσωπικότητες της ηθικής και πολιτικής φιλοσοφίας, μεταξύ αυτών τον Thomas Nagel, την Onora O'Neill, την Adrian Piper, την Christine Korsgaard, την Susan Neiman, την Claudia Card, τον Thomas Poge, τον T. M. Scanlon, την Barbara Herman, τον Joshua Cohen, τον Thomas E. Hill, Jr., τον Gurcharan Das και τον Paul Weithman.

Ύστερος βίος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ρωλς σπάνια έδινε συνεντεύξεις και έχοντας τόσο ένα τραύλισμα όσο και ένα αίσθημα τρόμου απέναντι στα φώτα της δημοσιότητας, παρά την φήμη του δεν έγινε διανοούμενος. Αντίθετα παρέμεινε αφοσιωμένος κυρίως στην ακαδημαϊκή και οικογενειακή του ζωή.

Το 1995 υπέστη το πρώτο εγκεφαλικό επεισόδιο που εμπόδισε σοβαρά την συνέχιση της εργασίας του. Εντούτοις κατάφερε να ολοκληρώσει το βιβλίο με τίτλο Ο Νόμος των Λαών, την πληρέστερη κατάθεση των απόψεών του για το διεθνές δίκαιο και λίγο πριν τον θάνατό του τον Νοέμβριο 2002 δημοσιεύτηκε το Η Δικαιοσύνη ως Ακριβοδικεία: Αναδιατύπωση, ως απάντηση στις κριτικές του Θεωρία της Δικαιοσύνης.

Συμβολή στην πολιτική και ηθική φιλοσοφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ρωλς φημίζεται για την συμβολή του στην φιλελεύθερη πολιτική φιλοσοφία. Μεταξύ των ιδεών του Ρωλς που τράβηξαν μεγάλη προσοχή είναι:

  • Η δικαιοσύνη ως Ακριβοδικεία
  • Η πρωταρχική θέση
  • Η αναστοχαστική ισορροπία
  • Η επάλληλη συναίνεση
  • Ο δημόσιος λόγος
  • Το πέπλο της άγνοιας
  • Ο πολιτικός κονστρουκτιβισμός ή κατασκευισμός

Η γενική συμφωνία στην ακαδημαϊκή κοινότητα είναι ότι, η δημοσίευση της Θεωρίας της Δικαιοσύνης το 1971 ήταν σημαντική για την αναζωπύρωση των ακαδημαϊκών σπουδών πολιτικής φιλοσοφίας. Το έργο του διατρέχει τους διάφορους επιστημονικούς κλάδους, λαμβάνοντας σοβαρή αναγνώριση από οικονομολόγους, νομικούς στοχαστές, πολιτικούς επιστήμονες, κοινωνιολόγους, θεολόγους και αρμόδιους υγειονομικούς φορείς. Ο Ρωλς κατέχει την μοναδική διάκριση μεταξύ των συγχρόνων πολιτικών φιλοσόφων να αναφέρεται συχνά στις δικαστικές αίθουσες των Ηνωμένων Πολιτειών και του Καναδά και τους πολιτικούς.

Φιλοσοφική σκέψη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ρωλς εξέδωσε τρία βιβλία. Το πρώτο, Θεωρία της Δικαιοσύνης, εστίασε στην διανεμητική δικαιοσύνη και επιχείρησε να συμφιλιώσει τις ανταγωνιστικές απόψεις για τις αξίες της ελευθερίας και της ισότητας. Το δεύτερο, Ο Πολιτικός Φιλελευθερισμός, εξέτασε το ζήτημα του τρόπου που οι πολίτες οι οποίοι διαιρούνται από ασυμβίβαστες θρησκευτικές και φιλοσοφικές διαφωνίες μπορούν να καταλήξουν να επικυρώσουν ένα συνταγματικό δημοκρατικό καθεστώς. Το τρίτο, Ο Νόμος των Λαών, επικεντρώνει στο ζήτημα του διεθνούς δικαίου.

Θεωρία της Δικαιοσύνης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πρώτο έργο του Ρωλς, που δημοσιεύτηκε το 1971, στόχευε στην επίλυση των φαινομενικά ανταγωνιστικών απόψεων περί ελευθερίας και ισότητας. Το σχήμα που λαμβάνει η λύση του Ρωλς, όμως δεν ήταν εκείνο μιας εξισορροπητικής ενέργειας που συμβίβασε ή εξασθένησε τις ηθικές αξιώσεις της μιας αξίας εν συγκρίσει προς της άλλης. Πρόθεση του Ρωλς ήταν μάλλον να δείξει ότι, ιδέες περί ελευθερίας και ισότητας μπορούν να ενσωματωθούν σε μια αδιάλειπτη ενότητα που αποκαλείται δικαιοσύνη ως ακριβοδικεία. Εξηγώντας την ορθότερη άποψη που πρέπει να έχουμε όταν στοχαζόμαστε για την δικαιοσύνη, ο Ρωλς ήλπιζε ότι θα αποδεικνυόταν η απατηλότητα της υποθετικής σύγκρουσης μεταξύ ελευθερίας και ισότητας.

Η πρωταρική θέση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πιο σημαίνουσα ιδέα της Θεωρίας της Δικαιοσύνης (1971) του Ρωλς ίσως είναι το νοητικό πείραμα που ονόμασε «πρωταρχική θέση». Το διαισθητικό κίνητρο εφαρμογής της είναι τούτο: το εγχείρημα της πολιτικής φιλοσοφίας θα ωφεληθεί τα μέγιστα από τον προσδιορισμό της ορθής θεώρησης του προσώπου που θα πρέπει να διαθέτει κατά τον στοχασμό του περί του δικαίου. Όταν σκεφτόμαστε τι σημαίνει μια δίκαιη κατάσταση πραγμάτων μεταξύ των ανθρώπων, εξαλείφουμε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά (όπως είναι το χρώμα των μαλιών ή των οφθαλμών, το ύψος, η φυλή, κλπ) εστιάζουμε σε άλλα. Η πρωταρχική θέση του Ρωλς σημαίνει την κωδικοποίηση όλων των διαισθήσεών μας για το ποιά χαρακτηριστικά είναι σχετικά και ποιά άσχετα για τον σκοπό της συζήτησής μας περί του δικαίου.

Η πρωταρχική θέση είναι ένα υποθετικό σενάριο στο οποίο μια ομάδα προσώπων ορίζει το καθήκον επίτευξης μιας συμφωνίας για την πολιτική και οικονομική δομή μιας κοινωνίας της οποίας θα αποτελέσουν μέλη, άπαξ επιτευχθεί η εν λόγω συμφωνία. Κάθε άτομο, όμως, διαπραγματεύεται πίσω από ένα «πέπλο άγνοιας». Κάθε ένα έχει άγνοια, φερ' ειπείν για το φύλλο του, την φυλή του, την ηλικία του, την διάνοιά του, την υγεία του, τις δεξιότητές του, την εκπαίδευσή του και το θρήσκευμά του. Το μόνο πράγμα που γνωρίζει κάθε δεδομένο μέλος αυτής της ομάδας είναι ότι κατέχει τις βασικές ικανότητες που είναι για αυτό αναγκαίες ώστε να συμμετάσχει πλήρως και πρόθυμα σε ένα ανθεκτικό σύστημα αλληλοσυνεργασίας· κάθε πρόσωπο γνωρίζει ότι μπορεί να γίνει μέλος της κοινωνίας. Ο Ρωλς πιστεύει ότι υπάρχουν δύο ικανότητες τις οποίες κάθε άτομο γνωρίζει ότι κατέχει. Πρώτον, κάθε άτομο γνωρίζει ότι έχει την ικανότητα να διαμορφώνει, να επιδιώκει και να αναθεωρεί κάποια ιδέα περί αγαθού ή σχέδιο ζωής. Το άτομο όμως δεν γνωρίζει επακριβώς τι είδους είναι αυτή η ιδέα περί του αγαθού. Μπορεί να είναι, για παράδειγμα, θρησκευτικού ή εγκόσμιου χαρακτήρα, το άτομο όμως στην πρωταρχική θέση δεν γνωρίζει τι από τα δύο. Δεύτερον, κάθε άτομο κατανοεί ότι διαθέτει ικανότητα για την ανάπτυξη αισθήματος δικαίου και μια εν γένει αποτελεσματική επιθυμία με την οποία συμμορφώνεται. Γνωρίζοντας μόνον αυτά τα δύο στοιχεία κάθε άτομο θα διαπραγματευθεί με στόχο τον σχεδιασμό μια κοινωνικής δομής που θα διασφαλίζει για το ίδιο το μέγιστο πλεονέκτημα. Η ιδέα είναι ότι, προτάσεις που συνήθως πιστεύουμε ότι είναι άδικες--όπως ότι οι έγχρωμοι ή οι γυναίκες δεν επιτρέπεται να κατέχουν δημόσια αξιώματα--δεν θα προταθούν εντός της πρωταρχικής θέσης αφού κάτι τέτοιο θα ήταν παράλογο.

Φιλοδοξία του Ρωλς είναι να δημιουγήσει ένα νοητικό πείραμα με το οποίο το προκαταρτικό στάδιο της συνήθους διαδικασίας διαπραγμάτευσης περί δικαίου-- το στάδιο δηλαδή κατά το οποίο λαμβάνουμε αποφάσεις για το ποια χαρακτηριστικά των προσώπων θα λάβουμε υπόψη και ποια θα αγνοήσουμε-- διεξάγεται έως την ολοκλήρωσή του. Αν ο Ρωλς επιτύχει κάτι τέτοιο, η πρωταρχική θέση μπορεί να λειτουργήσει ως ένας πλήρης προσδιορισμός της ηθικής θέσης που πρέπει να λάβουμε όταν διαπραγματευόμαστε περί της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Η αναστοχαστική ισορροπία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρά την προσοχή που έλαβε η πρωταρχική θέση του Ρωλς, ισοδύναμη αν όχι σημαντικότερη είναι η ιδέα του για την «αναστοχαστική ισορροπία». Αυτή η ιδέα είναι η εκτίμηση του Ρωλς για τον τρόπο που πρέπει να διεξάγεται η διαπραγμάτευση για την ηθικότητα, εν γένει, αλλά ιδιαιτέρως για το δίκαιο και λειτουργεί ως το μετα-θεωρητικό πλαίσιο εντός του οποίου τίθεται η έννοια της πρωταρχικής θέσης.

Η άναστοχαστική ισορροπία είναι ουσιαστικά μια διαδικασία τριών βημάτων με τα οποία κάποιος στο (1) αναγνωρίζει μια υπό έλεγχο ομάδα κρίσεων περί δικαιοσύνης (ενοράσεις περί δικαιοσύνης που φαίνονται σχετικά ασφαλείς, όπως ότι η δουλεία και η δίωξη του θρησκεύματος είναι άδικες), στο (2) επιχειρεί να εξηγήσει και να δικαιολογήσει αυτές τις υπό εξέταση κρίσεις ανακαλύπτοντας (σχετικώς αφαιρετικά) ποιες αρχές δικαιοσύνης μπορούν να λειτουργήσουν ως θεμέλιά τους και στο (3) αντιμετωπίζει οποιαδήποτε έλλειψη εναρμόνισης μεταξύ των αρχών στις οποίες κάποιος έχει καταλήξει και των κρίσεων περί δικαιοσύνης διαφορετικών από εκείνων της ομάδας από την οποία εκείνος ξεκίνησε.

Για να δώσουμε ένα παράδειγμα: υποθέστε ότι ξεκινώ μια εύλογη κρίση ότι η άρνηση κάποιου εστιατορίου να εξυπηρετήσει κάποιο πρόσωπο απλώς επειδή είναι έγχρωμο ή Εβραίος είναι άδικη και συνεχίζω την εξήγηση αυτής της κρίσης μέσω μιας αρχής που λέει ότι η διάκριση που βασίζεται μόνον στην φυλή είναι άδικη, ή (εναλλακτικά) ότι από την άποψη της δικαιοσύνης η φυλή είναι ένα άσχετο χαρακτηριστικό του προσώπου. Ας υποθέσουμε ότι έχω μια άλλη εύλογη κρίση για το δίκαιο της θετικής δράσης· ότι θεωρώ πως η φυλή αποτελεί χαρακτηριστικό του προσώπου το οποίο οι θεσμοί ανώτατης εκπαίδευσης θα πρέπει να λάβουν υπόψη κατά τις διαδικασίες εισαγωγής. Αν η ιδέα μου περί δικαίου είνει εγγενώς συνεκτική, θα αναγκαστώ να διαπραγματευτώ την φαινομενική σύγκρουση μεταξύ της αρχής περί δικαίου που χρησιμοποίησα για να εξετάσω την αρχική εύλογη κρίση μου, από τη μια, και την εύλογη κρίση με την οποία συγκρούεται η αρχή αυτή, από την άλλη. Ο Ρωλς υποστηρίζει ότι θα υπάρχει αναπόφευκτα μια αλληλεπίδραση μεταξύ της πρώτης τάξεως κρίσεως του προσώπου περί δικαιοσύνης και των ανώτερης τάξεως δεσμεύσεων που παίρνουν την μορφή αρχών δικαιοσύνης. Στην περίπτωση αυτή «αναστοχαστική ισορροπία» είναι το όνομα τόσο της ιδανικής κατάστασης στην οποία όλες οι εύλογες πεποιθήσεις του προσώπου περί δικαιοσύνης βρίσκονται σε αρμονία με τις περισσότερο αφηρημένες περί δικαίου αρχές του, όσο και των διαδικασιών με τις οποίες καταλήγει στην κατάσταση αυτή.

Υπάρχει η αίσθηση ότι η ιδέα του Ρωλς για την αναστοχαστική ισορροπία δεν είναι παρά μια περιγραφή της ορθολογικής μεθόδου δικαιολόγησης της ηθικότητας. Η ρητή έγκριση αυτής της μεθόδους από τον Ρωλς, όμως, έρχεται σε αντιπαράθεση με τα φιλοσοφικά πορίσματα της εποχής του, τουλάχιστον από μια σημαντική άποψη, αφού ισοδυναμεί με απόρριψη της απόλυτης προτεραιότητας των αρχών όπως αυτή εξετάζεται στο Anarchy, State and Utopia (1974) του Robert Nozick. Στο έργο αυτό, μια αφηρημένη ηθική αρχή που εισάγεται στην αρχή του βιβλίου--χονδρικά, το απόλυτο δικαίωμα των ατόμων στην αυτοκυριαρχία, την ιδιοκτησία και στις συμβάσεις--χρησιμοποιείται για την ισοπέδωση άλλων, περισσότερο συγκεκριμένων ηθικών διαισθήσεων, όπως εκείνης που μας λέει ότι είναι άδικο οι εργοδότες να κάνουν φυλετικές διακρίσεις, ή εκείνης που μας λέει ότι είναι άδικο να αφήσουμε κάποιον που χρειάζεται άμεση ιατρική περίθαλψη να πεθάνει επειδή δεν μπορεί να πληρώσει για την θεραπεία. Αρνούμενος την προτεραιότητα των αρχών έναντι συγκεκριμένων εύλογων κρίσεων, η ιδέα του Ρωλς για την αναστοχαστική ισορροπία μπορεί να ερμηνευθεί ως αντίδραση και προφύλαξη έναντι των επί αυστηρών αρχών επιχειρημάτων των φιλοσόφων. Εντούτοις, μπορούμε να προσθέσουμε ότι την έννοια της «αναστοχαστικής ισορροπίας» (όσο και την καθ' αυτό έκφραση) αρχικά εισήγαγε ο Nelson Goodman στο Κεφάλαιο 3 του βιβλίου του «Fact, Fiction and Forecast».

Αρχές της Δικαιοσύνης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από την αρχική θέση ο Ρωλς εξάγει δύο αρχές δικαιοσύνης. Η πρώτη εξ αυτών είναι η αρχή της Ισότητας η οποία καθιερώνει ίσες βασικές ελευθερίες για όλους τους πολίτες. Η «βασική» ελευθερία απαιτεί τις οικείες από την φιλελεύθερη παράδοση ελευθερίες της συνείδησης, της συνεργασίας και των δημοκρατικών δικαιωμάτων· ο Ρωλς συμπεριλαμβάνει, επίσης, και το δικαίωμα στην ιδιωτική ιδιοκτησία, αλλά αυτή δικαιολογείται με όρους ηθικών ικανοτήτων και αυτοσεβασμού, παρά ως έφεση προς κάποιο φυσικό δικαίωμα ιδιοκτησίας (αυτό είναι κάτι που διακρίνει την περιγραφή του Ρωλς από τον κλασικό φιλελευθερισμό του Τζων Λοκ και τον ελευθερισμό του Ρόμπερτ Νόζικ).

Ο Ρωλς ισχυρίζεται ότι θα μπορούσε να συμφωνηθεί και μια δεύτερη αρχή ισότητας που θα εγγυάται ελευθερίες οι οποίες αντιπροσωπεύουν ουσιαστικές επιλογές για όλα τα μέλη της κοινωνίας και εξασφαλίζουν διανεμητική δικαιοσύνη. Για παράδειγμα, οι τυπικές εγγυήσεις για την ελευθερία του λόγου και των συναθροίσεων ελάχιστα αξίζουν για τους απελπιστικά φτωχούς και περιθωριοποιημένους της κοινωνίας. Η απαίτηση όλοι να έχουν ακριβώς τις ίδιες αποτελεσματικές ευκαιρίες στην ζωή είναι σχεδόν βέβαιο ότι προσβάλλει τις ίδιες τις ελευθερίες που υποτίθεται ότι είναι ισότιμες. Εντούτοις, θα θέλαμε τουλάχιστον να εξασφαλίσουμε την «δίκαιη αξία» των ελευθεριών μας: ο καθένας που μπαίνει στην κοινωνία θέλει η ζωή να είναι άξια διαβίωσης, με αρκετή ελευθερία για να επιδιώκει προσωπικούς στόχους. Έτσι, οι συμμετέχοντες στην κοινωνία θα επιβεβαίωναν μια κάποια διμερή δεύτερη αρχή η οποία θα συνίστατο στην «δίκαιη ισοτιμία των ευκαιριών» και στην περιβόητη (και αντιφατική) «αρχή της διαφοράς». Αυτή η δεύτερη αρχή εξασφαλίζει ότι εκείνοι με συγκρίσιμες δεξιότητες και κίνητρα απολαμβάνουν χονδρικά παρόμοιες ευκαιρίες και ότι οι κοινωνικές ανισότητες λειτουργούν προς όφελος των λιγότερο ευνοημένων.

Ο Ρωλς υποστήριζε ότι αυτές οι αρχές δικαιοσύνης εφαρμόζονται στην «βασική δομή» των θεμελιωδών κοινωνικών θεσμών (όπως η Δικαιοσύνη, η οικονομική δομή, το Σύνταγμα), περιορισμός που έγινε η αιτία διαμάχης και εποικοδομητικής συζήτησης (το έργο του Τζέραλντ Κοέν).

Ο Ρως ισχυρίζεται περαιτέρω ότι οι αρχές αυτές πρέπει να ταξινομηθούν σε «λεξικογραφική διάταξη» ώστε να δίνουν προτεραιότητα στις βασικές ελευθερίες έναντι των περισσότερο εξισωτικών απαιτήσεων της δεύτερης αρχής. Και αυτό είναι κάτι που έχει γίνει θέμα συζήτησης μεταξύ ηθικών και πολιτικών φιλοσόφων.

Τέλος, ο Ρωλς θεωρεί ότι η προσέγγισή του βρίσκει εφαρμογή σε εκείνο που αποκαλεί «ευτεταγμένη κοινωνία ... φτιαγμένη ώστε να αναπτύσσει το αγαθό των μελών της και αποτελεσματικά ρυθμιζόμενης μέσω μιας δημόσιας αντίληψης περί δικαιοσύνης». Από την άποψη αυτή κατανοεί την δικαιοσύνη ως ακριβοδικεία ως συμβολή στην «ιδανική θεωρία», ως τον προσδιορισμό «αρχών που χαρακτηρίζουν μια ευτεταγμένη κοινωνία υπό ευνοϊκές συνθήκες». Πολλές πρόσφατα έργα πολιτικής φιλοσοφίας θέτουν το ερώτημα τί μπορεί να υπαγορεύει η δικαιοσύνη ως ακριβοδικεία (ή, ακόμη, αν είναι έστω χρήσιμη) για προβλήματα «μερικής συμμόρφωσης» στις «μη ιδανικές θεωρίες».

Πολιτικός φιλευθερισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον Πολιτικό Φιλελευθερισμό (1993) ο Ρωλς στρέφεται προς το ζήτημα της πολιτικής νομιμοποίησης μέσα στα πλαίσια δυσεπίλητων φιλοσοφικών, θρησκευτικών και ηθικών διαφωνιών μεταξύ των πολιτών που αφορούν στο αγαθό. Μια τέτοια διαφωνία είναι εύλογη, επιμένει ο Ρωλς - είναι αποτέλεσμα της ελεύθερης άσκησης του λόγου σε συνθήκες ευρείας ισότητας και ελεύθερης συνείδησης, τις οποίες το φιλελεύθερο κράτος σχεδιάστηκε για να διαφυλάττει. Το ζήτημα της νομιμοποίησης της εύλογης διαφωνίας ήταν για τον Ρωλς επείγον, διότι η δική του δικαιολόγηση της Δικαιοσύνης ως Ακριβοδικείας βασίστηκε σε μια (καντιανή) αντίληψη του ανθρώπινου αγαθού η οποία μπορούσε εύλογα να απορριφθεί. Αν η πολιτική αντίληψη που προσφέρεται στην Θεωρία της Δικαιοσύνης μπορεί να φαίνεται ορθή μέσω της επίκλησης μιας αντιθετικής αντίληψης περί ανθρώπινης ανάπτυξης, δεν είναι σαφές πώς ένα φιλελεύθερο κράτος οργανωμένο βάσει αυτής μπορεί να νομιμοποιηθεί.

Η διαίσθηση που εμψυχώνει αυτή την φαινομενικά νέα εξέταση στην πραγματικότητα δεν διαφέρει από την κατευθυντήρια ιδέα της Θεωρίας της Δικαιοσύνης ότι ο θεμελιώδης χάρτης μιας κοινωνίας πρέπει να συντάσσεται επάνω σε αρχές, επιχειρήματα και λόγους που δεν μπορούν να απορριφθούν εύλογα από πολίτες των οποίων οι ζωές περιορίζονται από κοινωνικούς, νομικούς και πολιτικούς όρους. Με άλλα λόγια, η ορθότητα ενός νόμου εξαρτάται από το αν η δικαιολόγησή της δεν μπορεί να απορριφθεί ορθολογικά. Η παλαιά αυτή ενόραση, όμως, πήρε νέο σχήμα όταν ο Ρωλς κατάλαβε ότι η εφαρμογή της πρέπει να επεκταθεί έως την πλήρη δικαιολόγηση της Δικαιοσύνης ως Ακριβοδικείας καθ' εαυτήν, την οποία είχε παρουσιάσει υπό όρους ορθολογικά απορριπτέας (καντιανής) αντίληψης περί ανθρώπινης ανάπτυξης, ως πλήρη ανάπτυξη του αυτόνομου ηθικού παράγοντα.

Κατά συνέπεια, πυρήνας του Πολιτικού Φιλελευθερισμού είναι η επιμονή του ότι, για να διατηρήσει την νομιμότητά του το φιλελεύθερο κράτος πρέπει να αφιερώσει τον εαυτό του στο «ιδανικό του δημόσιου λόγου». Χονδρικά αυτό σημαίνει ότι οι πολίτες, σύμφωνα με τις δημόσιες ικανότητές τους, πρέπει να αλληλοδεσμεύονται μόνο από λόγους που κοινοποιούνται μεταξύ των. Επομένως ο πολιτικός συλλογισμός διεξάγεται καθαρά με όρους δημόσιου λόγου. Για παράδειγμα: κάποιο Ανώτατο Δικαστήριο που συσκέπτεται για να αποφασίσει αν η άρνηση προς τους ομόφυλλους και τις ομόφυλλες της δυνατότητάς τους να παντρεύονται συνιστά παραβίαση της Διάταξης περί Ισότιμης Προστασίας της 14ης Τροποποίησης του Συντάγματος, δεν πρέπει να αναφερθεί στις θρησκευτικές επί του θέματος πεποιθήσεις του ζεύγους, αλλά πρέπει να λάβει υπόψη του το επιχείρημα ότι μια ομόφυλλη οικογένεια παρέχει συνθήκες υποδεέστερες για την ανάπτυξη ενός παιδιού. Αυτό, επειδή οι λόγοι που βασίζονται στην ερμηνεία θρησκευτικών κειμένων είναι μη δημόσιοι (η ισχύς τους ως λόγων βασίζεται στα καθήκοντα θρησκευτικής πίστης τα οποία μπορούν εύλογα να απορριφθούν), ενώ οι λόγοι που βασίζονται στην αξία παροχής προς το παιδί ενός περιβάλλοντος μέσα στο οποίο μπορεί να αναπτυχθεί καλύτερα είναι δημόσιοι λόγοι - η κατάστασή τους ως λόγων δεν εκπορεύεται από βαθιές, αντιθετικές αντιλήψεις περί ανθρώπινης ανάπτυξης.

Ο Ρωλς υποστηρίζει ότι το καθήκον της ιδιότητας του πολίτη - το καθήκον, δηλαδή, να παρέχουμε προς τους άλλους, λόγους που κατανοούνται αμοιβαία ως τέτοιοι - βρίσκει εφαρμογή μέσα σε εκείνο που αποκαλούσε «δημόσια πολιτική αγορά». Η αγορά αυτή εκτείνεται από τα ανώτατα κλιμάκια της κυβέρνησης - για παράδειγμα τους ανώτατα νομοθετικά και δικαστικά σώματα της κοινωνίας - μέχρι την βάση όπου οι πολίτες διαπραγματεύονται αποφάσεις ποιούς να ψηφίσουν στα νομοθετικά σώματα ή πώς να ψηφίσουν στα δημόσια δημοψηφίσματα. Οι πολιτευτές πρέπει επίσης, όπως πίστευε, να αποφεύγουν να καπηλεύονται τις μη δημόσιες θρησκευτικές ή ηθικές πεποιθήσεις των υποστηρικτών τους.

Το ιδανικό του δημόσιου λόγου εξασφαλίζει την κυριαρχία των δημόσιων πολιτικών αξιών - ελευθερία, ισότητα και ακριβοδικεία ή επιείκια - η οποία λειτουργεί ως το θεμέλιο του φιλελεύθερου κράτους. Τι συμβαίνει όμως με την δικαιολόγηση των αξιών αυτών; Αφού κάθε τέτοια δικαιολόγηση εξάγεται αναγκαστικά από τις βαθιές (θρησκευτικές ή ηθικές) μεταφυσικές δεσμεύσεις μας οι οποίες θα ήσαν εύλογα απορριπτέες, ο Ρωλς ισχυρίζεται ότι οι δημόσιες πολιτικές αξίες μπορούν να δικαιολογηθούν μόνον ιδιωτικά από ατομικούς πολίτες. Η δημόσια φιλελεύθερη πολιτική αντίληψη και οι συνοδευτικές της αξίες μπορούν και επιβεβαιώνονται δημοσίως (για παράδειγμα, στις δικαστικές απόψεις και τα προεδρικά διαγγέλματα), αλλά όχι οι εμβρυθείς δικαιολογήσεις τους. Η δικαιολόγηση αποτυγχάνει σ' αυτό που ο Ρωλς ονομάσε «εύλογα περιεκτικά δόγματα» και στους πολίτες που τα υποστηρίζουν. Ένας εύλογος Καθολικός δικαιολογεί τις φιλελεύθερες αξίες με τον ένα τρόπο, ένας εύλογος Μουσουλμάνος με τον άλλο και ένας εύλογος και ένας κοσμικός πολίτης με έναν τρίτο. Μπορούμε να αναπαραστίσουμε την ιδέα του Ρωλς με ένα διάγραμμα Venn: οι δημόσιες πολιτικές αξίες θα είναι ο κοινός χώρος όπου αλληλεπικαλύπτονται διάφορα εύλογα περιεκτικά δόγματα. Η εξέταση της σταθερότητας από τον Ρωλς που παρουσιάστηκε στην Θεωρία της Δικαιοσύνης αποτελεί λεπτομερή παρουσίαση της συμβατότητας ενός - καντιανού - περιεκτικού δόγματος με την δικαιοσύνη ως ακριβοδικεία. Ελπίζει ότι θα παρουσιαστούν και άλλες παρόμοιες μελέτες για τα άλλα περιεκτικά δόγματα. Αυτή είναι η διάσημη ιδέα του Ρωλς περί «επάλληλης συναίνεσης».

Μια τέτοια συναίνεση αναγκαστικά εξαιρεί κάποια δόγματα, όπως όσα είναι «παράλογα», κάτι που μας προκαλεί να αναρωτηθούμε ποια είναι η άποψη του Ρωλς για τα δόγματα αυτά. Ένα παράλογο ή μη εύλογο περιεκτικό δόγμα είναι τέτοιο υπό την έννοια ότι είναι ασύμβατο με το καθήκον της ιδιότητας του πολίτη [«πολιτιότητα» είναι όρος αδόκιμος στα ελληνικά]. Αυτό είναι ένας τρόπος να πούμε ότι ένα παράλογο δόγμα είναι ασύμβατο με τις θεμελιώδεις πολιτικές αξίες τις οποίες προστατεύει μια φιλελεύθερη θεωρία της δικαιοσύνης - της ελευθερίας, της ισότητας και της ακριβοδικείας. Έτσι, μια απάντηση στο ερώτημα τι λέει ο Ρωλς για αυτά τα δόγματα είναι «τίποτα». Εν πρώτοις, το φιλελεύθερο κράτος δεν μπορεί να δικαιολογήσει τον εαυτό του σε άτομα (για παράδειγμα, στους θρησκευτικούς φονταμενταλιστές) που υποστηρίζουν τέτοια δόγματα, αφού κάθε τέτοια δικαιολόγηση διεξάγεται, όπως σημειώσαμε, με όρους αντιθετικών ηθικών ή θρησκευτικών πεποιθήσεων οι οποίες αποκλείονται από τον δημόσιο πολιτικό λόγο. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι, στόχος του ρωλσιανού έργου είναι κυρίως να διαπιστωθεί αν η φιλελεύθερη αντίληψη της πολιτικής νομιμότητας είναι εσωτερικά συνεκτική ή όχι και το έργο αυτό πραγματοποιείται από τον προσδιορισμό του είδους των λόγων που επιτρέπονται σε άτομα αφοσιωμένα στις φιλελεύθερες αξίες να χρησιμοποιούν στους διαλόγους, τις διαπραγματεύσεις και τα επιχειρήματά τους με άλλα γύρω από τα πολιτικά ζητήματα. Το ρωλσιανό έργο θέτει τον στόχο αυτό, εξαιρώντας από την φροντίδα δικαιολόγησης των φιλελεύθερων αξιών τα πρόσωπα που δεν πιστεύουν ή δεν είναι τουλάχιστον ευεπίφορα προς αυτές. Φροντίδα του Ρωλς είναι έαν η ιδέα της πολιτικής νομιμότητας που υλοποιείται με όρους καθήκοντος της ιδιότητας του πολίτη και της αλληλοδικαιολόγησης μπορεί ή όχι να λειτουργήσει ως μια μορφή βιώσιμης μορφής δημόσιου λόγου, εν όψει του θρησκευτικού και ηθικού πλουραλισμού των σύγχρονων δημοκρατικών κοινωνιών - και όχι η αρχική δικαιολόγηση αυτής της αντίληψης περί πολιτικής νομιμότητας.

Ο Ρωλς επίσης τροποποίησε τις αρχές της δικαιοσύνης ως εξής (όπου η η πρώτη αρχή έχει προτεραιότητα έναντι της δεύτερης και το πρώτο τμήμα της δεύτερης έχει προτεραιότητα έναντι του δεύτερου):

  1. Κάθε πρόσωπο έχει ίση αξίωση σε ένα πλήρως επαρκές σχήμα βασικών δικαιωμάτων και ελευθεριών που είναι συμβατό με το ίδιο σχήμα για όλους· εντός του σχήματος αυτού οι ίσες πολιτικές ελευθερίες και μόνον αυτές [πρέπει να] εγγυώνται την αξία τους.
  2. Οι κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες πρέπει να ικανοποιούν δυο συνθήκες: πρώτον, πρέπει να αποδίδονται σε θέσεις και αξιώματα ανοικτών προς όλους υπό συνθήκες ακριβοδίκαιης ισότητας και ακριβοδίκαιων ευκαιριών· και δεύτερον, πρέπει να λειτουργούν προς όφελος των λιγότερο προνομιούχων μελών της κοινωνίας.

Οι αρχές αυτές έχουν τροποποιηθεί ελαφρώς σε σχέση προς την Θεωρία. Η πρώτη αρχή γίνεται «ίση αξίωση» αντί για «ίσο δικαίωμα» και επίσης ο Ρωλς αντικαθιστά την φράση «σύστημα βασικών ελευθεριών» με την φράση «ένα πλήρως επαρκές σχήμα ίσων βασικών δικαιωμάτων και ελευθεριών». Είναι αξιοσημείωτο όμως ότι εναλλάσσει τα δυο μέρη της δεύτερης αρχής ώστε η αρχή της διαφοράς γίνεται η τελευταία από τα τρια.

Ο Νόμος των Λαών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρότι στην Θεωρία της Δικαιοσύνης υπάρχουν φευγαλέα σχόλια για τις διεθνείς υποθέσεις, μόνο προς το τέλος της καριέρας του ο Ρωλς διατύπωσε μια περιεκτική θεωρία για την διεθνή πολιτική, εκδίδοντας το Ο Νόμος των Λαών. Εκεί υποστηρίζει ότι οι «εύτακτοι» λαοί μπορούν να είναι είτε «φιλελεύθεροι» είτε «αξιοπρεπείς». Ο Ρωλς υποστηρίζει ότι η νομιμότητα της διεθνούς φιλελεύθερης τάξης εξαρτάται από την ανοχή αξιοπρεπών λαών, οι οποίοι διαφέρουν από τους φιλελεύθερους λαούς, μεταξύ άλλων στο ότι πιθανόν να έχουν κρατικές θρησκείες και να αρνούνται στους οπαδούς μειονοτικών πεποιθήσεων το δικαίωμα να διατηρούν θέσεις ισχύος εντός του κράτους και ότι πιθανόν να οργανώνουν την πολιτική συμμετοχή μέσω συμβουλευτικών ιεραρχιών, μάλλον, παρά μέσω των εκλογών. Εντούτοις, κανένας εύτακτος λαός δεν μπορεί να παραβιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα ή να συμπεριφέρεται με εξαιρετικά επιθετικό τρόπο.Οι λαοί που αποτυγχάνουν να εκπληρώσουν τα κριτήρια του «φιλελεύθερου» ή «αξιοπρεπούς» λαού αναφέρονται ως «έκνομα κράτη», «κοινωνίες βεβαρημένες με δυσμενείς συνθήκες» ή «καλοπροαίρετες απολυταρχίες», αναλόγως των συγκεκριμένων, ιδιαίτερων αποτυχιών τους. Οι λαοί αυτοί δεν έχουν δικαίωμα στον αλληλοσεβασμό και την ανοχή των φιλελεύθερων και αξιοπρεπών λαών.

Οι απόψεις του Ρωλς για την διεθνή διανεμητική δικαιοσύνη, όπως διατυπώνονται στο έργο αυτό, εξέπληξαν πολλούς φιλελεύθερους οπαδούς της ισοπολιτείας. Ο Τσαρλς Μπέητζ, για παράδειγμα, είχε προηγουμένως γράψει μια μελέτη στην οποία διαφωνούσε με την διεθνή εφαρμογή της αρχής της διαφοράς του Ρωλς. Ο Ρωλς αρνήθηκε ότι η αρχή αυτή μπορεί να εφαρμοσθεί έτσι, εν μέρει διότι τα κράτη, αντίθετα από τους πολίτες, είναι αυτάρκη ως προς τις συνεργατικές επιχειρήσεις τις οποίες συνιστούν οι κοινωνίες.

Σπουδές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο Πρίνστον, όπου και επέστρεψε μετά από την τριετή θητεία του στον αμερικανικό στρατό (στο μέτωπο του Ειρηνικού κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο). Τέλειωσε το διδακτορικό του το 1946. Έμεινε στο Πρίνστον έως το 1952 οπότε και πήγε στην Οξφόρδη όπου εργάστηκε με τους Μπέρλιν και Χαρτ, από τους οποίους επηρεάστηκε πολύ.

Ακαδημαϊκή σταδιοδρομία και έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τον γυρισμό του στις ΗΠΑ έγινε βοηθός καθηγητής φιλοσοφίας στο Κορνέλ, το 1962 μόνιμος καθηγητής. Λίγο μετά μετακόμισε στο Χάρβαρντ όπου και έμεινε επί 40 χρόνια.

Το έργο του με την μεγαλύτερη απήχηση είναι το "A Theory of Justice", 1971, ένα από τα σημαντικότερα έργα πολιτικής φιλοσοφίας. Βασικό εργαλείο σε αυτό το βιβλίο είναι η "αρχική θέση" (original position) από την οποία συζητά τι είδους κόσμο θα ήταν διατεθειμένος να αποδεχτεί ένας ορθολογικός άνθρωπος.

Στα ελληνικά έχουν εκδοθεί βιβλία του με τίτλους «Πολιτικός Φιλελευθερισμός», «Η Δικαιοσύνη ως ακριβοδικία: μια επαναδιατύπωση» και «Το δίκαιο των λαών».

Στην εφημερίδα Το ΒΗΜΑ (1 Δεκεμβρίου 2002), (http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=147289), δημοσιεύτηκε το κείμενο Ο ανανεωτής της ηθικής Φιλοσοφίας,του Παύλου Κ. Σούρλα, καθηγητή της Φιλοσοφίας του Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Έργα του Τζων Ρωλς μεταφρασμένα στα Ελληνικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • «Θεωρία της Δικαιοσύνης», επιμέλεια Ανδρέα Τάκης, μετάφραση Φίλιππος Βασιλόγιαννης, Βασίλης Βουτσάκης, Φιλήμων Παιονίδης, κ.ά, εκδόσεις «Πόλις».
  • «Η δίκαιη κοινωνία - Η δικαιοσύνη ως ακριβοδικία: Μια αναδιατύπωση», μετάφραση Φιλήμων Παιονίδης, εκδόσεις «Πόλις».
  • «Ο πολιτικός φιλελευθερισμός», μετάφραση Σπύρος Μαρκέτος, εκδόσεις «Μεταίχμιο».
  • «Το δίκαιο των λαών και η ιδέα της δημόσιας λογικής αναθεωρημένη», εκδόσεις «Ποιότητα», ISBN 960-7803-25-6, ISBN-13 978-960-7803-25-2.

Εργασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "A Study in the Grounds of Ethical Knowledge: Considered with Reference to Judgments on the Moral Worth of Character.” Ph.D. Dissertation, Princeton University, 1950.
  • "Outline of a Decision Procedure for Ethics.” Philosophical Review (April 1951), 60 (2): 177-197.
  • "Two Concepts of Rules.” Philosophical Review (January 1955), 64 (1):3-32.
  • "Justice as Fairness.” Journal of Philosophy (October 24, 1957), 54 (22): 653-662.
  • "Justice as Fairness.” Philosophical Review (April 1958), 67 (2): 164-194.
  • "The Sense of Justice.” Philosophical Review (July 1963), 72 (3): 281-305.
  • "Constitutional Liberty and the Concept of Justice" Nomos VI (1963) (in the notes to the second volume of his Law, Legislation and Liberty, Hayek refers to this article to show that Rawls agreed with the Lockean conception that what could be just or unjust was the way competition was carried on, not its results)
  • "Distributive Justice: Some Addenda.” Natural Law Forum (1968), 13: 51-71.
  • "Reply to Lyons and Teitelman.” Journal of Philosophy (October 5, 1972), 69 (18): 556-557.
  • "Reply to Alexander and Musgrave.” Quarterly Journal of Economics (November 1974), 88 (4): 633-655.
  • "Some Reasons for the Maximin Criterion.” American Economic Review (May 1974), 64 (2): 141-146.
  • "Fairness to Goodness.” Philosophical Review (October 1975), 84 (4): 536-554.
  • "The Independence of Moral Theory.” Proceedings and Addresses of the American Philosophical Association (November 1975), 48: 5-22.
  • "A Kantian Conception of Equality.” Cambridge Review (February 1975), 96 (2225): 94-99.
  • "The Basic Structure as Subject.” American Philosophical Quarterly (April 1977), 14 (2): 159-165.
  • "Kantian Constructivism in Moral Theory.” Journal of Philosophy (September 1980), 77 (9): 515-572.
  • "Justice as Fairness: Political not Metaphysical.” Philosophy & Public Affairs (Summer 1985), 14 (3): 223-251.
  • "The Idea of an Overlapping Consensus.” Oxford Journal for Legal Studies (Spring 1987), 7 (1): 1-25.
  • "The Priority of Right and Ideas of the Good.” Philosophy & Public Affairs (Fall 1988), 17 (4): 251-276.
  • "The Domain of the Political and Overlapping Consensus.” New York University Law Review (May 1989), 64 (2): 233-255.
  • "Roderick Firth: His Life and Work.” Philosophy and Phenomenological Research (March 1991), 51 (1): 109-118.
  • "The Law of Peoples.” Critical Inquiry (Fall 1993), 20 (1): 36-68.
  • "Reconciliation through the Public Use of Reason.” Journal of Philosophy (March 1995), 92 (3

Διακρίσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Βραβείο Schock (1999)
  • Εθνικό Μετάλλιο Ανθρωπιστικών Σπουδών (1999)
  • Ο αστεροειδής 16561 Ρωλς έχει ονομαστεί έτσι προς τιμήν του.
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα John_Rawls της Αγγλόγλωσσης Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).