Τεχνολογική εκπαίδευση στην Ελλάδα
| Αυτό το λήμμα είναι ορφανό καθώς λίγα ή και καθόλου λήμματα συνδέουν σε αυτό. Παρακαλούμε βοηθήστε βάζοντας συνδέσμους προς αυτό σε λήμματα για σχετικά θέματα. (Φεβρουαρίου 2010) |
| Αυτό το λήμμα χρειάζεται μορφοποίηση ώστε να ανταποκρίνεται στις προδιαγραφές μορφοποίησης της Βικιπαίδειας. |
| Το λήμμα δεν περιέχει πηγές ή αυτές που περιέχει δεν επαρκούν. |
| Aυτό το λήμμα χρειάζεται επιμέλεια ώστε να ανταποκρίνεται σε υψηλότερες προδιαγραφές συντακτικής ποιότητας. Δείτε και τη σχετική συζήτηση στη σελίδα συζήτησης του λήμματος. Για τις προδιαγραφές συντακτικής ποιότητας της Βικιπαίδειας δείτε Βικιπαίδεια:Πολιτική#Πολιτική συγγραφής. Εάν γνωρίζετε κάτι για το θέμα του λήμματος είστε ευπρόσδεκτος/-η να το επιμεληθείτε. Μετά την επιμέλεια του λήμματος, μπορείτε να αφαιρέσετε αυτή την επισήμανση. Για περαιτέρω βοήθεια, δείτε το λήμμα Πώς να επεξεργαστείτε μια σελίδα. |
Η σύνδεση με την αγορά εργασίας
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο σχεδιασμός της εκπαίδευσης στην Ελλάδα και ειδικότερα η ίδρυση και λειτουργία νέων Τμημάτων (ή και Σχολών) Ειδικότητας σε επίπεδο τόσο δευτεροβάθμιας όσο και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης δεν πραγματοποιήθηκε, σχεδόν ποτέ, με βάση μελέτες σχετικές με την αγοράς εργασίας ή γενικότερα μελέτες αναγκών σε επίπεδο οικονομίας ή κοινωνίας.
Αντίθετα, στην πράξη η ίδρυση νέων Τμημάτων ή Σχολών, ανεξαρτήτως επιπέδου, πραγματοποιείται με βάση μία κατά περίπτωση κυρίαρχη άποψη, η οποία υιοθετείται στο επίπεδο λήψης αποφάσεων, είτε από καθαρό μιμητισμό, είτε από υπαρκτές εμπειρίες που αντλούνται όμως από περιορισμένο πεδίο δραστηριοτήτων ή έχουν προσωπικό χαρακτήρα.
Η ίδια πρακτική ουστιαστικά ακολουθείται και στην περίπτωση αλλαγών στο περιεχόμενο σπουδών ή στο πλαίσιο διαφόρων μαθημάτων, τόσο στη δευτεροβάθμια όσο και στην τριτοβάθμια εκπαίδευση οι οποίες, όπως λέγεται, κατά καιρούς εκσυγχρονίζονται.
Κατά το πρόσφατο παρελθόν υπήρξαν, βέβαια, διάφορες προσπάθειες σύνδεσης της εκπαίδευσης με τις ανάγκες της οικονομίας και κοινωνίας και εκπονήθηκαν μελέτες που είχαν αντικείμενο τον εκπαιδευτικό προγραμματισμό και τη διαπίστωση ζήτησης διαφόρων κατά περίπτωση ειδικοτήτων κλπ. στην αγορά εργασίας, όμως οι μελέτες αυτές ήταν αποσπασματικές και δεν εντάχθηκαν σε ένα γενικότερο πρόγραμμα-πλαίσιο παρακολούθησης των αναγκών της οικονομίας και κοινωνίας. Οι μελέτες αυτές βελτίωσαν, βέβαια, τη διαδικασία λήψης αποφάσεων χωρίς, όμως, να μεταβάλλουν ουσιωδώς τη μέχρι σήμερα πρακτική, όπως αυτή περιγράφηκε προηγουμένως.
Ειδικότερα, η προαναφερθείσα κατάσταση, που χαρακτηρίζει μία πολύ μεγάλη χρονική περίοδο κατά την οποία πραγματοποιήθηκαν ορισμένες εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις, άρχισε να μεταβάλλεται μόνο μετά το 1974, χωρίς, όμως, έως και σήμερα οι εν λόγω αλλαγές να έχουν λάβει τέτοιες διαστάσεις που θα επέτρεπαν ένα προγραμματισμό της εκπαίδευσης, στα πλαίσια του οποίου θα πραγματοποιούνται συνεχείς αξιολογήσεις της λειτουργίας των Τμημάτων και Σχολών της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης σε συνάρτηση, τουλάχιστον, με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας.
Ιστορική αναδρομή
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Στα μέσα της δεκαετίας του 1950 και υπό την πίεση της εισαγωγής νέων (τότε) επιστημονικών και τεχνολογικών επιτευγμάτων στην παραγωγική διαδικασία αλλά και των απαρχών ενός διεθνούς ανταγωνισμού, έγινε έντονη και στην Ελλάδα η ανάγκη μεταρρυθμίσεων στην εκπαίδευση. Είχαν ήδη πραγματοποιηθεί ορισμένες σποραδικές προσπάθειες βελτίωσης, τουλάχιστον ποσοτικά, του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, στις οποίες εντάσσεται η λειτουργία της Πολυτεχνικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης το 1955[1].
Για να αντιμετωπισθεί συστηματικά το ζήτημα της οργάνωσης της εκπαίδευσης, συγκροτήθηκε το 1957[2] από την τότε κυβέρνηση Κωνσταντίνου Καραμανλή μία «Επιτροπή Παιδείας»[3], σκοπός της οποίας ήταν να μελετήσει συνολικά το ζήτημα του σχεδιασμού της εκπαίδευσης της χώρας και να υποβάλει σχετικές απόψεις-προτάσεις. Η εν λόγω Επιτροπή, μετά από μελέτη, διετύπωσε τις απόψεις και προτάσεις της για μια ευρύτερη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, που κατά την κρίση της αποτελούσε επείγουσα ανάγκη για τη χώρα. Η Επιτροπή ανέφερε ότι η ελληνική οικονομία, η οποία βρισκόταν σε περίοδο ανάπτυξης, χρειαζόταν συνεχώς και σε μεγαλύτερη κλίμακα τεχνικούς όλων των βαθμίδων.
Οι θέσεις που ανέπτυξε η Επιτροπή Παιδείας του 1957, άνοιξαν νέες προοπτικές για την τεχνική και επαγγελματική εκπαίδευση στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένης και αυτής που σήμερα ονομάζουμε τεχνολογική εκπαίδευση. Ειδικότερα, την εποχή εκείνη λειτουργούσαν οι Μέσες Σχολές Υπομηχανικών, οι οποίες είχαν ιδρυθεί πριν από τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο και μεταπολεμικά λειτούργησαν κυρίως στην Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Οι σχολές αυτές καταργήθηκαν με το νομοθετικό διάταγμα (Ν.Δ.) 3422/1955.
Με την υπ’αριθ. 1035/20.12.58 Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου (ΦΕΚ 2/Α’/ 3.1.1959) «Περί εγκρίσεως ιδρύσεως εις Αθήνας και Θεσσαλονίκη Τεχνικών Σχολών προσαρτημένων εις το Εθνικόν Μετσόβιον Πολυτεχνείον» ιδρύθηκαν τεχνικές σχολές, οι οποίες με το Ν.Δ. 3971/4.9.1959 (ΦΕΚ 187/Α’/7.9.59) ορίσθηκαν ως τετραετούς διάρκειας, χωρίς, και αυτό είναι χαρακτηριστικό, να αναφέρεται η ένταξή τους σε κάποια από τις βαθμίδες εκπαίδευσης.
Οσον αφορά τα επαγγελματικά δικαιώματα των αποφοίτων των παραπάνω σχολών, πέραν του δικαιώματος συνέχισης των σπουδών (με εισιτήριες εξετάσεις) στις ανώτατες σχολές του Εθνικού Μετσόβειου Πολυτεχνείου (ΕΜΠ), αλλά και στην ιδρυόμενη τότε Σχολή Εκπαιδευτικών Λειτουργών Επαγγελματικής Τεχνικής Εκπαίδευσης (ΣΕΛΕΤΕ), προκειμένου να λάβουν την κατάλληλη επιμόρφωση και παιδαγωγική κατάρτιση και να αποκτήσουν προσόντα διορισμού στη μέση (δευτεροβάθμια) τεχνική επαγγελματική εκπαίδευση, οι απόφοιτοι των σχολών αυτών μπορούσαν να καταλαμβάνουν θέσεις στις δημόσιες υπηρεσίες, οργανισμούς ή επιχειρήσεις ή να ασκήσουν ελεύθερο επάγγελμα.
Οσον αφορά την άσκηση ελευθέρου επαγγέλματος, το σχετικό διάταγμα προέβλεπε επί λέξει «να εξασκώσι το ελεύθερον επάγγελμα της εν τω πτυχίω των αναγραφο- μένης ειδικότητος επί δημοσίων και ιδιωτικών κατασκευών ή εγκαταστάσεων, εν τη περιπτώσει δε ταύτη άνευ δικαιώματος αυτοδυνάμου υπογραφής, μελέτης ή αυτοδυνάμου ασκήσεως επιβλέψεως».
Το προαναφερθέν Ν.Δ. 3971/1959 όριζε την ίδρυση, στο πλαίσιο της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, της Γενικής Διεύθυνσης Επαγγελματικής Εκπαίδευσης, ο Γενικός Διευθυντής της οποίας, ως επικεφαλής, έπρεπε να είναι καθηγητής Ανωτάτης Σχολής ή μέλος του Ανωτάτου Εκπαιδευτικού Συμβουλίου (ΑΕΣ). Η ίδρυση της ΓΔΕΕ αποτελεί την πρώτη συγκροτημένη προσπάθεια συντονισμού της τεχνικής επαγγελματικής εκπαίδευσης όλων των βαθμίδων.
Αργότερα, το 1964, η τότε κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου κατήργησε με το Ν.Δ. 4379/64 το Νομοθετικό Διάταγμα του 1959 που αφορούσε τη τεχνική επαγγελματική εκπαίδευση, στο πλαίσιο της προετοιμασίας της γνωστής για την εποχή εκείνη εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης. Ετσι, τον Μάϊο του 1965, η τότε κυβέρνηση (Πρωθυπουργός & Υπουργός Παιδείας ο Γεώργιος Παπανδρέου) εισήγαγε στη Βουλή νομοσχέδιο, που θα αποτελούσε (εφόσον ψηφιζόταν) για την Ελλάδα τον πρώτο καταστατικό χάρτη για την οργάνωση και ανάπτυξη της τεχνικής επαγγελματικής εκπαίδευσης σε όλες τις βαθμίδες.
Το παραπάνω νομοσχέδιο προέβλεπε τη διάρθρωση της τεχνικής εκπαίδευσης σε τρεις βαθμίδες:
- τη βασική των ειδικευμένων τεχνητών
- τη μέση των τεχνητών εφαρμογής, και
- την ανώτερη των υπομηχανικών
Το νομοσχέδιο αυτό αποτελεί την πρώτη συγκεκριμένη προσπάθεια να καθιερωθεί νομοθετικά η λεγόμενη ανώτερη βαθμίδα στην τεχνική επαγγελματική εκπαίδευση και περιέγραφε, μεταξύ άλλων, το ρόλο του υπομηχανικού ορίζοντας τα επαγγελματικά του δικαιώματα. Συγκεκριμένα, το νομοσχέδιο ανέφερε ότι «ο υπομηχανικός ίσταται υψηλότερον εις την κλίμακα της ιεραρχίας από τον τεχνικό εφαρμογής της προηγούμενης μέσης βαθμίδας ΤΕΕ. Είναι ο άμεσος βοηθός του μηχανικού, μελετά και κατασκευάζει μικρά τεχνικά έργα, έχει ηυξημένας ευθύνας εις της εφαρμογήν των μελετών και αναλαμβάνει λεπτοτέρας και σοβαρωτέρας εργασίας απαιτούσας περισσοτέραν ενημέρωσιν εις τα τεχνικά προβλήματα και μεγαλυτέρας πρωτοβουλίας».
Στην εισηγητική έκθεση που συνόδευε το παραπάνω νομοσχέδιο διαφαίνεται έντονα η προσπάθεια καθησυχασμού των τυχόν ανησυχιών και αποτροπής τυχόν αντιδράσεων, από πλευράς των διπλωματούχων μηχανικών, για ενδεχόμενη απώλεια κεκτημένων δικαιωμάτων. Ετσι, η έκθεση αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «η μεταξύ των υπομηχανικών και μηχανικών απόστασις θα εξακολουθήσει υφισταμένη εφ’όσον διάφορον θα είναι και το επίπεδον σπουδών και το έργον, δια το οποίον καθορίζεται έκαστη κατηγορία». Στους υπομηχανικούς, σύμφωνα με το νομοσχέδιο, δινόταν ακόμα και η δυνατότητα να συνεχίσουν τις σπουδές τους, στο δεύτερο έτος σπουδών, αντιστοίχων προς την ειδικότητά τους σχολών του Πολυτεχνείου, μετά από κατατακτήριες εξετάσεις.
Παρότι το παραπάνω νομοσχέδιο ρύθμιζε έναν σημαντικό αριθμό ζητημάτων που αφορούσαν τους σπουδαστές και αποφοίτους της τεχνικής επαγγελματικής εκπαίδευσης, περιλαμβανομένης ακόμη και της επαγγελματικής τους αποκατάστασης, τελικά δεν ψηφίσθηκε εξ αιτίας των γνωστών γεγονότων (Ιουλιανά - βασιλικό πραξικόπημα) του Ιουλίου του 1965. Χαρακτηριστικό της παραπάνω περιόδου είναι ότι δεν υπάρχουν συγκεκριμένες έρευνες ή μελέτες που θα τεκμηρίωναν επιστημονικά, από πλευράς αγοράς εργασίας, την καθιέρωση της αποκαλούμενης ανώτερης, τουλάχιστον, βαθμίδας της τεχνικής επαγγελματικής εκπαίδευσης.
Η εισηγητική έκθεση του προαναφερθέντος νομοσχεδίου του 1965 αντλούσε, όσον αφορά την αναγκαιότητα της ίδρυσης των ανωτέρων τεχνικών επαγγελματικών σχολών, επιχειρήματα, κυρίως, από παραδείγματα άλλων, περισσότερο ανεπτυγμένων από την Ελλάδα χωρών, οι οποίες από χρόνια είχαν καθιερώσει, στο πλαίσιο της τεχνικής επαγγελματικής εκπαίδευσης, ανώτερη βαθμίδα, όπως η Γερμανία (Höhere Technische Lehranstalten), η Αγγλία (Technical Colleges), η Γαλλία (Diplome des Etudes Superieures Techniques), η Ολλανδία και Δανία (Technikum Ingenieur), η πρώην Σοβιετική Ένωση (Technikum), και οι ΗΠΑ (Technical Institutes).
Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ «Ιστορία». Πολυτεχνική Σχολή. Ανακτήθηκε στις 10 Δεκεμβρίου 2025.
- ↑ Μπέλσης, Κωνσταντίνος (2016). ΖΑΝΝΕΙΟ 1956-1986. Ένα ιστορικό σχολείο του Πειραιά "αποκαλύπτεται". Τα πρώτα 30 χρόνια (Έρευνα βασισμένη σε αδημοσίευτο αρχειακό υλικό). Αθήνα: Παπαζήσης. σελ. 243. ISBN 978-960-02-3281-3.
- ↑ «1950 - 1967: εκπαιδευτικό έλλειμμα και προσπάθειες μεταρρύθμισης > Μουσείο Ιστορίας της Δημοτικής Εκπαίδευσης της περιοχής Θέρμου». Μουσείο Ιστορίας της Δημοτικής Εκπαίδευσης της περιοχής Θέρμου. 28 Ιουλίου 2021. Ανακτήθηκε στις 10 Δεκεμβρίου 2025.