Ταινία επιστημονικής φαντασίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η ταινία επιστημονικής φαντασίας (συντομογραφικά ε.φ., αγγλ. Science fiction film ή sci-fi film) είναι είδος κινηματογραφικού έργου που χρησιμοποιεί φανταστικές αλλά βασισμένες στην επιστήμη περιγραφές φαινομένων, τα οποία δεν είναι πλήρως αποδεκτά από την καθιερωμένη επιστήμη. Τέτοια φαινόμενα και θέματα είναι συνήθως η εξωγήινη ζωή, τα ταξίδια σε μακρινούς πλανήτες, η εξωαισθητηριακή αντίληψη και το ταξίδι στον χρόνο, καθώς και άλλα μελλοντολογικά στοιχεία, όπως διαστημόπλοια, ρομπότ, σάιμποργκ, γενετικώς τροποποιημένοι οργανισμοί κ.ά. τεχνολογίες. Συχνά ταινίες επιστημονικής φαντασίας επικεντρώνονται σε πολιτικά ή κοινωνικά θέματα, ή εξερευνούν φιλοσοφικά θέματα.[1]

Το κινηματογραφικό αυτό είδος υπάρχει από τα πρώτα χρόνια του, βωβού ακόμα, κινηματογράφου, όταν το έργο Ταξίδι στη Σελήνη (1902) του Ζωρζ Μελιές εφάρμοσε φωτογραφικά εφέ. Το επόμενο σημαντικό παράδειγμα του είδους υπήρξε η γερμανική ταινία Μετρόπολις (1927). Ωστόσο, στις αμέσως επόμενες δεκαετίες το είδος εκπροσωπήθηκε κυρίως από πολύ χαμηλότερης ποιότητας φθηνές ταινίες (B movies). Μετά την ταινία-ορόσημο του Στάνλεϊ Κούμπρικ 2001: Η Οδύσσεια του Διαστήματος (1968), το είδος άρχισε να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη από τους κριτικούς του κινηματογράφου. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 ταινίες επιστημονικής φαντασίας μεγάλου προϋπολογισμού, γεμάτες με ειδικά εφέ έγιναν δημοφιλείς, μετά και από την επιτυχία της ταινίας Ο Πόλεμος των Άστρων.

Γνωρίσματα του είδους[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με τον ορισμό της θεωρητικού του κινηματογράφου και των media και κριτικού Vivian Sobchack, η ταινία επιστημονικής φαντασίας είναι: «είδος ταινιών που τονίζει στοιχεία πραγματικής ή εκτιμώμενης ως μελλοντικής ή και φανταστικής επιστήμης και της εμπειρικής έρευνας, που αλληλεπιδρά σε ένα κοινωνικό πεδίο με τον λιγότερο τονισμένο, αλλά παρόντα, υπερβατισμό της μαγείας ή της θρησκείας, σε μία προσπάθεια να συμφιλιωθεί ο άνθρωπος με το άγνωστο.» (Sobchack 63). Αυτός ο ορισμός υπονοεί ένα συνεχές μεταξύ του εμπειρισμού και του υπερβατισμού, με την ταινία ε.φ. προς την πλευρά του εμπειρισμού και την ταινία φρίκης ή φαντασίας στην πλευρά του υπερβατισμού. Ωστόσο, υπάρχουν πλέον πολλά παραδείγματα ταινιών φρίκης επιστημονικής φαντασίας, με γνωστότερο τον Φρανκενστάιν και από τις νεότερες ταινίες το Άλιεν.

Το οπτικό ύφος των ταινιών ε.φ. μπορεί να χαρακτηρίζεται από μία σύγκρουση μεταξύ εξωτικών και οικείων εικόνων. Αυτή η σύγκρουση είναι ενδιαφέρουσα όταν οι εξωτικές εικόνες γίνονται οικείες, ενώ μπορεί να γίνει και το αντίθετο, όπως στην ταινία Η λάμψη που σκοτώνει (Repo Man, 1984).[2]

Ο θεωρητικός του πολιτισμού Scott Bukatman του Πανεπιστημίου του Στάνφορντ έχει υποστηρίξει ότι η ταινία επιστημονικής φαντασίας επιτρέπει στον σύγχρονο πολιτισμό να γευθεί εκφράσεις του μεγαλείου, είτε μέσω της τεράστιας κλίμακας των πραγμάτων, είτε μέσω ενός κλίματος «τέλους του κόσμου», είτε δια της υπερβατικότητας.

Ιστορικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Μετρόπολις (1927) του Fritz Lang ήταν από τις πρώτες μεγάλου μήκους ταινίες ε.φ. και γυρίστηκε στο Στούντιο Μπάμπελσμπεργκ της Γερμανίας. Εδώ το άγαλμα της Μαρίας από την ταινία στο «Filmpark» του Μπάμπελσμπεργκ.

1900-1930[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

L'uomo meccanico, ιταλική ταινία του 1921

Οι ταινίες επιστημονικής φαντασίας εμφανίσθηκαν νωρίς, ως βωβές ταινίες μικρού μήκους, ασπρόμαυρες ή και με εγχρωματισμό καρέ. Συνήθως είχαν κάποιο τεχνολογικό θέμα και συχνά πρόθεση να είναι χιουμοριστικές. Το 1902 ο Ζωρζ Μελιές κυκλοφόρησε το Ταξίδι στη Σελήνη, που γενικώς θεωρείται η πρώτη ταινία επιστημονικής φαντασίας στην ιστορία[3]. Σε αυτή χρησιμοποίησε πρώιμα φωτογραφικά τρικ για να παραστήσει το ταξίδι ενός διαστημοπλοίου στη Σελήνη. Αρκετά πρώιμα φιλμ ε.φ. είχαν στοιχεία ή ανήκαν και στο είδος της ταινίας τρόμου, όπως οι Frankenstein (1910) και Δόκτωρ Τζέκυλ και μίστερ Χάυντ (1920). Με μια πιο περιπετειώδη διάθεση ήταν οι 20.000 λεύγες υπό την θάλασσα του 1916. Μετά το 1920 οι Ευρωπαίοι κινηματογραφιστές άρχισαν να μεταχειρίζονται την ε.φ. για πρόβλεψη και κοινωνικό σχόλιο, όπως μπορεί να παρατηρηθεί στις γερμανικές ταινίες Μετρόπολις (1927) και Η Γυναίκα στο Φεγγάρι (Frau im Mond, 1929). Αξιοσημείωτες ταινίες ε.φ. του βωβού κινηματογράφου ήταν επίσης οι Voyage à travers l'impossible («Το απίθανο ταξίδι», 1904), À la conquête du pôle («Η κατάκτηση του Πόλου», 1912), Himmelskibet (1918 - με τη διάρκειά της των 97 λεπτών αυτή η δανική ταινία θεωρείται γενικώς η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία επιστημονικής φαντασίας στην ιστορία)[4] Το Εργαστήριο του Δρ. Καλιγκάρι (1920), L'uomo meccanico («Ο μηχανικός άνθρωπος», 1921), Paris Qui Dort (= «Το Παρίσι που κοιμάται», 1923), Αελίτα (1924, σοβιετική), Η αχτίνα του θανάτου (1925, σοβιετική) και The Lost World (1925, ΗΠΑ).

1930–1960[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τη δεκαετία του 1930 γυρίστηκαν αρκετές ταινίες επιστημονικής φαντασίας με μεγάλο προϋπολογισμό, όπως οι Just Imagine (1930), Κινγκ Κονγκ (1933), Things to Come (1936) και Lost Horizon (1937). Από το 1936 και μετά μερικά comic strip επιστημονικής φαντασίας μεταφέρθηκαν στον κινηματογράφο ως σειρές, με γνωστότερα παραδείγματα αυτά των Flash Gordon και Buck Rogers, που γνώρισαν μεγάλη επιτυχία. Μεταξύ άλλων αξιοσημείωτων ταινιών ε.φ. της δεκαετίας του 1930 ήταν και οι Φρανκενστάιν (1931), Η Μνηστή του Φρανκενστάιν (1935), Doctor X (1932), Δρ. Τζέκυλ και Μίστερ Χάυντ (1931), Η νήσος των χαμένων ψυχών (1932), Deluge (1933), Ο αόρατος άνθρωπος (1933), Der Herr der Welt («Ο Κοσμοκράτορας», 1934), The Tunnel (1935), The Invisible Ray (1936), The Man Who Changed His Mind (1936) και The Return of Doctor X (1939).

Την επόμενη δεκαετία ξεχωρίζουν πολύ λιγότερες ταινίες, όπως οι Before I Hang (1940), Dr. Cyclops (1940), Δρ. Τζέκυλ και Μίστερ Χάυντ (1941, η τρίτη ταινία με τον ίδιο τίτλο), Man Made Monster (1941), ενώ στο όριο της δεκαετίας η κυκλοφορία των Από τη Γη στη Σελήνη (1950) και Rocketship X-M (1950) «προανήγγειλε» αυτό που πολλοί θεωρούν «χρυσή εποχή των ταινιών επιστημονικής φαντασίας».

Τη δεκαετία του 1950 το ενδιαφέρον του κοινού για τα διαστημικά ταξίδια και τις νέες τεχνολογίες αυξήθηκε. Αν και πολλές ταινίες ε.φ. της δεκαετίας αυτής ήταν φθηνές «B movies», γυρίστηκαν και αρκετές επιτυχημένες ταινίες με μεγαλύτερους προϋπολογισμούς και εντυπωσιακά ειδικά εφέ. Από τις σημαντικότερες ήταν οι Όταν η Γη σταματήσει... (1951), Το πράγμα από τον άλλο κόσμο (1951), Οι τελευταίες στιγμές της Γης (1951), Ο Πόλεμος των δύο Κόσμων (1953), 20 χιλιάδες λεύγες υπό την θάλασσα (1954), Ο Πόλεμος δύο Κόσμων (This Island Earth, 1955), Μονομαχία δύο Κόσμων (Forbidden Planet, 1956), Οι άνθρωποι του τρόμου (Invasion of the Body Snatchers, 1956), Ταξίδι στο Κέντρο της Γης (1959) και Όσο θα υπάρχει ο κόσμος (On the Beach, 1959). Συχνά υπάρχει στενή σχέση μεταξύ των ταινιών ε.φ. και των λεγόμενων «ταινιών με τέρατα». Παραδείγματα αποτελούν οι ταινίες FBI σε συναγερμό (Them!, 1954), The Beast from 20,000 Fathoms (1953) και Ηφαίστειο αίματος (The Blob, 1958). Την ίδια δεκαετία ο Ρέυ Χαρυχάουζεν εφάρμοσε την τεχνική στοπ καρέ για να δημιουργήσει ειδικά εφέ των αξιόλογων ταινιών ε.φ. Το υποβρύχιο τέρας (1955), Επιδρομή ιπταμένων δίσκων (1956) και Το τέρας του υπερπέραν (20 Million Miles to Earth, 1957).

Την ίδια περίπου εποχή στο στούντιο Toho δημιουργήθηκε η μεγάλη ιαπωνική παράδοση των ταινιών με τέρατα, των καΐτζου[5][6]: Η ταινία του 1954 Γκοτζίλα, το τέρας του αιώνος, με το ομώνυμο τέρας να επιτίθεται στο Τόκιο, έγινε εξαιρετικά δημοφιλής, γέννησε πολλές συνέχειες και παρόμοιες ταινίες, και εισήγαγε ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα τέρατα στην κινηματογραφική ιστορία. Οι ιαπωνικές ταινίες ε.φ. του είδους των τοκουσάτσου (στις οποίες υπάγονται και οι καΐτζου) χαρακτηρίζονταν από την εκτεταμένη χρήση ειδικών εφέ και έγιναν παγκοσμίως γνωστές κατά τη δεκαετία του 1950. Τέτοιες ταινίες, ιδίως το Warning from Space (1956), κίνησαν το ενδιαφέρον του Στάνλεϊ Κούμπρικ για την επιστημονική φαντασία και επηρέασαν το 2001: Η Οδύσσεια του Διαστήματος (1968): Σύμφωνα με τον βιογράφο του Κούμπρικ Τζων Μπάξτερ, παρά τις «αδέξιες σκηνές τους με μοντέλα τεράτων, οι ταινίες ήταν συχνά καλά φωτογραφημένες σε χρώμα ... σε καλοσχεδιασμένα και καλοφωτισμένα σκηνικά.»[7]

Θεματική και οπτικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ταινίες επιστημονικής φαντασίας περιέχουν συχνά σε σημαντικούς «ρόλους» στοιχεία πραγματικής επιστήμης και τεχνολογίας. Ωστόσο, εξίσου συχνά η «επιστήμη» μιας χολυγουντιανής ταινίας ε.φ. μπορεί να θεωρηθεί ψευδοεπιστήμη. Πολλές τέτοιες ταινίες περιλαμβάνουν στοιχεία μυστικισμού, αποκρυφισμού, μαγείας και υπερφυσικού. Από την άλλη, ενυπάρχουν κάποτε και φιλοσοφικές απόψεις. Η ταινία Μονομαχία δύο Κόσμων (Forbidden Planet, 1956) διαθέτει πολλά συνηθισμένα στοιχεία ε.φ., αλλά το έργο μεταδίδει ένα ισχυρό βαθύ μήνυμα: ότι η εξέλιξη ενός είδους προς την τεχνολογική τελειότητα (εδώ του εξαφανισμένου εξωγήινου πολιτισμού «Κρελ») δεν εξασφαλίζει την απάλειψη πρωτόγονων και επικίνδυνων ορμών του υποσυνείδητου.

Τα θέματα της λογοτεχνίας επιστημονικής φαντασίας δεν είναι όλα εξίσου κατάλληλα για μεταφορά στον κινηματογράφο. Η παράμετρος του τρόμου είναι ιδιαίτερα συχνή στον δεύτερο, όπως και οι δυστοπίες είναι πολύ συχνότερες από τις αισιόδοξες απεικονίσεις του μέλλοντος.

Οπτικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ταινίες που ανήκουν στα είδη του γουέστερν και της πολεμικής ταινίας είναι στενά συνδεδεμένες με μία συγκεκριμένη ιστορική περίοδο, αντίθετα με τις ταινίες επιστημονικής φαντασίας. Ωστόσο, υπάρχουν αρκετά κοινά οπτικά στοιχεία ανάμεσά τους. Παραδείγματα αποτελούν οι ταινίες ε.φ. Χαμένοι στο Διάστημα, Serenity, Avatar, Προμηθέας, Η Χώρα του Αύριο, Passengers και Ο Βαλέριαν και η πόλη με τους χίλιους πλανήτες. Λιγότερο εμφανείς οπτικές ομοιότητες μπορούν να ανακαλυφθούν στις μεταβολές της ανθρώπινης μορφής σε χαρακτηριστικά, μέγεθος ή συμπεριφορά, ή όταν ένα οικείο περιβάλλον γίνεται αλλόκοτα απόκοσμο, όπως μία πόλη άδεια από ανθρώπους (κινηματογραφικές μεταφορές του μυθιστορήματος Ζωντανός Θρύλος).

Επιστημονικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αν και η επιστήμη συνιστά πρωτεύον στοιχείο του είδους, πολλοί σκηνοθέτες παίρνουν πολλές ελευθερίες σχετικώς με την επιστημονική γνώση. Η εμφανέστερη ίσως τέτοια περίπτωση είναι των ταινιών που δείχνουν διαστημόπλοια να επιταχύνονται ή να εκτελούν ελιγμούς στο διάστημα. Το κενό αποκλείει τη μετάδοση του ήχου, και όμως στις ταινίες ηχούν έντονα οι πυραυλοκινητήρες των σκαφών, ενώ οι ελιγμοί θυμίζουν πτήση αεροπλάνου.

Παρόμοιες περιπτώσεις αγνοήσεως της επιστήμης, εδώ ίσως χάρη του καλύτερου καλλιτεχνικού αποτελέσματος, υπάρχουν σε ταινίες όπως αυτές των σειρών Star Wars και Σταρ Τρεκ. Σε αυτές ολόκληροι πλανήτες καταστρέφονται σε τιτάνιες εκρήξεις μέσα σε δευτερόλεπτα, ενώ μια πραγματική τέτοια καταστροφή θα απαιτούσε τουλάχιστον λίγες ώρες.

Ο ρόλος του ίδιου του επιστήμονα έχει γνωρίσει σημαντικές διαφορές μέσα στο είδος της επιστημονικής φαντασίας από εποχή σε εποχή. Αρχίζοντας με τον δρα. Χ. Φρανκενστάιν, ο «τρελός επιστήμονας» έγινε ένας στερεότυπος χαρακτήρας που αντιπροσωπεύει φοβερό κίνδυνο για την κοινωνία, ή ακόμα και για όλη την ανθρωπότητα. Μερικές απεικονίσεις τρελού επιστήμονα, όπως ο ρόλος του Πίτερ Σέλλερς στο S.O.S Πεντάγωνο Καλεί Μόσχα, έχουν μείνει εμβληματικές. Σε παλαιότερη εποχή, αλλά και στις ταινίες με τέρατα της δεκαετίας του 1950, ο επιστήμονας συχνά απεικονίζεται ως ηρωική μορφή, ως ο μόνος άνθρωπος που μπορεί να δώσει μία λύση για να αντιμετωπισθεί μία επικείμενη καταστροφή. Μετά το 1965 περίπου, οπότε οι ταινίες αντιμετωπίζουν με δυσπιστία τις κυβερνήσεις, ο ιδιοφυής αλλά επαναστάτης επιστήμονας αποτελεί ένα συνηθισμένο πρόσωπο, συχνά προειδοποιώντας σαν σύγχρονη Κασσάνδρα για μια επικέιμενη συμφορά.

Η βιοτεχνολογία (π.χ. η κλωνοποίηση) αποτελεί δημοφιλές επιστημονικό θέμα, πρωταγωνιστώντας σε ταινίες όπως οι Τζουράσικ Παρκ, Το Νησί και σε μερικές ταινίες με υπερήρωες. Η κυβερνητική και οι ολογραφικές προβολές όπως παρουσιάζονται στα έργα Ρόμποκοπ και Εγώ, το Ρομπότ γίνονται επίσης δημοφιλείς. Το διαστρικό ταξίδι και η τηλεμεταφορά είναι «στάνταρ» θέματα στο Σταρ Τρεκ και επιτυγχάνονται με warp drive και διακτινίσεις, ενώ το διαγαλαξιακό ταξίδι επιτυγχάνεται στο Stargate και στο Star Wars με ταξίδι δια του υπερχώρου ή σκουληκότρυπας. Η νανοτεχνολογία ενυπάρχει στο Σταρ Τρεκ, στο Όταν η Γη σταματήσει... και στο Iron Man 3. Η τεχνολογία αντιδραστήρα στον Iron Man (2008), είναι παρόμοια με την ψυχρή σύντηξη.[8] Η τεχνολογία της σμικρύνσεως, με την οποία άνθρωποι συρρικνώνονται σε πολύ μικρό μέγεθος, υπάρχει σε ταινίες όπως οι Φανταστικό ταξίδι (1966), Αγάπη μου, συρρίκνωσα τα παιδιά (1989) και Ant-Man (2015).

Ο ο τρίτος «νόμος του Κλαρκ» δηλώνει ότι «οποιαδήποτε επαρκώς ανεπτυγμένη τεχνολογία είναι αδύνατο να τη διακρίνουμε από τη μαγεία». Παλαιές ταινίες ε.φ. έχουν δείξει «μαγικές» τεχνολογίες που σήμερα είναι πραγματικότητα ή είναι σχεδόν βέβαιη η επίτευξή τους στο κοντινό μέλλον: η «Personal Access Display Device» του Σταρ Τρεκ ήταν ένας πρόδρομος των smartphone και των τάμπλετ. Η ανθρώπινου επιπέδου τεχνητή νοημοσύνη πλησιάζει επίσης γρήγορα με τη βελτίωση του intelligent personal assistant. Ακόμα και η έννοια του αόρατου προσεγγίζεται με την τεχνολογία στελθ. κβαντικοί υπολογιστές εμφανίζονται στην ταινία Κυριαρχία. Εξάλλου, οι περισσότεροι πολιτισμοί που παρουσιάζονται σε ταινίες ε.φ. συνήθως δεν ξεπερνούν τον Τύπο Ι (Α) στην Κλίμακα Καρντάσεφ.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Science Fiction Films». Filmsite.org. Ανακτήθηκε στις 14 Φεβρουαρίου 2014. 
  2. Perrine, Toni A. (1998). Film and the nuclear age: representing cultural anxiety. Taylor & Francis, σελ. 31–32. ISBN 0-8153-2932-6. 
  3. Creed, Barbara (2009). Darwin's Screens: Evolutionary Aesthetics, Time and Sexual Display in the Cinema. Carlton, Victoria: Melbourne University Publishing, σελ. 58. ISBN 978-0-522-85258-5. 
  4. https://www.imdb.com/title/tt0008100/
  5. Robert Hood. «A Potted History of Godzilla». Ανακτήθηκε στις 9 Φεβρουαρίου 2008. 
  6. «Gojira / Godzilla (1954) Synopsis». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 24 Δεκεμβρίου 2007. Ανακτήθηκε στις 9 Φεβρουαρίου 2008. 
  7. Baxter, John (1997). Stanley Kubrick: A Biography. Νέα Υόρκη: Basic Books, σελ. 200. ISBN 0786704853. 
  8. Biever, Celeste. «Iron Man 2: How science cures Tony Stark's heartache». New Scientist. 

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Jennifer L. Feeley & Sarah Ann Wells (επιμ.): Simultaneous Worlds: Global Science Fiction Cinema, University of Minnesota Press, 2015

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Luca Bandirali, Enrico Terrone: Nell'occhio, nel cielo. Teoria e storia del cinema di fantascienza, εκδ. Lindau, Τορίνο 2008
  • Welch Everman: Cult Science Fiction Films, Citadel Press, 1995, ISBN 0-8065-1602-X
  • Peter Guttmacher: Legendary Sci-Fi Movies, 1997, ISBN1-56799-490-3
  • Phil Hardy: The Aurum Film Encyclopedia, τόμος 2 (Science Fiction), William Morrow & Company, Νέα Υόρκη 1995, ISBN 0-87951-626-7
  • Richard S. Myers: S-F 2: A pictorial history of science fiction from 1975 to the present, Citadel Press, 1984, ISBN 0-8065-0875-2
  • Gregg Rickman, The Science Fiction Film Reader, 2004, ISBN0-87910-994-7
  • Errol Vieth: Screening Science: Context, Text and Science in Fifties Science Fiction Film, Scarecrow Press, 2001, ISBN 0-8108-4023-5

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Science fiction film της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).