Τάμαρ της Γεωργίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τάμαρ της Γεωργίας
Tamar (Vardzia fresco detail).jpg
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
თამარ მეფე (Γεωργιανά)
Γέννηση1166
Μτσχέτα
Θάνατος18  Ιανουαρίου 1213
Tabakhmela
Τόπος ταφήςΜοναστήρι Γκελάτι
Χώρα πολιτογράφησηςΒασίλειο της Γεωργίας
ΘρησκείαΓεωργιανή Ορθόδοξη Εκκλησία
Eορτασμός αγίου1 Μαΐου
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταπολιτικός
Οικογένεια
ΣύζυγοςΔαβίδ Σοσλάν (1191–1207)[1]
Γιούρι Μπογκολιούμπσκι (1185–1187)[2]
ΤέκναΓεώργιος Δ΄ της Γεωργίας
Ρουσουντάν της Γεωργίας
ΓονείςΓεώργιος Γ΄ της Γεωργίας[1][3] και Μπουρντουχάν της Αλανίας[1]
ΑδέλφιαΡουσουδάν (κόρη του Γεωργίου Γ΄ της Γεωργίας)
ΟικογένειαΔυναστεία των Βαγρατιδών της Γεωργίας (Μπαγκρατιόνι)
Αξιώματα και βραβεύσεις
Αξίωμακυβερνώσα βασίλισσα (1178–1213, Βασίλειο της Γεωργίας)
Υπογραφή
Tamar signature.svg
Θυρεός
BagrationCOA.JPG
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Η Τάμαρ/Θάμαρ η Μεγάλη, γεωργ.: თამარ მეფე Τamar Mepe δηλ. Βασιλιάς (π. 1160 - 18 Ιανουαρίου 1213) από τον Οίκο των Βαγρατιδών Ιβηρίας ήταν suo jure βασίλισσα της Γεωργίας από το1184 ως το 1213, στην ακμή της Γεωργιανής Χρυσής Εποχής. Έγινεηπρώτη γυναίκα που κυβέρνησε τη Γεωργία ιδίω δικαιώματι, πράγμα που εμφαίνεται από τον τίτλο της Mepe (Βασιλιάς), που αποδίδεται στην Τάμαρ από τις μεσαιωνικές Γεωργιανές πηγές.

Η Τάμαρ ανακηρύχθηκε διάδοχος και συγκυβερνήτης από τον πατέρα της Γεώργιο Γ΄ το 1178, αλλά αντιμετώπισε σημαντική αντίθεση από τους ευγενείς κατά την άνοδό της στον θρόνο με πλήρη εξουσία, μετά το τέλος τού πατέρα της. Η Τάμαρ ήταν επιτυχής στην εξουδετέρωση της αντίδρασης αυτής και ξεκίνησε μία δραστήρια εξωτερική πολιτική, επωφελούμενη από την παρακμή των εχθρικών Σελτζούκων. Στηρίχθηκε σε μία ισχυρή στρατιωτική ελίτ και βασισμένη στις επιτυχίες των προκατόχων της, εδραίωσε μία αυτοκρατορία που κυριάρχησε στον Καύκασο, μέχρι την κατάρρευσή της κάτω από τις επιθέσεις των Μογγόλων, μέσα σε δύο δεκαετίες από το τέλος της Τάμαρ.

Παντρεύτηκε δύο φορές: την πρώτη το 1185 τον Γιούρι πρίγκιπα του Νόβγκοροντ, τον οποίο διαζεύχθηκε δύο έτη μετά και έδιωξε από τη χώρα, αφού νίκησε τις απόπειρες πραξικοπήματός του που ακολούθησαν. Ο δεύτερος σύζυγός της ήταν ο Δαβίδ Σοσλάν πρίγκιπας της Αλανίας και από αυτόν απέκτησε δύο παιδιά, τον Γεώργιο και τη Ρουσουδάν, που τη διαδέχθηκαν.

Η βασιλεία της συνδέεται με μία περίοδο αξιοσημείωτων πολιτικών και στρατιωτικών επιτυχιών, αλλά και πολιτιστικών επιτευγμάτων. Αυτό, σε συνδυασμό με το ότι ήταν γυναίκα, συνέβαλε στη ρομαντική εξιδανίκευση της μορφής της στην Γεωργιανή τέχνη και στην ιστορική μνήμη. Παραμένει ένα σημαντικό σύμβολο στον Γεωργιανό λαϊκό πολιτισμό.

Πρώιμη ζωή και άνοδος στον θρόνο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε περί το 1160 στον Γεώργιο Γ΄ της Γεωργίας και τη σύζυγό του Μπουρντουχάν, κόρη του Κχουντάν βασιλιά της Αλανίας (Όσι, Αλανοί του Β. Καυκάσου). Αν και μάλλον είχε μία νεότερη αδελφή, τη Ρουσουδάν, αυτή αναφέρεται μόνο μία φορά στις πηγές της εποχής της βασιλείας της Τάμαρ. Το όνομα Τάμαρ/Θάμαρ είναι εβραϊκής προέλευσης και, όπως άλλα βιβλικά ονόματα (πχ η κόρη του Δαβίδ), το προτιμούσαν οι Βαγρατίδες της Γεωργίας, λόγω της αξίωσής τους ότι ήταν απόγονοι του Δαβίδ, 2ου βασιλιά του Ισραήλ.

Η νεότητά της συνέπεσε με μία μεγάλη αναστάτωση στη Γεωργία. Το 1177 ο πετέρας της βρέθηκε αντιμέτωπος με μία μερίδα ευγενών. Οι εξεγερμένοι σκόπευαν να εκθρονίσουν τον Γεώργιο Γ΄ προς όφελος του εξαδέλφου του Ντέμνα, ο οποίος εθεωρείτο από πολλούς ως ο νόμιμος διάδοχος του δολοφονηθέντος πατέρα του Δαβίδ Ε΄ (μεγαλύτερου αδελφού του Γεωργίου Ε΄). Ο Ντέμνα ήταν μία πρόφαση για τους ευγενείς, που οδηγούμενοι από τον πεθερό του διεκδικητή, τον Ιβάνε Ορμπέλι που ήταν υψηλός επιτηρητής (amirspasalar), ήθελαν να αποδυναμώσουν το στέμμα. Ο Γεώργιος Γ΄ μπόρεσε να συντρίωψει την εξέγερση και ξεκίνησε μία εκστρατεία καταστολής των προκλητικών ευγενών γενών: ο Ινάν Ορμπέλι θανατώθηκε και τα μέλη της οικογένειάς του εκδιώχθηκαν από τη Γεωργία. Ο Ντέμνα τυφλώθηκε και ευνουχίστηκε με διαταγή του θείου του· στη φυλακή δεν επέζησε πολύ του ακρωτηριασμού του και απεβίωσε σύντομα. Όταν η εξέγερση κατεστάλη και ο διεκδικητής εξαλείφθηκε, ο Γεώργιος Γ΄ έκανε την Τάμαρ συγκυβερνήτη και την έστεψε συμβασίλισσα το 1178. Με αυτό ο βασιλιάς προσπάθησε να προλάβει οποιαδήποτε διαφωνία διαδοχής μετά το τέλος του και να νομιμοποιήσει την Τάμαρ στον θρόνο της Γεωργίας. Ταυτόχρονα προώθησε στα αξιώματα Κιπτσάκους και άνδρες όχι από την τάξη των ευγενών, για να κρατήσει μακριά από την εξουσία τους ευγενείς.

Τα πρώτα χρόνια της βασιλείας της και ο πρώτος γάμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για έξι χρόνια, η Tάμαρ ήταν συγκυβερνήτης με τον πατέρα της, μετά το τέλος του οποίου, το 1184, η Tάμαρ συνέχισε ως μοναδική μονάρχης και στέφθηκε για δεύτερη φορά στον καθεδρικό ναό Γκελάτι κοντά στο Κουτάισι, στη δυτική Γεωργία. Κληρονόμησε ένα σχετικά ισχυρό βασίλειο, αλλά οι φυγόκεντρες τάσεις που ενθάρρυναν οι μεγάλοι ευγενείς, δεν είχαν καταπνιγεί. Υπήρξε σημαντική αντίθεση στη διαδοχή από την Tάμαρ. Αυτό πυροδοτήθηκε από μία αντίδραση ενάντια στις κατασταλτικές πολιτικές τού πατέρα της και ενθαρρύνθηκε από την άλλη αντιληπτή αδυναμία της νέας κυριάρχου, το φύλο της.[11] Καθώς η Γεωργία δεν είχε ποτέ στο παρελθόν γυναίκα ηγεμόνα, ένα μέρος της αριστοκρατίας αμφισβήτησε τη νομιμότητα της Tάμαρ, ενώ άλλοι προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν τη νεότητα και την υποτιθέμενη αδυναμία της, για να διεκδικήσουν μεγαλύτερη αυτονομία για τον εαυτό τους.[11] Η ενεργητική ανάμειξη της με επιρροή Ρουσουντάν, θείας της Τάμαρ και του Καθολικού-Πατριάρχη Μιχαήλ Δ' ήταν κρίσιμη για τη νομιμοποίηση της διαδοχής της Τάμαρρ στον θρόνο.[13] Ωστόσο η νεαρή βασίλισσα αναγκάστηκε να κάνει σημαντικές παραχωρήσεις στην αριστοκρατία. Έπρεπε να ανταμείψει την υποστήριξη του Καθολικού-Πατριάρχη Μιχαήλ Δ΄ κάνοντάς τον καγκελάριο, τοποθετώντας τον έτσι στην κορυφή τόσο της ιεραρχίας, όσο και της κοσμικής διακυβέρνησης.[14]

Η Tάμαρ πιέστηκε επίσης να απολύσει τους διορισμένους από τον πατέρα της, ανάμεσά τους τον κοντόσταυλο (αρχιστράτηγο) Κουμπάσαρ, έναν Γεωργιανό Κιπτσάκο ταπεινής καταγωγής, ο οποίος είχε βοηθήσει τον Γεώργιο Γ΄ στην καταστολή των προκλητικών ευγενών.[12] Ένας από τους λίγους χωρίς τίτλο ευγένειας στην υπηρεσία του Γεωργίου Γ΄ που γλίτωσαν από αυτή τη μοίρα, ήταν ο θησαυροφύλακας (ταμίας) Κουτλού Αρσλάν, ο οποίος τώρα ηγήθηκε μίας ομάδας ευγενών και πλούσιων αστών σε έναν αγώνα, για τον περιορισμό της βασιλικής εξουσίας, δημιουργώντας ένα νέο συμβούλιο, το karavi, του οποίου τα μέλη θα συζητούσαν και θα αποφάσιζαν την πολιτική.[14] Αυτή η απόπειρα «συντάγματος από τους φεουδάρχες» ήταν ατελέσφορη, καθώς η Τάμαρ έβαλε τον Κουτλού Αρσλάν να συλληφθεί και οι υποστηρικτές του ξεγελάστηκαν και υποτάχθηκαν.[12] Ωστόσο, οι πρώτες κινήσεις της Τάμαρ να μειώσει τη δύναμη της αριστοκρατικής ολιγαρχίας ήταν ανεπιτυχείς. Απέτυχε στην προσπάθειά της να χρησιμοποιήσει μία εκκλησιαστική σύνοδο, για να αποπέμψει τον Καθολικό-Πατριάρχη Μιχαήλ Δ΄, και τοσυμβούλιο των ευγενών Νταρμπάζι διεκδίκησε το δικαίωμα να εγκρίνει βασιλικά διατάγματα.[1]

Ο γάμος της βασίλισσας Tάμαρ ήταν ένα ζήτημα κρατικής σημασίας. Σύμφωνα με τις δυναστικές επιταγές και το ήθος της εποχής, οι ευγενείς απαιτούσαν από την Τάμαρ να παντρευτεί, για να έχει έναν αρχηγό για τον στρατό και να παράσχει έναν διάδοχο τουύ θρόνου.[4][12] Κάθε ομάδα προσπάθησε να επιλέξει και να εξασφαλίσει την αποδοχή τού υποψηφίου της, προκειμένου να ενισχύσει τη θέση και την επιρροή της στην Αυλή. Δύο κύριες φατρίες πολέμησαν, για την επιρροή στην αυλή του Tάμαρ: το γένος των Μχαργκρντζέλι και των Aμπουλάσαν. Η φατρία των Αμπουλάσαν κέρδισε· η επιλογή εγκρίθηκε από τη Ρουσουντάν, θεία της Τάμαρ, και το συμβούλιο των φεουδαρχών.[14] Η επιλογή τους ήταν ο Γιούρι, γιος του δολοφονημένου Αντρέι Α΄ Μπογκολιούμπσκι πρίγκιπα του Βλαντίμιρ-Σούζνταλ, ο οποίος αργότερα έζησε ως πρόσφυγας ανάμεσα στους Κιπτσάκους του Βόρειου Καυκάσου. Κάλεσαν ένα άτομο με επιρροή στο βασίλειο, τον μεγαλέμπορο Ζάνκαν Ζοραμπαμπέλι. Του δόθηκε η αποστολή να φέρει τον γαμπρό στην Τιφλίδα. Εκπλήρωσε την αποστολή του με ζήλο και ο πρίγκιπας μεταφέρθηκε στη Γεωργία, για να νυμφευτεί τη βασίλισσα το 1185.[15]

Ο νεαρός Γιούρι, ένας γενναίος, με παράστημα και ομορφοκαμωμένος, αποδείχθηκε ικανός στρατιώτης, αλλά δύσκολος άνθρωπος και σύντομα περιήλθε σε σύγκρουση με τη γυναίκα του.[4][12] Οι τεταμένες συζυγικές σχέσεις είχαν παράλληλα έναν αγώνα φατριών στη βασιλική αυλή, κατά τον οποίο η Τάμαρ διεκδικούσε ολοένα και περισσότερο τα δικαιώματά της ως βασίλισσας.[16] Το σημείο καμπής στην τύχη της Tάμαρ ήρθε με το τέλος του ισχυρού Καθολικού-Πατριάρχη Μιχαήλ Δ΄, τον οποίο η βασίλισσα αντικατέστησε, ως καγκελάριο, με τον υποστηρικτή της, Άντον Γκνολισταίσντζε.[16] Η Tάμαρ σταδιακά διεύρυνε τη δική της βάση εξουσίας και ανύψωσε τους πιστούς σε αυτήν ευγενείς σε υψηλές θέσεις στην Αυλή, κυρίως τους Μχαργκρντζέλι.[14]

Ο δεύτερος γάμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

To 1187 η Τάμαρ έπεισε το συμβούλιο ευγενών να επικυρώσει το διαζύγιό της με τον Γιούρι, που κατηγορήθηκε για εθισμό στο αλκοόλ και σοδομισμό και τον έδιωξαν στην Κωνσταντινούπολη. Ο Γιούρι, βοηθούμενος από αρκετούς ευγενείς της Γεωργίας που ήταν ανήσυχοι για τη μη ελεγχόμενη, αυξανόμενη δύναμή της, έκανε δύο πραξικοπήματα, αλλά απέτυχε και έπεσε στην αφάνεια μετά το 1191. Η βασίλισσα διάλεξε τον δεύτερο σύζυγό της η ίδια. Ήταν ο Δαβίδ Σοσλάν, ένας Αλανός πρίγκιπας, τον οποίο ο Γεωργιανός ερευνητής του 18ου αι. πρίγκιπας Βαχούστι τον αναφέρει ως απόγονο του Γεωργίου Α΄ της Γεωργίας, βασιλιά του 11ο αι. Ο Δαβίδ, ικανός στρατιωτικός ηγέτης, έγινε ο κύριος υποστηρικτής της και ήταν επιδέξιος στο να καταστείλει τους εξεγερμένους ευγενείς, που είχαν συσπειρωθεί πίσω από τον Γιούρι.

Η Τάμαρ και ο Δαβίδ είχαν δύο τέκνα: το 1192/94 απέκτησαν τον Γεώργιο (Ε΄) Λάσα και περί το 1195 τη Ρουσουντάν, που διαδέχθηκε τον αδελφό της ως βασίλισσα της Γεωργίας.

Η θέση του Δαβίδ Σοσλάν ως βασιλικού συζύγου και η παρουσία του στην τέχνη, σε καταστατικά και σε νομίσματα, υπαγορεύθηκε από την ανάγκη ενός άρρενος στην εξουσία, αλλά έμεινε δευτερεύων στην εξουσία, που μοιραζόταν τον θρόνο που προερχόταν από την Τάμαρ. Η βασίλισσα συνέχισε να αποκαλείται βασιλιάς των βασιλέων (mepeta mepe). Η Γεωργιανή γλώσσα δεν έχει γένη, έτσι το mepe δεν δηλώνει άρρενα βασιλιάαναγκαστικά· μπορεί να αποδοθεί ως ηγεμών. Το θήλυ ισοδύναμο του mepe είναι dedopali (βασίλισσα), που εφαρμόζεται στιςσυζύγους ή μικρότερες συγγενείς του βασιλιά. Η Τάμαρ απεκαλείτο dedopali περιστασιακά και dedopalta dedopali στα Γεωργιανά χρονικά και σε μερικά καταστατικά. Έτσι ο τίτλος της mepe ίσως να αναφέρεται στην Τάμαρ για να ξεχωρίσει τη μοναδική θέση της μεταξύ των γυναικών.

Εξωτερική πολιτική και στρατιωτικές εκστρατείες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Μουσουλμάνοι γείτονες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μόλις η Τάμαρ επέτυχε να εδραιώσει τη δύναμή της και βρήκε αξιόπιστο στήριγμα στον Δαβίδ Σοσλάν, στους Μχαργκρντζέλι, Toρέλι και σε άλλες ευγενείς οικογένειες, αναβίωσε την επεκτατική εξωτερική πολιτική των προκατόχων της. Οι επαναλαμβανόμενες περιπτώσεις δυναστικών διαμαχών στη Γεωργία σε συνδυασμό με τις προσπάθειες περιφερειακών διαδόχων της μεγάλης επικράτειας των Σελτζούκων, όπως οι Ελντιγκουζίδες, οι σαχ του Σιρβάν και οι σαχ του Αχλάτ, είχαν επιβραδύνει τη δυναμική των Γεωργιανών, που είχε επιτευχθεί κατά τη διάρκεια της βασιλείας του προπάππου της Ταμάρ, Δαβίδ Δ΄, και του πατέρα της, Γεωργίου Γ΄. Ωστόσο οι Γεωργιανοί δραστηριοποιήθηκαν ξανά υπό την Tάμαρ, με πιο εμφανή τρόπο κατά τη δεύτερη δεκαετία της διακυβέρνησής της. Στις αρχές της δεκαετίας του 1190, η Γεωργιανή κυβέρνηση άρχισε να αναμειγνύεται στις υποθέσεις των Ελντιγκουζιδών και των Σιρβανσάχ, βοηθώντας τους ανταγωνιστές τοπικούς πρίγκιπες και μειώνοντας τον Σιρβάν σε υποτελές κράτος. Ο Ελντιγκουζίδης αταμπέγκ Αμπού Μπακρ προσπάθησε να ανακόψει τη Γεωργιανή προέλαση, αλλά υπέστη ήττα από τον Δαβίδ Σοσλάν στη μάχη του Σαμκόρ [14] και έχασε την πρωτεύουσά του από έναν Γεωργιανό προστατευόμενο το 1195. Αν και ο Aμπού Μπακρ μπόρεσε να ξαναρχίσει τη βασιλεία του ένα χρόνο αργότερα, οι Eλντιγκουζίδες μόλις που κατάφεραν να συγκρατήσουν περαιτέρω Γεωργιανές επιδρομές.[22][23]

Το ζήτημα της απελευθέρωσης της Αρμενίας παρέμεινε πρωταρχικής σημασίας στην εξωτερική πολιτική της Γεωργίας. Οι στρατοί της Τάμαρ με επικεφαλής δύο εκχριστιανισμένους Κούρδους στρατηγούς, τον Zακάρε και τον Iβάνε Μχατγκρντζέλι (Zακαριάν) κατέλαβαν φρούρια και πόλεις προς την πεδιάδα του Αραράτ, ανακτώντας το ένα μετά το άλλο φρούρια και περιοχές από τους τοπικούς μουσουλμάνους ηγεμόνες.

Ανησυχημένος από τις Γεωργιανές επιτυχίες, ο Σουλεϋμανσάχ Β΄, ο αυξανόμενος Σελτζουκίδης σουλτάνος ​​του Ρουμ, συγκέντρωσε τους υποτελείς του εμίρηδες και βάδισε εναντίον της Γεωργίας, αλλά το στρατόπεδό του δέχθηκε επίθεση και καταστράφηκε από τον Δαβίδ Σοσλάν στη μάχη του Μπασιάν το 1203 ή το 1204. Ο χρονικογράφος της Τάμαρ περιγράφει, πώς συγκεντρώθηκε ο στρατός στη λαξευμένη σε βράχο πόλη Βάρτζια, πριν προχωρήσει στο Μπασιάν και πώς η βασίλισσα απευθυνόταν στους στρατιώτες από το μπαλκόνι της εκκλησίας.[25] Εκμεταλλευόμενοι την επιτυχία της σε αυτή τη μάχη, μεταξύ 1203–1205 οι Γεωργιανοί κατέλαβαν την πόλη Ντβίν[26] και εισήλθαν στις κτήσεις του Αχλατσάχ δύο φορές και υπέταξαν τον εμίρη του Καρς (υποτελή των Σαλτουκιδών στο Ερζερούμ), τους Αχλατσάχ, τους εμίρηδες του Ερζερούμ και του Ερζιντζάν.

Το 1206 ο Γεωργιανός στρατός, υπό τη διοίκηση του Δαβίδ Σοσλάν, κατέλαβε το Καρς και άλλα φρούρια και οχυρά κατά μήκος του ποταμού Αράξου. Αυτή η εκστρατεία ξεκίνησε προφανώς, επειδή ο ηγεμόνας του Ερζερούμ αρνήθηκε να υποταχθεί στη Γεωργία. Ο εμίρης του Καρς ζήτησε βοήθεια από τους Αλατσάχες, αλλά οι τελευταίοι δεν μπόρεσαν να ανταποκριθούν, έτσι σύντομα καταλήφθηκε από το σουλτανάτο των Αγιουβιδών το 1207. Μέχρι το 1209 η Γεωργία αμφισβήτησε την κυριαρχία των Aγιουβιδών στην ανατολική Ανατολία και ηγήθηκε του απελευθερωτικού πολέμου για τη Νότια Αρμενία. Ο Γεωργιανός στρατός πολιόρκησε το Αχλάτ. Σε απάντηση ο Αγιουβίδης σουλτάνος ​​αλ-Αντίλ Α' συγκέντρωσε και ηγήθηκε προσωπικά ενός μεγάλου μουσουλμανικού στρατού, που περιελάμβανε τους εμίρηδες της Χομς, της Χάμα και του Μπααλμπέκ καθώς και στρατεύματα από άλλα πριγκιπάτα των Αγιουβιδών, για να υποστηρίξουν τον αλ-Αουχάντ, εμίρη της Τζαζίρα. Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας, ο Γεωργιανός στρατηγός Iβάνε Μχαργκρτζέλι έπεσε κατά λάθος στα χέρια του αλ-Αβχάντ στα περίχωρα του Aχλάτ. Χρησιμοποιώντας τον Iβάνε ως διαπραγματευτή, ο αλ-Αβχάντ συμφώνησε να τον απελευθερώσει με αντάλλαγμα μια τριακονταετή ανακωχή με τη Γεωργία, τερματίζοντας έτσι την άμεση Γεωργιανή απειλή για τους Aγιουβίδες.[27] Αυτό οδήγησε τον αγώνα για τα Αρμενικά εδάφη σε αναβολή[28], αφήνοντας την περιοχή της λίμνης Βαν στους Αγιουβίδες της Δαμασκού.[29]

Το 1209, οι αδελφοί Mχαργκρζέλι ερήμωσαν το Aρνταμπίλ –σύμφωνα με τα χρονικά της Γεωργίας και των Αρμενίων– ως εκδίκηση για την επίθεση του τοπικού Μουσουλμάνου ηγεμόνα στο Aνί και τη σφαγή του χριστιανικού πληθυσμού της πόλης.[28] Σε μία μεγάλη τελική επίθεση, οι αδελφοί οδήγησαν έναν στρατό που κατευθύνθηκε σε όλες τις κτήσεις και τα υποτελή εδάφη της Τάμαρ σε μια πορεία, μέσω Nαχσιβάν και γιούλφα, στο Mαράντ, το Taμπρίζ και το Καζβίν στο βορειοδυτικό Ιράν, λεηλατώντας αρκετούς οικισμούς στο δρόμο τους.[28] Οι Γεωργιανοί έφτασαν σε χώρες, όπου κανείς δεν είχε ακούσει ούτε το όνομά τους, ούτε την ύπαρξή τους. Αυτές οι νίκες έφεραν τη Γεωργία στην κορυφή της δύναμης και της δόξας της, ιδρύοντας μία πανκαυκάσια αυτοκρατορία, που εκτεινόταν από τη Μαύρη Θάλασσα έως την Κασπία και από τα βουνά του Καυκάσου έως τη λίμνη Βαν.

Η Τραπεζούντα και η Μέση Ανατολή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μεταξύ των αξιοσημείωτων γεγονότων της βασιλείας της Τάμαρ ήταν η ίδρυση της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας το 1204. Αυτό το κράτος ιδρύθηκε από τον Αλέξιο Α΄ Μεγάλο Κομνηνό (βασ. 1204–1222) και τον αδελφό του Δαβίδ, στις βορειοανατολικές Ποντιακές επαρχίες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας με τη βοήθεια Γεωργιανών στρατευμάτων. Ο Αλέξιος Α΄ και ο Δαβίδ, ανίψια της Ταμάρ,[30] ήταν φυγάδες Βυζαντινοί πρίγκιπες, που ανατράφηκαν στη Γεωργιανή αυλή. Σύμφωνα με τον ιστορικό της Τάμαρ, στόχος της Γεωργιανής εκστρατείας στην Τραπεζούντα ήταν να τιμωρήσει τον Βυζαντινό Αυτοκράτορα Αλέξιο Δ΄ Άγγελο (ρ. 1203–1204) για την κατάσχεση ενός φορτίου χρημάτων από τη Γεωργιανή βασίλισσα στα μοναστήρια της Αντιόχειας και του Αγίου Όρους. Ωστόσο, το εγχείρημα της Tάμαρ στον Πόντο μπορεί να εξηγηθεί καλύτερα από την επιθυμία της να επωφεληθεί από τη Δυτικοευρωπαϊκή Δ΄ Σταυροφορία κατά της Κωνσταντινούπολης, για να δημιουργήσει ένα φιλικό κράτος στην άμεση νοτιοδυτική γειτονιά της Γεωργίας, καθώς και από τη δυναστική αλληλεγγύη στους έκπτωτους Κομνηνούς.[31] Η Τάμαρ προσπάθησε να αξιοποιήσει την αδυναμία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και την ήττα των Σταυροφόρων από τον σουλτάνο Σαλαντίν των Αγιουβιδών, για να κερδίσει τη θέση της Γεωργίας στη διεθνή σκηνή και να αναλάβει τον παραδοσιακό ρόλο του Βυζαντινού στέμματος ως προστάτη των Χριστιανών στη Μέση Ανατολή.[32][33] Χριστιανοί Γεωργιανοί ιεραπόστολοι δραστηριοποιούντο στον Βόρειο Καύκασο και οι ομογενείς μοναστικές κοινότητες ήταν διασκορπισμένες σε όλη την Ανατολική Μεσόγειο. Το χρονικό της Tάμαρ επαινεί την παγκόσμια προστασία του Χριστιανισμού και την υποστήριξή της σε εκκλησίες και μοναστήρια από την Αίγυπτο μέχρι τη Βουλγαρία και την Κύπρο.[34]

Η Γεωργιανή Αυλή ασχολήθηκε πρωτίστως με την προστασία των Γεωργιανών μοναστηριακών κέντρων στους Αγίους Τόπους. Μέχρι τον 12ο αι., οκτώ Γεωργιανά μοναστήρια καταγράφονται στην Ιερουσαλήμ.[35] Ο βιογράφος του Σαλαντίν, ο Μπαχά αντ-Ντιν ιμπν Σαντάντ, αναφέρει ότι μετά την κατάκτηση της Ιερουσαλήμ από τους Aγιουβίδες το 1187, η Tάμαρ έστειλε απεσταλμένους στον σουλτάνο, για να ζητήσει να επιστραφούν οι κατασχεμένες περιουσίες των Γεωργιανών μοναστηριών στην Ιερουσαλήμ. Η απάντηση του Σαλαντίν δεν καταγράφεται, αλλά οι προσπάθειες της βασίλισσας φαίνεται να ήταν επιτυχείς: ο Ζακ ντε Βιτρύ, ο οποίος έφτασε στην επισκοπή της Άκρας λίγο μετά το τέλος της Tάμαρ, δίνει περαιτέρω στοιχεία για την παρουσία των Γεωργιανών στην Ιερουσαλήμ. Γράφει ότι στους Γεωργιανούς –σε αντίθεση με τους άλλους χριστιανούς προσκυνητές– επετράπη η ελεύθερη διέλευση στην πόλη, με τα λάβαρά τους αναπεπταμένα. Ο ιμπν Σαντάντ ισχυρίζεται επιπλέον, ότι η Tάμαρ ξεπέρασε τον Βυζαντινό Αυτοκράτορα στις προσπάθειές της να αποκτήσει τα λείψανα του Τιμίου Σταυρού, προσφέροντας 200.000 χρυσά νομίσματα στον Σαλαντίν, που είχε πάρει το κειμήλιο με άλλα λάφυρα στη μάχη του Χαττίν, ωστόσο χωρίς αποτέλεσμα.[32] [34]

Η χρυσή εποχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Φεουδαρχική μοναρχία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάλκινο fals (φόλλις) της Γεωργίας. Αριστερά: στο κέντρο στρατιωτικό λάβαρο, γύρω Τ Δ (Τάμαρ - Δαβίδ Σοσλάν) και γύρω ο Πασχάλιος κύκλος 420 (έτος 1200). Δεξιά: επιγραφή στα αραβικά "malka al-mulkat, jalal al-dunya wa al-din, Tamar ibint Giorgi, zahir al-massih", δηλ. βασίλισσα των βασιλισσών, δόξα του κόσμου και της πίστης, Τάμαρ κόρη του Γεωργίου, υπερασπιστής του Μεσσία. 26 χλστ., 6,65 γραμ.

Τα πολιτικά και πολιτιστικά κατορθώματα της Γεωργίας στην εποχή της Τάμαρ είχαν τις ρίζες τους σε ένα μακρύ και περίπλοκο παρελθόν. Τα επιτεύγματά της ήταν άμεσα αποτελέσματα στις μεταρρυθμίσεις του προπάππου της Δαυίδ Δ΄ (βασ. 1089–1125) και, πιο απομακρυσμένα, στις ενωτικές προσπάθειες του προ-προπάππου της Βαγράτ Γ΄ και του θείου αυτού Δαβίδ Γ΄, που έγιναν αρχιτέκτονες μίας πολιτικής ενότητας Γεωργιανών βασιλείων και πριγκιπάτων στην πρώτη δεκαετία του 11ου αιώνα. Η Tάμαρ μπόρεσε να κτίσει επάνω στις επιτυχίες τους [36] Μέχρι τα τελευταία χρόνια της βασιλείας της Τάμαρ, το Γεωργιανό κράτος είχε φτάσει στο ζενίθ της ισχύος και του κύρους του στο Μεσαίωνα. Το βασίλειο της Τάμαρ εκτεινόταν από την κορυφή του Μεγάλου Καυκάσου στα βόρεια, έως το Ερζερούμ στα νότια και από το Ζύγκλι στα βορειοδυτικά μέχρι την περιοχή της Γκάντζα στα νοτιοανατολικά, σχηματίζοντας μία πανκαυκάσια αυτοκρατορία, με το πιστό καθεστώς των Ζαχάριαντ στη βόρεια και κεντρική Αρμενία, το Σιρβάν ως υποτελές και η Τραπεζούντα ως σύμμαχος. Ένας σύγχρονος Γεωργιανός ιστορικός εξυμνεί την Τάμαρ ως κύριο των εδαφών «από τη Θάλασσα του Πόντου [δηλαδή τη Μαύρη Θάλασσα] μέχρι τη Θάλασσα του Γκουργκάν [δηλαδή την Κασπία Θάλασσα], από το Σπέρι μέχρι το Ντέρμπεντ και όλος ο εντεύθεν και εκείθεν Καύκασος ​​μέχρι τη Χαζαρία και τη Σκυθία.» [37] [38]

Αντίστοιχα μεγαλοποιήθηκε και ο βασιλικός τίτλος. Τώρα αντικατόπτριζε, όχι μόνο την κυριαρχία της Τάμαρ στις παραδοσιακές υποδιαιρέσεις του Γεωργιανού βασιλείου, αλλά περιλάμβανε επίσης νέα στοιχεία, δίνοντας έμφαση στην ηγεμονία του Γεωργιανού στέμματος στα γειτονικά εδάφη. Έτσι, στα νομίσματα και τις χάρτες που εκδόθηκαν στο όνομά της, η Tάμαρ προσδιορίζεται ως: [3]

"Με τη θέληση του Θεού, βασιλιάς των βασιλέων των Αμπχαζίων, Καρτβελίων, Αρρανίων, Καχετίων και Αρμενίων· σαχ του Σιρβάν, αυτοκράτωρ όλης της Ανατολής και της Δύσης, δόξα του κόσμου και της πίστης, υπερασπιστής του Μεσσία."

Πολιτισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η βασίλισσα δεν απέκτησε ποτέ αυταρχικές εξουσίες και το συμβούλιο των ευγενών συνέχισε να λειτουργεί. Ωστόσο το κύρος της ίδιας της Τάμαρ και η επέκταση της patronqmoba –μίας Γεωργιανής εκδοχής του φεουδαλισμού– εμπόδιζαν τους ισχυρότερους δυναστικούς πρίγκιπες να κατακερματίσουν το βασίλειο. Αυτή ήταν μία κλασική περίοδος στην ιστορία της Γεωργιανής φεουδαρχίας.[42] Οι προσπάθειες μεταφύτευσης φεουδαρχικών πρακτικών στις περιοχές όπου προηγουμένως ήταν σχεδόν άγνωστες, δεν πέρασαν χωρίς αντίσταση. Υπήρξε μία εξέγερση μεταξύ των ορεσίβιων του Πχόβι και του Ντίντο στα βορειοανατολικά σύνορα της Γεωργίας το 1212, η οποία κατεστάλη από τον Iβάνε Μχαργκζέλι μετά από τρεις μήνες σκληρών μαχών.[43]

Με τα ακμάζοντα εμπορικά κέντρα τώρα υπό τον έλεγχο της Γεωργίας, η βιομηχανία και το εμπόριο έφεραν νέον πλούτο στη χώρα και στην Αυλή. Φόροι υποτέλειας από τους γείτονες και λάφυρα πολέμου προστέθηκαν στο βασιλικό θησαυροφυλάκιο, δημιουργώντας το ρητό ότι «οι αγρότες ήταν σαν ευγενείς, οι ευγενείς σαν πρίγκιπες και οι πρίγκιπες σαν βασιλείς».

Το τέλος και η ταφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Τάμαρ έζησε περισσότερο από τον σύζυγό της Δαβίδ Σοσλάν και απεβίωσε από μία «καταστροφική ασθένεια» κοντά στην πρωτεύουσά της Τιφλίδα, αφού προηγουμένως είχε στέψει τον γιο της, Γεώργιο Δ΄ Lasha (Φωτεινό) ως συμβασιλιά. Ο ιστορικός της Tάμαρ αναφέρει, ότι η βασίλισσα αρρώστησε ξαφνικά, όταν συζητούσε για τις κρατικές υποθέσεις με τους υπουργούς της στο κάστρο Ναχαρμαγκέβι κοντά στην πόλη Γκόρι. Μεταφέρθηκε στην Τιφλίδα και αργότερα στο κοντινό κάστρο του Αγαράνι, όπου η Τάμαρ απεβίωσε και θρηνήθηκε από τους υπηκόους της. Τα λείψανά της μεταφέρθηκαν στον καθεδρικό ναό της Μτσχέτα και αργότερα στο μοναστήρι Γκελάτι, ένα οικογενειακό κοιμητήριο της βασιλικής δυναστείας της Γεωργίας. Η παραδοσιακή επιστημονική άποψη είναι ότι η Tάμαρ απεβίωσε το 1213, αν και υπάρχουν αρκετές ενδείξεις, ότι μπορεί να είχε πεθάνει νωρίτερα, το 1207 ή το 1210 [50].

Σε μεταγενέστερους χρόνους, ένας αριθμός θρύλων εμφανίστηκε για τον τόπο ταφής της Tάμαρ. Ένας από αυτούς λέει ότι η Tάμαρ θάφτηκε σε μία μυστική κόγχη στο μοναστήρι Γκελάτι, για να αποτρέψει τη βεβήλωση τού τάφου από τους εχθρούς της. Μία άλλη εκδοχή υποδηλώνει, ότι τα λείψανα της Tάμαρ τάφηκαν εκ νέου σε μία απομακρυσμένη τοποθεσία, πιθανώς στους Αγίους Τόπους. Ο Γάλλος ιππότης Γκτγιώμ ντε Μπλουά, σε μία επιστολή που χρονολογείται από τις αρχές του 13ου αι., που γράφτηκε στην Παλαιστίνη και απευθυνόταν στον επίσκοπο της Μπεζανσόν, ισχυρίστηκε ότι είχε ακούσει, πως ο βασιλιάς των Γεωργιανών κατευθυνόταν προς την Ιερουσαλήμ με έναν τεράστιο στρατό και είχε ήδη κατακτήσει πολλές πόλεις των Σαρακηνών. Έφερε, σύμφωνα με την έκθεση, τα λείψανα της μητέρας του, της «ισχυρής βασίλισσας Tάμαρ» (regina potentissima Thamar), η οποία δεν μπόρεσε να κάνει προσκύνημα στους Αγίους Τόπους στη ζωή της και είχε κληροδοτήσει το σώμα της να ταφεί κοντά τον Πανάγιο Τάφο [51].

Τον 20ο αι. η αναζήτηση του τάφου της Tάμαρ έγινε αντικείμενο επιστημονικής έρευνας, καθώς και το επίκεντρο του ευρύτερου κοινού ενδιαφέροντος. Ο Γεωργιανός συγγραφέας Γκριγκόλ Ρομπακίντζς έγραψε στο δοκίμιό του το 1918 για την Tάμαρ: "Μέχρι στιγμής, κανείς δεν ξέρει πού βρίσκεται ο τάφος της Tάμαρ. Ανήκει σε όλους και σε κανέναν: ο τάφος της βρίσκεται στην καρδιά του Γεωργιανού. Και σύμφωνα με την αντίληψη των Γεωργιανών, δεν είναι ένας τάφος, αλλά ένα όμορφο βάζο μέσα στο οποίο ανθίζει ένα αμάραντο λουλούδι, η μεγάλη Τάμαρ. Η ακαδημαϊκή άποψη ακόμη τοποθετεί τον τάφο της Τάμαρ στο Γκελάτι, αλλά μία σειρά αρχαιολογικών ερευνών, που άρχισαν με τον Ε. Τακαϊσβίλιβ απέτυχε να τον εντοπίσει στο μοναστήρι [53].

Οικογένεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παντρεύτηκε πρώτα το 1185 τον Γιούρι Μπογκολιούμπσκι πρίγκιπα του Νόβγκοροντ, που τον διαζεύχθηκε το 1187.

Έπειτα η Τάμαρ έκανε δεύτερο γάμο το 1191 με τον Δαβίδ Σοσλάν (απεβ. 1207) πρίγκιπα των Αλανών και είχε τέκνα:

Υστεροφημία και λαϊκός πολιτισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

στον Μεσαίωνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

στην εποχή μας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

αγιοκατάταξη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναφορές σε πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]