Συνθήκη της Οττάβα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
  Οι χώρες μέλη της συνθήκης της Οττάβα

Η Συνθήκη της Οττάβα ή Συνθήκη για την Απαγόρευση των Ναρκών, είναι συνθήκη, που απαγορεύει πλήρως τις νάρκες κατά προσωπικού. Η συνθήκη υπογράφηκε στην Οττάβα του Καναδά το 1999. Η επίσημη ονομασία της είναι «Συνθήκη για την απαγόρευση της χρήσης, αποθήκευσης, παραγωγής και διακίνησης ναρκών κατά προσωπικού και για την καταστροφή τους» (Convention on the Prohibition of the Use, Stockpiling, Production and Transfer of Anti-Personnel Mines and on their Destruction).

Εφαρμογή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πέρα από τον τερματισμό της παραγωγής και της ανάπτυξης ναρκών κατά προσωπικού, κάθε μέλος της συνθήκης πρέπει να καταστρέψει όλες τις νάρκες αυτού του τύπου μέσα σε μία τετραετία. Μόνο ένας μικρός αριθμός ναρκών έχει τη δυνατότητα να παραμείνει και αυτός για καθαρά εκπαιδευτικούς σκοπούς, όπως είναι η ανίχνευση ναρκών και η αποναρκοθέτηση. Σε χρονικό ορίζοντα δεκαετίας από την υπογραφή της συνθήκης κάθε χώρα οφείλει να ολοκληρώσει τον καθαρισμό των ναρκοθετημένων της περιοχών. Το τελευταίο είναι δύσκολο να επιτευχθεί για ορισμένες χώρες, αλλά στις ετήσιες συναντήσεις των μελών της συνθήκης υπάρχει η δυνατότητα να ζητηθεί παράταση ή και βοήθεια. Η συνθήκη καλύπτει μόνο τις νάρκες κατά προσωπικού. Διάφοροι άλλοι τύποι ναρκών όπως είναι οι αντιαρματικές, οι τηλεκατευθυνόμενες, οι μικτού τύπου καθώς και διάφορες άλλες παρεμφερείς συσκευές δεν περιλαμβάνονται σε αυτή.

Καταστροφή των αποθεμάτων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με βάση την αναφορά της Διεθνούς Εκστρατείας για την Απαγόρευση των Ναρκών για το Μάιο του 2006, αρκετές χώρες δήλωσαν την ύπαρξη αποθεμάτων ναρκών ξηράς, που ξεπερνά τα 160 εκατομμύρια, 39,5 από τα οποία έχουν πλέον καταστραφεί από τις χώρες της συνθήκης. 74 χώρες δήλωσαν ότι έχουν καταστρέψει το σύνολο των αποθεμάτων τους σε νάρκες και άλλες 64 ότι δε διαθέτουν απόθεμα για να καταστρέψουν.

Υπογράφοντες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχικά, η αναφορά που ξεκίνησε από τη Διεθνή Εκστρατεία για την Απαγόρευση των Ναρκών το 1997συγκέντρωσε 855.000 υπογραφές.. Όσο η σύμβαση ήταν ανοικτή για υπογραφή, υπογράφηκε από 133 χώρες . Μέχρι το τέλος του 2007 είχε υπογραφεί από 158 countries και επικυρωθεί από 156.[1] 37 χώρες δεν έχουν υπογράψει τη συνθήκη. Οι σημαντικότερες χώρες που παράγουν και αποθηκεύουν νάρκες και δεν υπέγραψαν τη συνθήκη είναι, η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, η Ινδία, οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και η Ρωσία. Οι Η.Π.Α. αρνήθηκαν α θέσουν την υπογραφή τους καθώς δεν τους παραχωρήθηκε η δυνατότητα εξαίρεσης για την Νότια Κορέα, όπου οι νάρκες ξηράς θεωρούνται ουσιώδες μέρος της στρατηγικής τους. Με βάση την αμερικανική κυβέρνηση οι ένα εκατομμύρια νάρκες, που βρίσκονται τοποθετημένες DMZ μεταξύ Βόρειας και Νότιας Κορέας συμβάλλουν στη διατήρηση της ειρήνης] μεταξύ των δύο χωρών, αποτρέποντας τυχόν επίθεση της Βόρειας Κορέας . Η Ινδία πάλι απέφυγε να υπογράψει με τη δικαιολογία ότι θεωρεί τις νάρκες απαραίτητες για την αποφυγή της διελισδυσης ισλαμιστών εκπαιδευμένων εξτρεμιστών στο κρατίδιο Τζαμού και Κασμίρ.

Υπάρχει μία ρήτρα της συνθήκης, το Άρθρο 3, το οποίο επιτρέπει στις χώρες να διατηρούν απόθεμα ναρκών για εκπαιδευτικούς σκοπούς ή για την ανάπτυξη αντίμετρων. 64 χώρες έχουν εκμεταλλευτεί την ευκαιρία. Συνολικά 289.000 νάρκες έχουν κριθεί διατηρήσιμες από διάφορες χώρες με βάση το άρθρο 3. Επιπλέον 23 χώρες έχουν δηλώσει μηδενικό αριθμό ναρκών.

Ετήσιες συναντήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ετήσιες συναντήσεις των κρατών μελών της συνθήκης διεξάγονται σε διαφορετικές περιοχές σε ολόκληρο τον κόσμο. Στις συναντήσεις αυτές δίνεται η δυνατότητα να καταγραφεί τι ακριβώς έχει επιτευχθεί, να εντοπιστούν τα σημεία στα οποία απαιτείται περισσότερη προσπάθεια και να αναζητηθεί κάθε βοήθεια που μπορεί να χρειάζεται. Οι συναντήσεις αυτές είναι οι εξής:

  • 1η ετήσια συνάντηση το Μάιο του 1999 στο Μαπούτο της πληγείσας από τις νάρκες Μοζαμβίκης
  • 2η ετήσια συνάντηση το Σεπτέμβριο του 2000 Γενεύη της Ελβετίας
  • 3η ετήσια συνάντηση το Σεπτέμβριο του 2001 στη Μανάγουα της πληγείσας από τις νάρκες Νικαράγουας
  • 4η ετήσια συνάντηση το Σεπτέμβριο του 2002 στη Γενεύη της Ελβετίας
  • 5η ετήσια συνάντηση το Σεπτέμβριο του 2003 στη Μπανγκόκ της Ταϊλάνδης
  • Πρώτη αναθεωρητική διάσκεψη (5 χρόνια μετά την έναρξη ισχύος της συνθήκης) το διάστημα 29 Νοεμβρίου – 3 Δεκεμβρίου 2004 στο Ναϊρόμπι της Κένυας.
  • 6η ετήσια συνάντηση το Νοέμβριο/Δεκέμβριο του 2005 στο Ζάγκρεμπ της Κροατίας
  • 7η ετήσια συνάντηση το Σεπτέμβριος του 2006 στη Γενεύη της Ελβετίας
  • 8η ετήσια συνάντηση το Σεπτέμβριο του 2007 στην Κοιλάδα της Ιορδανίας της Ιορδανίας
  • 9η ετήσια συνάντηση το Νοέμβριο του 2008 στη Γενεύη της Ελβετίας
  • Δεύτερη αναθεωρητική διάσκεψη το Δεκέμβριο του 2009 στην Καρταγένα της Κολομβίας
  • 10η ετήσια συνάντηση το Νοέμβριο/Δεκέμβριο του 2010 στη Γεβεύη της Ελβετίας[2]
  • 11η ετήσια συνάντηση το Νοέμβριο/Δεκέμβριο του 2011 στο Πνομ Πεν της Καμπότζης[3]

Ο ρόλος της πριγκίπισσας Νταϊάνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η συνθήκη της Οττάβα υποστηρίχτηκε ιδιαίτερα από την πριγκίπισσα Νταϊάνα. Η Νταϊάνα επισκέφτηκε την Αγκόλα τον Ιανουάριο του 1997 και διέσχισε ένα ναρκοπέδιο, δύο φορές, ώστε να σιγουρευτεί ότι όλα τα παριστάμενα μέσα ενημέρωσης κατέγραψαν την κίνησή της αυτή. Την περίοδο αυτή ο πληθυσμός της χώρας ήταν περίπου 10 εκατομμύρια και υπήρχαν σε αυτή 10-20 εκατομμύρια νάρκες ξηράς, απομεινάρι του εμφυλίου πολέμου.[4] Τον Αύγουστο του ίδιου έτους επισκέφτηκε τη Βοσνία και Ερζεγοβίνη με το Δίκτυο Επιζώντων από Νάρκες Ξηράς. Το ενδιαφέρον της επικεντρώθηκε στα θύματα των ναρκών, και κυρίως στα παιδιά που παίζουν γύρω από αυτές.

Χάρη στο μέγεθος της επιρροής της, ο θάνατός της τον Αύγουστο του 1997 ώθησε την κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείο και άλλων κρατών να υπογράψουν και να επικυρώσουν τη συνθήκη. Όταν έλαβε χώρα ο δεύτερος απολογισμός σχετικά με τις νάρκες στη Βουλή των Κοινοτήτων, ο υπουργός εξωτερικών, Ρόμπιν Κουκ επαίνεσε και απένειμε φόρο τιμής στο έργο της Νταϊάνα σχετικά με τις νάρκες:

"Όλοι οι αξιότιμοι βουλευτές θα γνωρίζουν τη σημαντική συνεισφορά της πριγκίπισσας Νταϊάνα να ενημερώσει πολλούς από τους ψηφοφόρους μας για το ανθρώπινο κόστος των ναρκών ξηράς. Ο καλύτερος τρόπος για να δείξουμε την εκτίμηση μας στο έργο της και στο έργο των μη κυβερνητικών οργανώσεων, που έχουν πραγματοποιήσει εκστρατείες ενάντια στις νάρκες ξηράς είναι να προωθήσουμε το νομοσχέδιο και να ανοίξουμε το δρόμο για μία παγκόσμια απαγόρευση των ναρκών ξηράς."[5][6]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Κράτη μέλη της συνθήκης, Διεθνής Εκστρατεία για την Απαγόρευση των Ναρκών
  2. «APminebanconvention.org». 10MSP. http://www.apminebanconvention.org/meetings-of-the-states-parties/10msp/. Ανακτήθηκε στις 20η Σεπτεμβρίου 2012. 
  3. «11th Meeting of States Parties to the Mine Ban Treaty». http://www.icbl.org/index.php/icbl/Treaty/MBT/Annual-Meetings/11msp. Ανακτήθηκε στις 20η Σεπτεμβρίου 2012. 
  4. Οι νάρκες της Αγκόλας
  5. "All honourable Members will be aware from their postbags of the immense contribution made by Diana, Princess of Wales to bringing home to many of our constituents the human costs of landmines. The best way in which to record our appreciation of her work, and the work of NGOs that have campaigned against landmines, is to pass the Bill, and to pave the way towards a global ban on landmines."
  6. Φιλανθρωπία - Νταϊάνα, πριγκίπισσα της Ουαλίας

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]