Συλλογή (μουσειολογία)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Θάλαμος Θαυμάτων του Όλε Βορμ

Με τον όρο συλλογή εννοείται η συγκέντρωση αντικειμένων που μοιράζονται κοινά χαρακτηριστικά -φυσικά ή νοηματικά. Στις μουσειακές σπουδές με τον όρο συλλογή μουσείου εννοείται συνήθως «ένα αντιπροσωπευτικό σύνολο συστηματικά επιλεγμένων, συγκεντρωμένων και ταξινομημένων ομοειδών αντικειμένων»[1]. Βάσει του παραπάνω ορισμού η ύπαρξη της συλλογής θεμελιώνεται στις τρεις παρακάτω παραμέτρους:

  • Επιλογή: Συνδέεται με το είδος του μουσείου και τους στόχους που θέτει με την έκθεση συγκεκριμένων συλλογών
  • Αντιπροσώπευση: Η επιλογή των καλύτερων και πλέον αντιπροσωπευτικών από τα υπό έκθεσιν αντικείμενα
  • Ταξινόμηση: Κατηγοριοποίηση εξαρτώμενη από τα χαρακτηριστικά και τις φυσικές ή νοηματικές σχέσεις μεταξύ των αντικειμένων, (χρονολόγηση, τυπολογία, συμβολισμός).

Δημόσιες και ιδιωτικές συλλογές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ήδη από την αρχαιότητα είναι γνωστές δημόσιες συλλογές με τη μορφή των θησαυρών, των αναθημάτων πόλεων δηλαδή σε πανελλήνια ιερά, όπως η Ολυμπία ή οι Δελφοί. Στην Ελληνιστική περίοδο απαντώνται ιδιωτικές προσπάθειες συλλογής έργων τέχνης από εύπορους όπως ο Ηρώδης ο Αττικός ή οι Ατταλίδες στην Πέργαμο, ενώ ως δημόσια συλλογή μπορεί να χαρακτηριστεί το Μουσείον της Αλεξάνδρειας. Ιδιαίτερη έξαρση γνωρίζουν οι ιδιωτικές συλλογές στον ρωμαϊκό κόσμο, καθώς η συλλεκτική δραστηριότητα καθίσταται σύμβολο ισχύος και ευημερίας, με εξέχον παράδειγμα τον Κικέρωνα. Στους Βυζαντινούς χρόνους η παράδοση των δημόσιων και ιδιωτικών συλλογών συνεχίζεται, αν και η ιδιωτική έκθεση δεν ευνοείται ως ενασχόληση εξαιτίας της κυρίαρχης χριστιανικής ιδεολογίας. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα δημόσιας συλλογής θα μπορούσε κανείς να αναφέρει τον Ιππόδρομο και ιδωτική το παλάτι του ευνούχου Λαύσου, επί βασιλείας Αρκάδιου.

Στους προεπαναστατικούς χρόνους εισηγήσεις για τη δημιουργία δημόσιων συλλογών έχουμε κυρίως από τον Κοραή και τη Φιλόμουσο Εταιρεία, το 1813. Ο μεν πρώτος πρότεινε όχι μόνον τη διαφύλαξη, αλλά και την καταλογογράφηση των κειμηλίων εις Ελληνικόν Μουσείον, οργισμένος πιθανώς από τη σύληση των χειρογράφων της Πάτμου και άλλων νήσων του Αιγαίου από τον άγγλο περιηγητή Έντουαρκ Κλαρκ[2]. Στους μετεπαναστατικούς χρόνους δημιουργήθηκαν μικρές αρχαιολογικές κυρίως συλλογές δημόσιου χαρακτήρα που στεγάζονταν σε εκκλησίες, σε σχολεία ή μισθωμένα κτήρια, στη Στοά του Αδριανού ή στην Ακρόπολη. Όσον αφορά στις ιδιωτικές συλλογές, αρκετές από αυτές βρίσκονταν στα χέρια πρέσβεων και προξένων, ενώ πλούσια συλλογή κατείχε ο Όθων. Στα μέσα του 19ου αιώνα δημιουργούνται αξιόλογες ιδιωτικές συλλογές με κυριότερες αυτές του Αθανάσιου Ρουσόπουλου του Ερρίκου Σλήμαν στο Ιλίου Μέλαθρον ή του γερμανού πρόξενου Βον Βάγκνερ.

Στον 20ο αιώνα τα μουσεία ανθίζουν είτε ως δημόσια είτε ως ιδιωτική πρωτοβουλία με συλλογές δημόσιου χαρακτήρα ή ιδιωτικές αλλά προσβάσιμες στο ευρύ κοινό.

Ευρώπη και Νεός Κόσμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι τάσεις κριτικής αξιολόγησης των αρχαιών πηγών και των μνημείων από τους ουμανιστές του 15ου αιώνα ήδη, είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση ειδικού ενδιαφέροντος για τις αρχαιότητες. Ιδιαίτερης μνείας αξίζει η περίπτωση του Κυριακού του Αγκωνίτη (Cyriacus de Pizzicolli) ο οποίος συνέλεγε επί 25 περίπου έτη βιβλία, νομίσματα και έργα τέχνης από την Ελλάδα και την Αν. Μεσόγειο[3]. Στα τέλη του 16ου αιώνα εμφανίζονται οι πρώτες μεγάλες συλλογές αρχαιοτήτων, ετερόκλητες συνήθως συγκεντρώσεις αντικειμένων από διαφορετικές εποχές και διαφορετικούς πολιτισμούς. Γνωστότερες από αυτές είναι πιθανώς οι συλλογές του Φραντζέσκο Καλτζολάρι ή του Αθανάσιου Κίρχερ. Οι συλλέκτες ανήκαν σε εύπορες τάξεις και είτε οι ίδιοι είτε μέσω πρακτόρων αγόραζαν έργα τέχνης του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού κατ' αρχήν ή τοπικών ευρωπαϊκών πολιτισμών[4].

Ο 19ος αιώνας, είναι περίοδος των μεγάλων ανασκαφών και των μεγάλων μουσείων σε μια αλληλεξαρτώμενη σχέση. Τα μεγάλα μουσεία χρειάζονται συλλογές για να κεντρίσουν το ενδιαφέρον του κοινού και αυτό με τη σειρα του πυροδοτεί μια εντατική ανασκαφική δραστηριότητα. Στην Ευρώπη ιδρύονται πολλά κρατικά μουσεία, χωρίς να λείπουν οι ιδιωτικές πρωτοβουλίες (Castelani, Campana κ.α. σε Ιταλία και Σαμπουρόφ, Σλήμαν κ.ά. στην Ελλάδα). Παρουσιάζονται επίσης εκθέσεις συλλογών στην επαρχία -κυρίως σε σημεία διεξαγωγής αρχαιολογικής έρευνας- και οι πρώτες συλλογές εθνολογικού και λαογραφικού ενδιαφέροντος. Στη Βόρεια Αμερική οι συλλογές είναι ως επί το πλείστον ιδιωτικές, όπως ιδιωτική πρωτοβουλία ώθησε στη δημιουργία των πρώτων αρχαιολογικών μουσείων. Με την ίδρυση του Μητροπολιτικού Μουσείου Τέχνης στη Νέα Υόρκη, του Μουσείου Καλών Τεχνών στη Βοστόνη, το εννοιολογικό πλαίσιο του όρου συλλογή επεκτείνεται πέραν του ενδιαφέροντος για τις αρχαιότητες και στις Καλές Τέχνες στη σύγχρονη μορφή τους, παρέχοντας μια νέα ώθηση στη μουσειακή συλλογή ως ευρύτερη έννοια[5].

Στον 20ο αιώνα στο περιεχόμενο του όρου μουσειακή συλλογή έχουν προστεθεί πολύ περισσότερες κατηγορίες αντικειμένων (αυτοκίνητα, όπλα, εργαλεία, φωτογραφίες, κόμικς κ.ά) με αποτέλεσμα να είναι διαθέσιμες στο κοινό συλλογές σε πολύ εξειδικευμένες θεματικές ενότητες.

Συντήρηση συλλογών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βασική λειτουργία των μουσείων είναι η συντήρηση και διατήρηση των συλλογών τους, γεγονός που απαιτεί τη συνεργασία ειδικευμένων συντηρητών προκειμένου οι εργασίες συντήρησης, διατήρησης και αποκατάστασης να εφαρμόζονται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Κάθε είδους επέβαση σε τέχνεργα μιας συλλογής, χρειάζεται να υποτάσσεται στην αρχή της αναστρεψιμότητας. Με άλλα λόγια κάθε επέμβαση γίνεται με τρόπο τέτοιο, ώστε να είναι δυνατή η επαναφορά του τέχνεργου στην προγενέστερη κατάστασή του.

Σημειώσεις - παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Γκαζή Α. - Νούσια Τ., 2003, 42
  2. Γκαζή Α. - Νούσια Τ., 2003, 157.
  3. Trigger Bruce G., 2005, 40.
  4. Κουκουζέλη Αλ. κ.ά., 2003, 20.
  5. Κουκουζέλη Αλ. κ.ά., 2003, 45-47.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Γκαζή Α. - Νούσια Τ., 2003, Αρχαιολογία στον ελληνικό χώρο: Μουσειολογία, μέριμνα για τις αρχαιότητες, ΕΑΠ, Πάτρα.
  • Κουκουζέλη Αλ. - Μανακίδου Ε. - Σμπόνιας Κ., 2003, Αρχαιολογία στον ελληνικό χώρο: Ιστορική διαδρομή της αρχαιολογίας, ΕΑΠ, Πάτρα.