Σερπεντίνης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Σερπεντίνης
Wojaleite Serpentit.jpg
Σερπεντίνης. Ρέχαου, Γερμανία
Γενικά
Κατηγορία Πυριτικά
Χημικός τύπος (Mg,Fe)3Si2O5(OH)4 ή Mg6Si4O10(OH)8
Ορυκτολογικά χαρακτηριστικά
Πυκνότητα 2,2 - 2,6 gr/cm3
Χρώμα Ελαιοπράσινο, κίτρινο ή χρυσοκίτρινο, καστανό, μαύρο, λευκό
Σύστημα κρυστάλλωσης Μονοκλινές
Κρύσταλλοι Δεν απαντά σε εμφανή κρυσταλλική μορφή
Υφή Μάζες συμπαγείς ή ινώδεις, φυλλώδεις ή στηλοειδείς αναλόγως της παραλλαγής
Διδυμία -
Σκληρότητα 3 - 4,5
Σχισμός Μη εμφανής
Θραύση Κογχοειδής, ινώδης
Λάμψη Κηρώδης, μεταξώδης έως ελαιώδης
Γραμμή κόνεως Λευκή
Διαφάνεια Αδιαφανής

Με την ονομασία σερπεντίνης (αγγλ. serpentine) χαρακτηρίζεται η ομάδα των εξής πολυμορφικών πυριτικών ορυκτών, οι διαφορές των οποίων είναι μακροσκοπικά ασήμαντες τόσο που είναι αδύνατος ο μακροσκοπικός διαχωρισμός τους:

  • Αντιγορίτης (Antigorite): (Mg,Fe)3Si2O5(OH)4 - μονοκλινές
  • Λιζαρδίτης (Lizardite) Mg3Si2O5(OH)4 - τριγωνικό, εξαγωνικό
  • Χρυσοτίλης (Chrysotile) Mg3Si2O5(OH)4 - ρομβικό
  • Αμίαντος (Asbestos) Mg3Si2O5(OH)4, ινώδης παραλλαγή του χρυσοτίλη

Η ονομασία σερπεντίνης προέρχεται από το λατινικό serpens (= ερπετό), λόγω της στικτής του εμφάνισης, η οποία προσομοιάζει με δέρμα φιδιού. Ο χρυσοτίλης έλκει την ονομασία του από τις ελληνικές λέξεις χρυσός και τίλλω (= μαδώ), λόγω των χρυσοκίτρινων ινών του. Αμίαντος ονομάστηκε επειδή είναι απρόσβλητος από την φωτιά (αμίαντος πυρί) και η αγγλική του ονομασία προέρχεται από την ελληνική λέξη άσβεστος = αυτός που δεν καίγεται. Αντιγορίτης ονομάστηκε επειδή ανευρέθη για πρώτη φορά στην κοιλάδα Antigorio του Πιεμόντε της Ιταλίας, ενώ ο λιζαρδίτης ονομάστηκε έτσι από την εμφάνισή του στην χερσόνησο Lizard της Κορνουάλλης (Βρετανία).

Ο σερπεντίνης είναι δευτερογενές ορυκτό από τα πλέον διαδεδομένα στην φύση και αποτελεί προϊόν εξαλλοίωσης μαγνησιούχων πυριτικών ορυκτών και ιδιαίτερα του ολιβίνη. Ανευρίσκεται σε πυριγενή και μεταμορφωμένα πετρώματα. Ιδιαίτερα γνωστός στην Ελλάδα είναι ο σερπεντινιωμένος περιδοτίτης, που ανευρίσκεται συχνότατα στην Βόρεια Ελλάδα. Λόγω της λιπαρής υφής του σερπεντίνη, η οποία προκαλεί ολίσθηση, ο σερπεντινιωμένος περιδοτίτης είναι πέτρωμα το οποίο εμφανίζει συχνές κατολισθήσεις, ιδιαίτερα αν υπόκειται άλλων σχηματισμών.

Η δομή του σερπεντίνη συνίσταται από στιβάδες πυριτικών ενώσεων τετραεδρικής δομής, ανάμεσα στις οποίες παρεμβάλλονται στιβάδες βρουκίτη (Mg(OH)2). Ο τρόπος διάταξης των στιβάδων βρουκίτη ανάμεσα στις πυριτικές στιβάδες είναι το αίτιο ύπαρξης των πολυμορφικών ορυκτών της ομάδας. Ειδικότερα στον χρυσοτίλη και τον αμίαντο, οι στιβάδες αυτές τείνουν να λάβουν σωληνοειδή δομή, εξ ου και η ινώδης υφή του ορυκτού.

Αν ο ελαιοπράσινος σερπεντίνης στιλβωθεί έχει πολύ ελκυστική εμφάνιση και στο παρελθόν χρησιμοποιήθηκε ως υποκατάστατο του νεφρίτη. Μια παραλλαγή του αναμεμειγμένη με ασβεστολιθικής σύστασης πετρώματα αποτελεί τον οφειτασβεστίτη, ο οποίος φέρεται και υπό το όνομα σερπεντινικό μάρμαρο (marmor thessalicum, επειδή λαμβανόταν από λατομείο κοντά στην Λάρισα της Θεσσαλίας).

Μια ποικιλία πυρφυρίτη ανδεσιτικής σύστασης, με μεγάλους πράσινους κρυστάλλους σερπεντίνη ( lapis lacedaemonius), ανευρίσκεται στις Κροκεές της Λακωνίας (και πουθενά αλλού στον κόσμο) και είναι γνωστή με την ονομασία "porfido verde antico".

Οι μη ινώδεις μορφές του σερπεντίνη δεν προκαλούν καρκινογενέσεις. Οι ινώδεις παραλλαγές του, ωστόσο, έχει αποδειχθεί ότι προκαλούν καρκινογενέσεις (βλ. αμίαντος).

Εδάφη που προέρχονται από σερπεντινιούχα πετρώματα είναι ακατάλληλα για καλλιέργεια πολλών ειδών φυτών, καθώς είναι πολύ φτωχά σε κάλιο και φωσφόρο και πλούσια σε βαρέα μέταλλα (κοβάλτιο, νικέλιο, χρώμιο).

Χρησιμοποιείται στην οικοδομική (ιδιαίτερα ο οφειτασβεστίτης) για την κατασκευή βάθρων, δαπέδων κτλ.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
  • James Dwight Dana, Manual of Mineralogy and Lithology, Containing the Elements of the Science of Minerals and Rocks READ BOOKS, 2008 ISBN 1-4437-4224-4