Σαρωτής

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Επίπεδος σαρωτής USB, τεχνολογίας LED.

Ο σαρωτής (αγγλ. scanner) είναι μια σύγχρονη ηλεκτρονική συσκευή που συνδέεται με ηλεκτρονικό υπολογιστή δια της οποίας επιτυγχάνεται ψηφιοποίηση εικόνας (φωτογραφίας ή σχεδίου) καθώς και κάθε εγγράφου με σκοπό την αποθήκευση ή την επεξεργασία ή και την αποστολή αυτών.

Η ψηφιοποίηση αυτών γίνεται ανάλογα είτε με πρόγραμμα επεξεργασίας εικόνας σε διάφορους τύπους αρχείων αποθήκευσης, είτε με πρόγραμμα επεξεργασίας κειμένου, όπου απαιτείται και ένα επιπρόσθετο πρόγραμμα οπτικής αναγνώρισης χαρακτήρων (γραμμάτων, συμβόλων), είτε ακόμα με σύνθετο πρόγραμμα DTP που πραγματοποιούνται μαζί και οι δύο παραπάνω χωριστές επεξεργασίες.

Χρήση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η χρήση των σαρωτών ξεκίνησε με την ηλεκτρονική σελιδοποίηση εντύπων και γενικεύτηκε μετά την εφαρμογή και την εξάπλωση του διαδικτύου, (Internet). Αρχικά οι τιμές τους ήταν πολύ υψηλές και μάλλον απαγορευτικές για μη επαγγελματίες χρήστες. Σήμερα με την εξέλιξη της τεχνολογίας του ηλεκτρονικού χώρου γενικότερα οι τιμές τους έχουν μειωθεί μέχρι του σημείου να προσφέρονται ακόμα και δωρεάν με κάθε νέο υπολογιστή.

Είδη σαρωτών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπάρχουν τρία βασικά είδη σαρωτών εκ του τρόπου που πραγματοποιείται η σάρωση.

  1. Οι επίπεδοι, flatbed, στους οποίους η κεφαλή κινείται κατά μήκος της σελίδας, σχεδίου ή φωτογραφίας.
  2. Οι χειρός, ή χειροκίνητοι, handheld, που αποτελούν μικρές συσκευές, που ο χρήστης μετακινεί με το χέρι με σταθερή ταχύτητα πάνω από τη σελίδα κ.λπ. και
  3. Οι σαρωτές έλξης, που από ιδιαίτερη υποδοχή τραβούν τη σελίδα πάνω από τη σταθερή κεφαλή (sheet-fed).

Και τα τρία παραπάνω είδη βασίζονται στην ανάκλαση εκπεμπόμενου υπό αυτά φωτός. Περισσότερο διαδεδομένοι σε χρήση είναι οι σαρωτές των δύο πρώτων κατηγοριών λόγω και του χαμηλού κόστους τους.

Στη δεύτερη κατηγορία υπάγονται επίσης και οι "σαρωτές γραμμικού κώδικα" (bar code) που σαρώνουν και αποκωδικοποιούν γραμμικούς κώδικες οι οποίοι βρίσκονται πάνω σε συσκευασίες αντικειμένων (προϊόντων, φακέλων, δεμάτων κλπ).
Ο σαρωτής γραμμικού κώδικα μπορεί να είναι χειρός, συνδεόμενος με καλώδιο με τον υπολογιστή ο οποίος δέχεται τα δεδομένα (ενσύρματος), ή να λειτουργεί (και) με ασύρματο τρόπο (ενημερώνοντας τον υπολογιστή είτε με την τοποθέτησή του σε ειδική βάση, ή μέσω ασύρματης επικοινωνίας). Έτσι έχουμε τον ενσύρματο σαρωτή πληκτρολογίου με πολύ χαμηλό κόστος και απλό τρόπο συνεργασίας με το πρόγραμμα του υπολογιστή, ή να έχουμε έξυπνο σαρωτή με μνήμη και πρόγραμμα διαφύλαξης και επεξεργασίας της πληροφορίας που συγκεντρώνει, με δυνατότητα να αποστέλλει την πληροφορία με το σύστημα GPRS, με κόστος μέχρι και δέκα φορές μεγαλύτερο.

Ο σαρωτής γραμμικού κώδικα μπορεί επίσης να είναι τοποθετημένος σε εξοπλισμό αυτόματης μετακίνησης αντικειμένων (κυλιόμενες ταινίες αυτόματης διαλογής, ταμεία καταστημάτων, ταινιοζυγούς κλπ), με πλείστες εφαρμογές από τις εταιρείες αποθήκευσης, διακίνησης και διανομής (Εταιρείες Logistics).

  • Εκτός των παραπάνω υπάρχουν ακόμα και οι λιλιπούτειοι, αυτόνομοι, λεγόμενοι "πένσιλ σκάνερς" (pencil scaners), μορφής και μεγέθους στυλό γραφής που φέρουν κατά το διάμηκες στενή επίπεδη επιφάνεια. Ανήκουν στη κατηγορία των χειροκίνητων σαρωτών διαθέτουν μνήμη αποθήκευσης, μέχρι μεταφοράς κάποιου αριθμού ληφθέντων σαρώσεων σε υπολογιστή. Δεν έχουν διατεθεί ακόμη ευρέως στο εμπόριο. Χρήση αυτών κάνουν υπάλληλοι μυστικών υπηρεσιών, στρατιωτικών αλλά και κάποιων νηογνωμόνων μερικοί των οποίων έχουν εφοδιαστεί.

Αρχή λειτουργίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όπως αναφέρθηκε παραπάνω οι σαρωτές λειτουργούν με την ανάκλαση του εκπεμπόμενου απ΄ αυτούς φωτός. Συγκεκριμένα αφού τοποθετηθεί η προς σάρωση επιφάνεια επί του σαρωτή (α΄ είδους), ή εισαχθεί κατάλληλα (γ΄ είδους), τίθεται σε λειτουργία η συσκευή. Μία ποσότητα εκπεμπόμενου φωτός υπό μορφή στήλης διέρχεται από την επιφάνεια. Η ποσότητα που ανακλάται κατά τη σάρωση μετράται από ένα αισθητήρα ανίχνευσης, (στην ουσία φωτόμετρο), όπου και μετατρέπεται σε αναλογική διαφορά δυναμικού (τάση), ανάλογη προς την ένταση του φωτός (δηλαδή μεγαλύτερη ένταση - μεγαλύτερη διαφορά). Η τελευταία με τη σειρά της μετατρέπεται σε ψηφιακό σήμα μέσω ενός μετατροπέα ADC (αρκτικόλεξο του Analog Digital Coverter).

Ο αισθητήρας ανίχνευσης στη πλειονότητα των σαρωτών ονομάζεται CCD (αρκτικόλεξο του Charge Coupled Device). Κάθε οριζόντια ανάλυση περιλαμβάνει έναν αριθμό pixels. Κάθε pixel αντιστοιχεί σ΄ ένα στοιχείο (dot) του CCD. Συνεπώς για κάποιο σαρωτή που φέρεται να υποστηρίζει λειτουργικά π.χ. 600 dpi (= dots ανά ίντσα), εναλλακτικά αναφέρεται σε 600 ppi (pixels ανά ίντσα).
Εξ αυτών γίνεται σαφές ότι η διαδικασία της σάρωσης αν και φαινομενικά δείχνει συνεχής αυτή δεν είναι. Η κεφαλή της σάρωσης (α΄ είδους), ή η έλξη της σελίδας προς σάρωση (γ΄ είδους) κινείται σταδιακά ανά ίντσα «διαβάζοντας» σε κάθε κίνηση. Στους σαρωτές επιπέδου η κεφαλή κινείται σταδιακά από ένα κινητήρα «βήμα προς βήμα» μετά από λήψη ενός ηλεκτρικού παλμού. Ομοίως έλκεται και προωθείται η προς σάρωση επιφάνεια στους σαρωτές έλξης. Στους χειροκίνητους σαρωτές απαιτείται προηγουμένως μία μικρή εκπαίδευση σχετικά εύκολη.

Κριτήρια επιλογής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συνέχεια της προηγουμένης ενότητας καθίσταται σαφές ότι τελικά κύριοι παράγοντες που αποτελούν και τα ουσιώδη κριτήρια επιλογής μιας συσκευής σαρωτή είναι η ποιότητα της ψηφιοποίησης που επιχειρεί και η ταχύτητα πραγμάτωσής της.

Η ποιότητα της ψηφιοποίησης εξαρτάται βασικά από τα τεχνικά χαρακτηριστικά της συσκευής και τη σωστή ρύθμισή της που εν προκειμένω δεν διαφέρει από μια αυτόματη ή χειροκίνητη φωτογραφική μηχανή. Σε ορισμένους σαρωτές μπορεί να γίνει ρύθμιση μέσα από τους συνοδευτικούς «οδηγούς -drivers» διαφορετικά μέσα από σχετικά «προγράμματα». Σημειώνεται ότι όσο καλύτερα είναι τα οπτικά μέρη ενός σαρωτή όπως π.χ. ο φακός που συλλαμβάνει την ανάκλαση του φωτός τόσο καλλίτερα σε ποιότητα είναι και τα αποτελέσματα.

Συγκρινόμενα επ΄ αυτού, τα είδη των σαρωτών, οι επίπεδοι κρίνονται καλλίτεροι από εκείνων της έλξης, λόγω παρεχόμενης μεγαλύτερης ανάλυσης, ενώ της έλξης προτιμώνται περισσότερο λόγο του μικρότερου όγκου τους.