Σαλβαδόρ Αλιέντε

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Σαλβαδόρ Αλιέντε
Salvador Allende Gossens-.jpg
Πρόεδρος της Χιλής
Περίοδος
3 Νοεμβρίου 1970 – 11 Σεπτεμβρίου 1973
Προκάτοχος Εδουάρδο Φρέι Μοντάλβα
Διάδοχος Αουγούστο Πινοσέτ
Πρόεδρος της Γερουσίας της Χιλής
Περίοδος
27 Δεκεμβρίου 1966 – 15 Μαΐου 1969
Προκάτοχος Τομάς Ρέγιες Βικούνια
Διάδοχος Τομάς Πάμπλο Ελόρσα
Γερουσιαστής της Δημοκρατίας της Χιλής
Περίοδος
15 Μαΐου 1945 – 3 Νοεμβρίου 1970
Γενικός Γραμματέας του Σοσιαλιστικού Κόμματος της Χιλής
Περίοδος
1943 – 1944
Υπουργός Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικής Βοήθειας
Περίοδος
28 Αυγούστου 1939 – 2 Απριλίου 1942
Πρόεδρος Πέδρο Αγκίρε Σέρδα
Προκάτοχος Μιγκέλ Ετσεμπάρνε Ριόλ
Διάδοχος Εδουάρδο Εσκουδέρο Φοραστάλ
Προσωπικά στοιχεία
Γέννηση 26 Ιουνίου 1908
Σαντιάγο, Χιλή
Θάνατος 11 Σεπτεμβρίου 1973 (65 ετών)
Σαντιάγο, Χιλή
Εθνικότητα Χιλιανή
Υπηκοότητα Χιλή
Πολιτικό κόμμα Σοσιαλιστικό Κόμμα της Χιλής
Λαϊκή Ενότητα
Σύζυγος Ορτένσια Μπούσι
Παιδιά 3
Σπουδές Πανεπιστήμιο της Χιλής
Επάγγελμα Ιατρός
Δημόσιος υπάλληλος
Θρήσκευμα Αγνωστικισμός
Υπογραφή Salvador Allende signature.svg
Ιστοσελίδα Fundación Salvador Allende

Ο Σαλβαδόρ Αλιέντε (Salvador Guillermo Allende Gossens, 26 Ιουνίου 1908 - 11 Σεπτεμβρίου 1973) ήταν Χιλιανός ιατρός και πολιτικός, γνωστός ως ο πρώτος μαρξιστής που έγινε πρόεδρος χώρας της Λατινικής Αμερικής μέσω ανοικτών εκλογών[1].

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε στο Βαλπαραΐσο το 1908 και αυτοκτόνησε[2] στο Σαντιάγο το 1973. Καταγόταν από μεγαλοαστική οικογένεια και σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο του Σαντιάγο, απ΄ όπου και έλαβε το δίπλωμά του το 1932. Ασχολήθηκε έντονα με την πολιτική αναπτύσσοντας μαρξιστική δράση. Ένα χρόνο μετά συνέβαλε στην ίδρυση του σοσιαλιστικού κόμματος της Χιλής. Το 1937 συμμετείχε στη κυβέρνηση του Πέδρο Αγκίρρε Σέντρα, στην οποία και ανέλαβε για τέσσερα χρόνια υπουργός Υγιεινής. Το 1945 εκλέχθηκε για πρώτη φορά μέλος της Γερουσίας.

Το 1952, όταν έβαλε υποψηφιότητα για την Προεδρία, επειδή είχε δεχθεί την υποστήριξη του παράνομου τότε κομμουνιστικού κόμματος, διαγράφτηκε από το σοσιαλιστικό κόμμα με συνέπεια να καταταγεί τελευταίος των τεσσάρων υποψηφίων. Επανήλθε όμως στις εκλογές του 1958 με την υποστήριξη των σοσιαλιστών και των κομμουνιστών, των οποίων το κόμμα τους είχε πλέον νομιμοποιηθεί. Παρά ταύτα κατατάχθηκε δεύτερος των υποψηφίων.

Η εκλογή του 1970[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 4 Σεπτεμβρίου του 1970 πραγματοποιήθηκαν στη Χιλή οι πιο κρίσιμες προεδρικές εκλογές της ιστορίας της, καθώς για πρώτη φορά διαγραφόταν πιθανότατο το ενδεχόμενο να εκλεγεί πρόεδρος ο 62χρονος Σαλβαδόρ Αλιέντε, επικεφαλής της Λαϊκής Ενότητας, όπου συστεγάζονταν σοσιαλιστές, κομμουνιστές και ριζοσπάστες καθολικοί. Αν και η Χιλή διακρινόταν για την σχετικά ομαλή -με τα λατινοαμερικανικά κριτήρια- κοινοβουλευτική της ζωή, οι διεθνείς παρατηρητές είχαν ζωηρές αμφιβολίες στο κατά πόσο ήταν δυνατό να έρθει ειρηνικά και ανεμπόδιστα στην εξουσία αριστερή κυβέρνηση, σε μια περιοχή που οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής θεωρούσαν ως την "πίσω αυλή" τους. Αναμφίβολα, το πρόγραμμα της Λαϊκής Ενότητας ήταν πολύ προωθημένο. Λίγες εβδομάδες πριν τις εκλογές, ο Αλιέντε υποσχέθηκε μια "αντιιμπεριαλιστική αντιολιγαρχική κυβέρνηση", η οποία θα αντικαθιστούσε τη Βουλή και τη Γερουσία με μια Λαϊκή Εθνοσυνέλευση.

Δεσμεύτηκε να προχωρήσει σε μεγάλης κλίμακας αγροτική μεταρρύθμιση εις βάρος της μεγάλης ιδιοκτησίας και εξήγγειλε την εθνικοποίηση όλων των ξένων επιχειρήσεων και τραπεζών, συμπεριλαμβανομένων και των τεράστιων αμερικανικών επενδύσεων στα σημαντικότατα, για την οικονομία της Χιλής, ορυχεία χαλκού. Όλα αυτά έκαναν πολλούς να πιστεύουν ότι στις εκλογές της 4ης Σεπτεμβρίου δεν υπήρχε απλά ζήτημα εκλογής προέδρου, αλλά ζήτημα επιλογής κοινωνικού καθεστώτος. Η προεκλογική περίοδος διεξήχθη σε κλίμα οξύτατης πόλωσης, ενώ στις επανειλημμένες συγκρούσεις μεταξύ οργανωμένων ομάδων αντιφρονούντων έχασαν τη ζωή τους 6 άτομα και τραυματίστηκαν πάνω από 200. Το βράδυ της 4ης Σεπτεμβρίου, το Σαντιάγο και οι άλλες πόλεις της Χιλής πλημμύρισαν από σημαίες της Λαϊκής Ενότητας και σφυροδρέπανα, καθώς τα αποτελέσματα έδωσαν μικρό αλλά σαφές προβάδισμα στον υποψήφιο της Αριστεράς, ο οποίος συγκέντρωσε το 36,3% των ψήφων, έναντι 34,9% του δεξιού υποψηφίου Αλεσάντρι, και 27,8% του κεντρώου Τόμιτς. Σύμφωνα με το Σύνταγμα, ο πρόεδρος θα εκλεγόταν μεταξύ των δύο πρώτων υποψηφίων από το Κογκρέσο της Χιλής, όπου οι συσχετισμοί διαγράφονταν ευνοϊκοί για τον Αλιέντε: Το Εθνικό Κόμμα της Δεξιάς είχε μόνο το 21% των βουλευτών, ενώ τα κόμματα της Αριστεράς είχαν το 45% των εδρών (εκ των οποίων το 17% αντιπροσώπευαν οι βουλευτές του Κ.Κ.) και το ρυθμιστικό, υπό τους διαμορφωμένους συσχετισμούς, Χριστιανοδημοκρατικό κόμμα είχε το 31%. Εν όψει της αποφασιστικής αναμέτρησης, ο Αλιέντε προσπάθησε αφενός μεν να εδραιώσει την κοινωνική του βάση, ανανεώνοντας τις φιλολαϊκές του δεσμεύσεις ενώπιον της διοίκησης της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών, αφετέρου δε να καθησυχάσει, με μετριοπαθείς συνεντεύξεις, τις ανησυχίες της χιλιανής ελίτ που πανικόβλητη φυγάδευε τα κεφάλαιά της στις τράπεζες του εξωτερικού. Στις 5 Οκτωβρίου, το συνέδριο του Χριστιανοδημοκρατικού κόμματος αποφάσισε με 271 ψήφους σε σύνολο 462, να υποστηρίξει τον Αλιέντε.

Οι βαριές υποψίες έγιναν καταθλιπτικές ανησυχίες στις 22 Οκτωβρίου, δύο μόλις μέρες πριν από την εκλογή, όταν συμμορία της ακροδεξιάς (πηγή?) τραυμάτισε θανάσιμα σε ενέδρα τον αρχηγό του Γενικού Επιτελείου, στρατηγό Ρενέ Σνάιντερ, ο οποίος είχε δηλώσει ότι ο στρατός θα σεβαστεί την όποια επιλογή του Κογκρέσου και αποτελούσε αποφασιστικό εμπόδιο σε οποιοδήποτε σχέδιο πραξικοπήματος. Η τελική ψηφοφορία έγινε στη μεγαλοπρεπή αίθουσα του Κογκρέσου στις 24 Οκτωβρίου και κατέληξε, όπως αναμενόταν, σε θρίαμβο του Αλιέντε που συγκέντρωσε 135 ψήφους έναντι μόλις 35 του Αλεσάντρι. Στην ομιλία του μετά την νίκη του ο Αλιέντε είπε: «Αξιώνουμε να δημιουργήσουμε έναν διαφορετικό κόσμο, να αποδείξουμε ότι μπορούν να γίνουν βαθιές αλλαγές που αποτελούν επανάσταση. Πρέπει να δημιουργήσουμε μια κυβέρνηση δημοκρατική, εθνική, επαναστατική και λαϊκή που θα οδηγήσει στον Σοσιαλισμό».

Την επόμενη μέρα πέθανε ο στρατηγός Σνάιντερ και ο νεοεκλεγμένος πρόεδρος δήλωσε ότι ενδεχόμενη προσπάθεια ανατροπής του με τη βία των όπλων θα τσακιστεί από την "επαναστατική βία" των λαϊκών μαζών. Στις 30 Οκτωβρίου ο Αλιέντε ανακοίνωσε την 15μελή κυβέρνηση της Λαϊκής Ενότητας, στην οποία συμμετείχαν και τρεις κομμουνιστές. Ισάριθμα μέλη της ήταν στο παρελθόν εργάτες. Η ορκωμοσία του νέου προέδρου, ο οποίος, αν και δηλωμένος άθεος και ενεργός τέκτων είχε μεγάλες συμπάθειες στους καθολικούς κύκλους, έγινε στον καθεδρικό ναό του Σαντιάγο, στις 3 Νοεμβρίου. Μετά τη λαμπρή τελετή, ο σοσιαλιστής ηγέτης περιόδευσε με ανοικτό αυτοκίνητο στο κέντρο της πόλης και δύο μέρες αργότερα, μιλώντας στην πρώτη, ύστερα από τη νίκη του, ανοιχτή λαϊκή συγκέντρωση, εξήγγειλε το μανιφέστο του για έναν "δημοκρατικό δρόμο προς τον σοσιαλισμό". Λίγο αργότερα, στις 21 Δεκεμβρίου, έκανε πράξη μια από τις βασικότερες προεκλογικές εξαγγελίες του, ανακοινώνοντας από τον εξώστη του Προεδρικού Μεγάρου την εθνικοποίηση των ορυχείων χαλκού και των ξένων τραπεζών. Το χιλιανικό "πείραμα" της ειρηνικής σοσιαλιστκής αλλαγής είχε αρχίσει[3].

Ο Αλιέντε άρχισε να εφαρμόζει ένα ευρύτατο πρόγραμμα σοσιαλιστικών μεταρρυθμίσεων κρατικοποιώντας μεγάλες εκτάσεις γης, τον ορυκτό πλούτο της χώρας και τις τράπεζες. Το πρόγραμμα του Αλιέντε περιελάμβανε αναβάθμιση των συμφερόντων των εργατών, εφαρμογή της αγροτικής μεταρρύθμισης, αναδιοργάνωση της εθνικής οικονομίας σε δημόσιο, μικτό και ιδιωτικό τομέα, εξωτερική πολιτική διεθνούς αλληλεγγύης και εθνικής ανεξαρτησίας, καθώς και νέα θεσμική οργάνωση του κράτους, ως λαϊκού πλέον κράτους, με την ίδρυση ενός ενιαίου σώματος αντιπροσώπων. Το πρόγραμμα της Λαϊκής Ένωσης πρότεινε επίσης την εθνικοποίηση των κύριων ορυχείων χαλκού της Χιλής, που άνηκαν σε ξένα συμφέροντα, κυρίως των ΗΠΑ. Ορισμένες χαρακτηριστικές μεταρρυθμίσεις κατά το πρώτο διάστημα της προεδρίας του Αλιέντε περιλάμβαναν την ανακατανομή εκατομμυρίων στρεμμάτων γης σε ακτήμονες ως μέρος της αγροτικής μεταρρύθμισης, αύξηση μισθών στις ένοπλες δυνάμεις και παροχή δωρεάν γάλατος στα παιδιά. Επίσης, ιδρύθηκαν ο Αναπτυξιακός Συνεταιρισμός Ιθαγενών Πληθυσμών και το Ινστιτούτο Εκπαίδευσης των Μαπούτσε για να καλύψουν τις ανάγκες των αυτοχθόνων κατοίκων της Χιλής.

Παράλληλα ο Αλιέντε εφάρμοσε νέα εξωτερική πολιτική, ξεκινώντας τη συνεργασία πρώτα με τη Κίνα και στη συνέχεια με την Κούβα. Η πολιτική του αυτή τον έφερε σε αντιπαράθεση με τα συμφέροντα των ΗΠΑ, με συνέπεια οι σχέσεις των δύο χωρών να ψυχραθούν. Ο τότε ένοικος του λευκού οίκου Νίξον είπε χαρακτηριστικά: "Τώρα με τον Κάστρο στην Κούβα και τον Αλιέντε στη Χιλή έχουμε στην Λατινική Αμερική ένα κόκκινο σάντουιτς και μοιραία όλη θα γίνει κόκκινη". Δύο χρόνια αργότερα από την εκλογή του άρχισε να καλπάζει ο πληθωρισμός και να πλήττεται βεβαίως η μεσαία τάξη.

Επειδή ο Αλιέντε είχε στο πρόγραμμα του να κρατικοποιήσει τα μεταλλεία χαλκού, τα οποία ανήκαν σε Αμερικάνους ιδιώτες, έπρεπε να ανατραπεί. Έτσι, ο Νίξον αποφάσισε να ανατρέψει τον Αλιέντε. Το έργο αυτό το αναθέτει στην C.I.A. και οργανωτής του πραξικοπήματος επιλέγεται ο Χένρυ Κίσινγκερ. Οι μυστικές υπηρεσίες των Η.Π.Α. προσπαθούν να δωροδοκήσουν τον στρατό της Χιλής, αλλά ο αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων Ρενέ Σνάιντερ ήταν πιστός στο σύνταγμα και η πρώτη απόπειρα πραξικοπήματος απέτυχε. Ο Σνάιντερ βρέθηκε δολοφονημένος λίγες μέρες μετά.

Έπειτα από αυτό ο Λευκός Οίκος διέταξε τον οικονομικό στραγγαλισμό της χώρας. Η δεύτερη απόπειρα δωροδοκίας στέφθηκε με επιτυχία. Οι φορτηγατζήδες που μετέφεραν τα τρόφιμα σταμάτησαν να κάνουν την δουλειά τους. Το κόστος αυτής της απεργίας ήταν 200 εκατομμύρια δολάρια για το κράτος της Χιλής, ενώ η C.I.A. είχε ξοδέψει τα διπλάσια. Παρ’ όλα τα δεινά που περνούσε η χώρα, η δημοτικότητα του Αλιέντε συνεχώς αυξανόταν. Κατόπιν αυτού οι Αμερικανοί οργάνωσαν το σχέδιο Ζ. Τον Ιούνιο του 1973 οργανώνεται ένα δεύτερο πραξικόπημα, που κατεστάλη από τη νόμιμη ηγεσία του στρατού και τον στρατηγό Πρατς. Μετά την καταστολή ο στρατηγός Πρατς συμβούλεψε τον Αλιέντε να δώσει όπλα στο λαό ανοίγοντας τα οπλοστάσια. Ο Αλιέντε όμως, όντας πιστός στις αξίες του, του απάντησε: "Όχι. Αυτή η επανάσταση θα γίνει χωρίς σταγόνα αίμα. Βασίζεται σε ειρηνικές αξίες και όχι στην βία".

Θάνατος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά από αυτά τα γεγονότα ο Αλιέντε αποφασίζει να αλλάξει την ηγεσία του στρατού και στην θέση του Πρατς τοποθετεί τον Αουγούστο Πινοσέτ. Την Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 1973, γίνεται συγχρονισμένη επίθεση από ξηρά και αέρα στο προεδρικό μέγαρο. Η δημοκρατία καταλύεται και στην εξουσία ανεβαίνει ο Πινοσέτ.

Λίγο αργότερα οι πραξικοπηματίες ανακοινώνουν ότι ο Αλιέντε αυτοκτόνησε. Η επίσημη ανακοίνωση αναφέρει ότι το όπλο που χρησιμοποίησε ήταν ένα αυτόματο τυφέκιο (ΑΚ-47). Εντούτοις πολλοί πολίτες στάθηκα δύσπιστοι και έκαναν λόγο για δολοφονική ενέργεια από κυβερνητικούς. πηγή?

Το 2011 με δικαστική απόφαση αποφασίστηκε το άνοιγμα της υποθέσεως και η περαιτέρω διερεύνηση της σορού από διεθνής ομάδα ειδικών. Το αποτέλεσμα της αυτοψία δημοσιεύτηκε στα μέσα Ιουλίου του 2011. Η ομάδα των ειδικών οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι ο πρώην Πρόεδρος αυτοπυροβολήθηκε με αυτόματο τυφέκιο ΑΚ-47. Τον Δεκέμβριο του 2011 ο αρμόδιος για την έρευνα δικαστής επιβεβαίωσε τα ευρήματα των εμπειρογνωμόνων και έκρινε τον θάνατο του Αλιέντε ως αυτοκτονία. Στις 11 Σεπτεμβρίου 2012, την 39η επέτειο του θανάτου του Αλιέντε, εφετείο της Χιλής επικύρωσε ομόφωνα την απόφαση του δικαστηρίου, κλείνοντας και επίσημα την υπόθεση.

Σύμφωνα με την Ιζαμπέλ Αλιέντε – κόρη του Σαλβαδόρ Αλιέντε – η οικογένεια Αλιέντε έχει καιρό τώρα αποδεχθεί ότι ο πρώην Πρόεδρος αυτοπυροβολήθηκε, δήλωσε στο BBC ότι: “Το πόρισμα συμβαδίζει με ότι πιστεύαμε ήδη. Όταν ήρθε αντιμέτωπος με ακραίες καταστάσεις, έλαβε την απόφαση να αφαιρέσει τη ζωή του, αντί της ταπείνωσης"

Προσωπική ζωή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ήταν παντρεμένος με την Ορτένσια Μπούσι [4] η οποία απεβίωσε το 2009 σε ηλικία 94 ετών. Είχαν αποκτήσει τρεις κόρες [5].

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]