Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ροδόλφος του Ράινφελντεν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Ροδόλφος του Ράινφελντεν
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση1025[1][2]
Θάνατος15  Οκτωβρίου 1080[1]
Μέρζεμπουργκ
Τόπος ταφήςκαθεδρικός ναός του Μέρσεμπουργκ
Χώρα πολιτογράφησηςΑγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΓερμανικά[3]
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταδούκας[4]
μονάρχης
Οικογένεια
ΣύζυγοςΑδελαΐδα της Σαβοΐας[5]
Ματθίλδη της Σουηβίας (από 1059)[5]
ΤέκναΑδελαΐδα του Ράινφελντεν[6]
Μπέρτχολντ Α΄ της Σουηβίας
Αγνή του Ράινφελντεν
Βέρθη του Ράινφελντεν[6]
ΓονείςΚούνο του Ραϊνφέλντεν[6]
ΑδέλφιαΑδαλβέρτος Α΄ του Ραϊνφέλντεν
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΑξίωμαΔούκας της Σουηβίας
Βασιλιάς των Ρωμαίων
αντιβασιλέας
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Ροδόλφος (γερμανικά: Rudolf, π. 1025 - 15 Οκτωβρίου 1080) από τον Οίκο του Ραϊνφέλντεν ήταν δούκας της Σουηβίας και διεκδικητής βασιλιάς της Γερμανίας σε αντιπαράθεση με τον Ερρίκο Δ΄ της Γερμανίας. Αρχικά ήταν ακόλουθος του βασιλιά, ο οποίος ήταν γαμπρός του Ροδόλφου· όμως η εκλογή του ως «βασιλιά» της Γερμανίας το 1077 πυροδότησε τη Μεγάλη Εξέγερση των Σαξόνων και μια ανοιχτή σύγκρουση του βασιλιά με τον Πάπα (1η φάση της Έριδας της Περιβολής). Έπειτα από μια σειρά ένοπλων συγκρούσεων και όταν οι δυνάμεις του νίκησαν εκείνες του Ερρίκου Δ΄ στη μάχη του Έλστερ, ο Ροδόλφος υπέκυψε στα τραύματά του.

Ήταν γιος του Κούνο κόμη του Ραϊνφέλντεν. Ο Ροδόλφος αναφέρεται για πρώτη φορά το 1048 σε πράξη, που εκδόθηκε από τον Ερρίκο Γ΄ των Σαλίων της Γερμανίας και αναφέρεται ως κόμης του Σίσγκαου στη Σουηβία, στον Άνω Ρήνο (νυν βορειοδυτική Ελβετία). Το Σίσγκαου έπειτα ανήκε στον πρίγκιπα-επίσκοπο της Βασιλείας. Η οικογένεια του Ροδόλφου κατείχε μεγάλες εκτάσεις από το αββαείο του Αγ. Βλασίου στον Μέλανα Δρυμό ως κάτω στο Άαργκου, πέρα από το σύνορο με το βασίλειο της Βουργουνδίας. Πιθανώς ήταν συγγενής με τον Ροδόλφο Β΄ της Βουργουνδίας (απεβ. 937), τους δούκες της Λωρραίνης και τον Οίκο των Οθωνιδών.

Δούκας της Σουηβίας

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν ο Όθων Γ΄ δούκας της Σουηβίας απεβίωσε χωρίς άρρενες κληρονόμους το 1057, η Αγνή του Πουατιέ, σύζυγος τού εκλιπόντος Ερρίκου Γ΄ της Γερμανίας, διόρισε τον Ροδόλφο ως δούκα της Σουηβίας και διοικητή της Βουργουνδίας. [1] Ανταγωνιζόμενος τον Βερθόλδο Α΄ κόμη του Τσέρινγκεν, ο Ροδόλφος, σύμφωνα με τον Φρούτολφ του Μίχελσμπεργκ, εκμεταλλεύτηκε την ανηλικιότητα τού γιου τής Αγνής, Ερρίκου Δ΄, ο οποίος εξελέγη βασιλιάς των Ρωμαίων, απαγάγοντας την αδελφή εκείνου Ματθίλδη της Σουηβίας. [2] Ο Ροδόλφος απαίτησε και έλαβε το χέρι της Ματθίλδης σε γάμο (1059). [3] Το 1061 ο Βερθόλδος Α΄ έλαβε το δουκάτο της Καρινθίας. Αφού η Ματθίλδη απεβίωσε το 1060, ο Ροδόλφος το 1066 νυμφεύτηκε την Αδελαΐδα της Σαβοΐας (απεβ. το 1079), κόρη του κόμη Όθωνα κόμη της Σαβοΐας και της Αδελαΐδας της Σούζα. [4] Όταν η αδελφή της Αδελαΐδας, Βέρθη της Σαβοΐας, παντρεύτηκε τον Ερρίκο Δ΄ το 1066, ο Ροδόλφος έγινε κουνιάδος τού βασιλιά δύο φορές.

Κατά τη διάρκεια τής αντιβασιλείας τής Αγνής, οι πρίγκιπες της Γερμανίας μπόρεσαν να ενισχύσουν περαιτέρω τη θέση τους έναντι τής αυτοκρατορικής εξουσίας. Στο πραξικόπημα του Κάιζερσβερτ το 1062, αρκετοί πρίγκιπες με επικεφαλής τον Άννο Β' αρχιεπίσκοπο της Κολωνίας απήγαγαν ακόμη και τον ανήλικο βασιλιά, για να επιβάλουν την παράδοση των αυτοκρατορικών διασήμων. Όταν ο Ερρίκος Δ΄ ενηλικιώθηκε το 1065, συνέχισε τις πολιτικές τού πατέρα του εναντίον της απρόθυμης Σαξονικής αριστοκρατίας, πυροδοτώντας την Σαξονική Εξέγερση το 1073. Ενώ άλλοι πρίγκιπες, όπως ο δούκας της Καρινθίας Μπέρτολντ του Τσέρινγκεν ή ο δούκας Γουέλφος Α΄ της Βαυαρίας, αποστασιοποιήθηκαν, ο Ροδόλφος υποστήριξε τις εκστρατείες του Ερρίκου στη Θουριγγία, όταν ήταν κύρια δύναμη στη μάχη του Λάνγκενσαλτσα το 1075 εναντίον των στασιαστών. Ωστόσο, μετά την κοινή νίκη, ο Ροδόλφος αποξενώθηκε από τον βασιλιά, και κυκλοφορούσαν φήμες ότι συμμετείχε σε αντιμαχόμενες συνωμοσίες. Η αυτοκράτειρα Αγνή έπρεπε επανειλημμένα να διαιτητεύει μεταξύ των μερών.

Τελικά, όταν ξεκίνησε η Έριδα της Περιβολής και ο βασιλιάς Ερρίκος Δ΄ αφορίστηκε από τον πάπα Γρηγόριο Ζ΄ τον Φεβρουάριο του 1076, ο δούκας Ροδόλφος συναντήθηκε με τον Μπέρτολντ, τον Γουέλφο Α΄ και αρκετούς άλλους πρίγκιπες στο Τρέμπουρ, προκειμένου να αποφασίσουν για μία πορεία δράσης, και να κανονίσουν νέες εκλογές. Ο Ερρίκος Δ΄, παρακολουθώντας τις διαδικασίες από το στρατόπεδό του στο Όπενχαϊμ στην άλλη πλευρά του Ρήνου, έπρεπε να αντιμετωπίσει μία τεράστια απώλεια υποστήριξης μεταξύ των Γερμανών ευγενών, και συνειδητοποίησε ότι έπρεπε να επιτύχει την άρση της παπικής απαγόρευσης. Ο πάπας Γρηγόριος Ζ΄ συμφώνησε να συναντηθεί με τους πρίγκιπες στο Άουγκσμπουργκ τον Φεβρουάριο του 1077.

Διεκδικητής βασιλιάς

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ήδη τον Ιανουάριο, ο Ερρίκος Δ΄ έσπευσε να δει τον πάπα καθ' οδόν προς την αυτοκρατορία από τη Ρώμη. Ο δούκας Ροδόλφος προσπάθησε να κλείσει τα αλπικά περάσματα, παρ' όλα αυτά ο βασιλιάς, εν μέσω χειμώνα, έκανε την ταπείνωση στην Κανόσα, όπου ο Γρηγόριος Ζ΄, φοβούμενος μία ένοπλη επίθεση από τις δυνάμεις τού Ερρίκου Δ΄, είχε βρει καταφύγιο στη Ματθίλδη μαργραβίνα της Τοσκάνης. Δείχνοντας μετάνοια, ο Ερρίκος Δ΄ κατάφερε να επιτύχει άφεση αμαρτιών, κερδίζοντας χρόνο με τίμημα τη φήμη και την κοσμική του εξουσία. Οι επαναστάτες συνέχισαν τα σχέδιά τους. Ο Ροδόλφος εξελέγη αντίπαλος βασιλιάς στις 15 Μαρτίου 1077 στο Kάιζερπφαλτς στο Φόρχαϊμ, όπου είχαν ήδη στεφθεί ο Λουδοβίκος Δ΄ ο Παίδας και ο Κορράδος Α' της Γερμανίας. Ως ο πρώτος αντίπαλος βασιλιάς στην ιστορία τής αυτοκρατορίας, υποσχέθηκε να σεβαστεί την ιεραρχία αποκλειστικά σύμφωνα με το κανονικό δίκαιο, καθώς και την έννοια τής αιρετής μοναρχίας. Περαιτέρω ισχυρισμοί που έθεσαν οι πρίγκιπες, απορρίφθηκαν ως σιμωνία από τους συνοδούς παπικούς απεσταλμένους.

Οι άνδρες που εξέλεξαν τον Ροδόλφο ήταν οι αρχιεπίσκοποι Ζίγκφριντ Α΄ του Μάιντς, Βέρνερ του Μαγδεμβούργου και Γκέμπχαρντ του Σάλτσμπουργκ· οι επίσκοποι Μπούρχαρντ Β΄ του Χάλμπερσταντ, Άλτμαν του Πάσσαου Άνταλμπερτ Α΄ του Βορμς και Αντάλμπερο του Βύρτσμπουργκ· οι δούκες Μπέρτολντ Β΄ της Καρινθίας, Γουέλφος Α΄ της Βαυαρίας και ο ίδιος ο Ροδόλφος· και ο Όθων του Νόρτχαϊμ, πρώην δούκας της Βαυαρίας. Ο δούκας Μάγκνους της Σαξονίας και ο μάργραβος Ούντο Β΄ του Στάντε μπορεί επίσης να συμμετείχαν. [1] Ο Ροδόλφος προχώρησε στο Μάιντς, όπου στις 25 Μαΐου στέφθηκε από τον αρχιεπίσκοπο Ζίγκφριντ Α΄, αλλά λίγο αργότερα αναγκάστηκε να καταφύγει στη Σαξονία, όταν οι πολίτες του Μάιντς επαναστάτησαν. Αυτό ήταν πρόβλημα, καθώς το σαξονικό δουκάτο έχασε τις σουηβικές περιοχές του, που πήγαν στη σαλική επικράτεια του βασιλιά. Επιπλέον ο πάπας απέφυγε να πάρει θέση, και υιοθέτησε στάση αναμονής. Ο Ροδόλφος κατηγορήθηκε για απληστία, προδοσία και σφετερισμό από τους επιτήδειους του Ερρίκου Δ΄, ενώ η δική του υποστήριξη κατέρρευσε.

Η σφραγίδα του Ροδόλφου του Ράινφελντεν ως βασιλιά, 1079.

Ο Ροδόλφος έδωσε τη Σουηβία στον γιο του Μπέρτολντ Α΄ και προσπάθησε να διορθώσει την κατάστασή του καταδιώκοντας τις δυνάμεις του Ερρίκου Δ΄ κοντά στο Βίρτσμπουργκ, αλλά χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Εν τω μεταξύ, η Δίαιτα (Χόφταγκ) στο Ουλμ τον Μάιο, τού στέρησε τη Σουηβία, και ο βασιλιάς έδωσε το δουκάτο στον Φρειδερίκο Α΄, τον πρώτο ηγεμόνα των Χόενστάουφεν.

Την επόμενη χρονιά ο Ερρίκος Δ΄ διεξήγαγε μία επιτυχημένη εκστρατεία στη Βαυαρία, ενώ ο πάπας Γρηγόριος Ζ΄ αρνήθηκε να αφορίσει τον Ροδόλφο. Η μάχη του Μέλριχσταντ στις 7 Αυγούστου 1078 αποδείχθηκε αμφίρροπη: αν και οι δυνάμεις τής αντιπολίτευσης υπό τον Όθωνα του Νόρντχαϊμ νίκησαν, τα στρατεύματα του Μπέρτολντ και του Γουέλφου Α΄ βρέθηκαν σε μία εξέγερση αγροτών. Ο Ροδόλφος δυσκολεύτηκε να πείσει τους Σάξονες να πολεμήσουν πέρα από τα σύνορά τους. Τον θεωρούσαν νοτιότερο, και δεν τον εμπιστεύονταν. Ήταν επίσης απογοητευμένος από την προφανή απροθυμία τού πάπα να αναγνωρίσει τον σκοπό του. Προκειμένου να κερδίσει και να διατηρήσει υποστηρικτές, αναγκάστηκε να παραχωρήσει μεγάλα τμήματα των εδαφών τού στέμματος, καθώς και εκείνων της εκκλησίας, στους οπαδούς του. Παρ 'όλα αυτά, τα πράγματα φάνηκαν να βελτιώνονται το 1080. Η μάχη του Φλάρχαϊμ (27 Ιανουαρίου 1080) πήγε καλά υπέρ του. Στις 7 Μαρτίου ο πάπας αφόρισε ξανά τον Ερρίκο Δ΄ και αναγνώρισε τον Ροδόλφο ως βασιλιά.

Ενθαρρυμένες, οι δυνάμεις του Ροδόλφου συνάντησαν αυτές του Ερρίκου Δ΄ στον ποταμό Λευκό Έλστερ στη μάχη του Έλστερ. Η μάχη, η οποία έλαβε χώρα στις 14 Οκτωβρίου 1080, θα ήταν μία τεράστια νίκη για τους αντιβασιλικούς. Ωστόσο ο Ροδόλφος έχασε το δεξί του χέρι στη μάχη, και τραυματίστηκε θανάσιμα στην κοιλιά. Υποχώρησε στο κοντινό Μέρσεμπουργκ, όπου απεβίωσε την επόμενη ημέρα και τάφηκε. Η πλειοψηφία τής υποστήριξης για την επανάσταση εναντίον του Ερρίκου Δ΄ σύντομα εξανεμίστηκε, αλλά ο αγώνας συνεχίστηκε ουσιαστικά μέχρι το 1085, με μία τελική έξαρση το 1088 υπό τον διάδοχο τού Ροδόλφου, τον δεύτερο αντιβασιλιά, Χέρμαν του Λουξεμβούργου.

Νυμφεύτηκε πρώτα τη Ματθίλδη των Σαλίων, κόρη του Ερρίκου Γ΄ της Γερμανίας.

Έπειτα έκανε δεύτερο γάμο με την Αδελαΐδα, κόρη του Όθωνα κόμη της Σαβοΐας και είχε τέκνα:

  • Robinson, Ian Stuart (2002). Bertholds und Bernolds Chroniken. Lateinisch und deutsch (in German). Darmstadt: Wiss. Buchgesellschaft. pp. 35–277. ISBN 3-534-01428-6.
  • H. Bresslau and P. Kehr, eds., Die Urkunden Heinrichs III, MGH Diplomata 5 (Berlin, 1931).
  • Vita Heinrici IV. imperatoris, ed., W. Eberhard, MGH Script. rer. Germ. 58 (Hannover and Leipzig, 1899).
  • Liber de unitate ecclesiae conservanda in W. Schwenenbecher, ed., MGH Libelli, 2 (Hannover, 1892), pp. 184–284.