Ράινουλφ Ντρένγκοτ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ράινουλφ Ντρένγκοτ
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση10ος αιώνας
Θάνατος1045[1]
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταμισθοφόρος
Οικογένεια
ΑδέλφιαΑσκλεττίνος της Ανκερέζα
Όσμοντ Ντρένγκοτ
Γκίλμπερτ Μπουάτερ
Ραλφ Ντρένγκοτ
ΟικογένειαΟικογένεια Ντρέγκοτ
Αξιώματα και βραβεύσεις
Αξίωμακόμης (1029–1045, Αβέρσα)

Ο Ράινουλφ Ντρένγκοτ (πέθανε το 1045) ήταν Νορμανδός τυχοδιώκτης και μισθοφόρος στη νότια Ιταλία. Το 1030 έγινε ο πρώτος κόμης της Αβέρσα, επίσης Δούκας της Γκαέτα το 1041 και Πρίγκηπας της Κάπουα . Ήταν μέλος της οικογένειας Ντρέγκοτ.

Ο Ράινουλφ βρέθηκε στην νότιο Ιταλία όταν εξορίστηκε από τον Ριχάρδο Β΄ για μια εγκληματική πράξη[2]. Μαζί με τους Όσμοντ και οι αδελφοί τους Gilbert Buatère, Ασκλεττίνος και ο Ράουλφ μαζί με μια ομάδα 250 πολεμιστών, αποτελούμενη από άλλους εξόριστους, βρέθηκαν στα βυζαντινά εδάφη του Κατεπανάτο της Ιταλίας.

Το 1017 έφτασαν στο Μεζοτζιόρνο, το οποίο ήταν σε κατάσταση αναρχίας, εκεί ενώθηκαν, σαν μισθοφόροι, με τις δυνάμεις του Λομβαρδού Μέλη του Μπάρι, ο οποίος είχε επαναστατήσει εναντίον των βυζαντινών, αλλά ήταν επί του παρόντος σε φυγή. Η πρώτη τους μεγάλη εμπλοκή με το στρατό του Βυζαντινού κατεπάνω Βασίλειο Βοιωάννη ήταν μια καταστροφή για τους Νορμανδούς και κατέληξε στην ήττα. Στη μάχη αυτή σκοτώθηκε και ο αρχηγός τους, ο αδερφός του Ράινουλφ, Γκίλμπερτ, και ο Ράινουλφ ανέλαβε αρχηγός τους.

Αργότερα βοήθησαν τον Πανδόλφο Δ΄ της Κάπουα αλλά από καιρό σε καιρό τον εγκατέλειψαν και πούλησαν τις υπηρεσίες τους όσο μπορούσαν, ανάλογα με τις περιστάσεις, προσφέροντας τα περισσότερα σε αυτόν που έδινε τα περισσότερα[3]. Σύντομα η ισορροπία δύναμης στη Λομβαρδική Καμπανία βρισκόταν στα χέρια των Νορμανδών[4]. Νορμανδικές ενισχύσεις και ντόπιοι κακοποιοί, οι οποίοι έβρισκαν καταφύγιο στο στρατόπεδο του Ράινουλφ χωρίς καμία ερώτηση αύξαναν τον στρατό του.

Αργότερα ο Ράινουλφ υποστήριξε τον Σέργιο Δ΄της Νάπολης ενάντια στον Πανδόλφο Δ΄ της Κάπουα. Το 1030, ο Δούκας Σέργιος του έδωσε το πρώην βυζαντινό προπύργιο της Αβέρσα βόρεια της Νάπολης[5], με τον τίτλο του κόμη και την αδερφή του σε γάμο[2]. Το 1034, αυτή η πρώτη γυναίκα πέθανε και η Ράινουλφ παντρεύτηκε την κόρη του δούκα της Αμάλφι, Σέργιου Γ΄, η οποία ήταν επίσης ανιψιά του Πανδάλφου Δ΄ της Κάπουα. Επέκτεινε την επικράτειά του εις βάρος της μονής του Μόντεκασσίνο. Ο τίτλος του στην Αβέρσα αναγνωρίστηκε το 1037 από τον αυτοκράτορα Κορράδο Β΄[5]. Μετά την νίκη του επί των Βυζαντινών στη μάχη του 1038, ανακήρυξε τον εαυτό του πρίγκιπα, επισημοποιώντας την ανεξαρτησία του από τη Νάπολη και από τους πρώην συμμάχους του στη Λομβαρδία. Κατέκτησε το πριγκιπάτο της Κάπουα, του γείτονά του Πανδούλφου και ο Κόνραντ ενέκρινε την ένωση των δύο περιοχών, που αποτέλεσαν τη μεγαλύτερη πολιτεία στη νότια Ιταλία. Το 1039, βρισκόταν στο πλευρό του Γκουαϊμάρ Δ΄ του Σαλέρνο και του αυτοκράτορα Κορράδου.

Ο Ράινουλφ ήταν ένας από τους ηγέτες του αντιβυζαντινού συνασπισμού που εξεγέρθηκε στη νότια Ιταλία το 1040. Συμμετείχε στην αποφασιστική νίκη στη μάχη του Ολίβεντο τον Μάρτιο του 1041[6]. Το 1042, μετά τη νίκη του Νορμανδικού συμμάχου του, Γουλιέλμου του Σιδηρόχειρ, έλαβε, από τα προηγούμενα βυζαντινά εδάφη, την κυριαρχία επί του Σίποντο και του Μόντε Γκαργκάνο. Πέθανε τον Ιούνιο του 1045 και τον διαδέχθηκε ο ανιψιός του, Ασκλεττίνος.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Gran Enciclopèdia Catalana» (Καταλανικά) Grup Enciclopèdia Catalana. 0054017.
  2. 2,0 2,1 Marjorie Chibnall, The Normans, (Blackwell Publishing, 2006), 76.
  3. Amatus of Montecassino, History of the Normans book I
  4. Amatus
  5. 5,0 5,1 John Beeler, Warfare in Feudal Europe, (Cornell University Press, 1971), 67.
  6. John Beeler, Warfare in Feudal Europe, 68.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]