Πωλ Γκούντμαν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Πωλ Γκούντμαν
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Paul Goodman (Αγγλικά)
Γέννηση9  Σεπτεμβρίου 1911[1][2][3]
Γκρίνουιτς Βίλατζ
Θάνατος2  Αυγούστου 1972[1][2][3]
Νιου Χάμσαϊρ
Χώρα πολιτογράφησηςΗνωμένες Πολιτείες Αμερικής
Εκπαίδευση και γλώσσες
Μητρική γλώσσαΑγγλικά
Ομιλούμενες γλώσσεςΑγγλικά[4]
ΣπουδέςΠανεπιστήμιο του Σικάγου
Κολλέγιο Σίτυ της Νέας Υόρκης[5]
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητασυγγραφέας
ποιητής
ψυχοθεραπευτής
μυθιστοριογράφος
κοινωνιολόγος
δραματουργία
κοινωνιολογία
Ψυχοθεραπεία
κριτικός λογοτεχνίας[6]
ΕργοδότηςΚολέγιο Σάρα Λόρενς
Πολιτική τοποθέτηση
Πολιτική ιδεολογίαΑναρχισμός

O Πωλ Γκούντμαν (αγγλικά: Paul Goodman‎· Νέα Υόρκη, 9 Σεπτεμβρίου 1911 – Νιου Χάμσαϊρ, 2 Αυγούστου 1972) ήταν Αμερικανός, συγγραφέας, ποιητής, κριτικός λογοτεχνίας και ψυχοθεραπευτής, γνωστός κυρίως ως αναρχικός στοχαστής και φιλόσοφος, καθώς και ως κριτικός της εκπαίδευσης και της κοινωνίας. Συχνά αναφέρεται ως κοινωνιολόγος, ωστόσο ο ίδιος το αρνείτο, έχοντας τονίσει μάλιστα σε μια ομιλία του το 1964 στο Experimental College του San Francisco State University ότι δεν μπορεί να διαβάσει κοινωνιολογία διότι συχνά τα κοινωνιολογικά κείμενα είναι άψυχα.

Ο Γκούντμαν έχει συγγράψει πολλά βιβλία, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονται τα Growing Up Absurd (1960), The Community of Scholars (1962), καθώς και το Compulsory Miseducation (1964), μια οξεία κριτική των αμερικανικών σχολείων και του αμερικανικού εκπαιδευτικού συστήματος. Ο Γκούντμαν ανέπτυξε ακτιβιστική δράση κατά τη δεκαετία του 1960 στο πλαίσιο της ειρηνιστικής Αριστεράς και το έργο του υπήρξε πηγή έμπνευσης και σημείο αναφοράς του φοιτητικού κινήματος εκείνης της περιόδου. Επίσης, υπήρξε συνιδρυτής της μεθόδου της μορφολογικής ψυχολογίας (Gestalt therapy). Είναι συνιδρυτής της θεραπείας Gestalt στην Αμερική και μαζί με το αδελφό του, Πέρσιβαλ Γκούντμαν, έγραψε ένα κλασικό βιβλίο για την πολεοδομία, το Communitas.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Γκούντμαν γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη το 1911. Οι γονείς του ήταν γερμανοερβαϊκής καταγωγής. Αποφοίτησε από το City College of New York και πήρε το διδακτορικό του δίπλωμα από το Πανεπιστήμιο του Σικάγου. Δίδαξε στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου, στο Κολλέγιο Μπλακ Μάουνταιν και αλλού. Επιπλέον, έδινε διαλέξεις σε κολέγια σε όλη την Αμερική. Συνερράστηκε ως αρθρογράφος με διάφορα έντυπα, όπως τα Partisan Review, Commentary, Dissent, Liberation, The Kenyon Review, The New Republic, The New Leader, The New York Review of Books. Στα βιβλία του συγκαταλέγονται είδη όπως το μυθιστόρημα, η ποίηση, το θέατρο και η λογοτεχνική κριτική. Πέθανε το 1972. αδελφός του ήταν ο πολεοδόμος και αρχιτέκτονας Πέρσιβαλ Γκούντμαν,[7] με τον οποίο ο Πωλ συνεργάστηκε περιστασιακά ως συγγραφέας, γνωστός για τα σχέδια που έκανε για πολλές συναγωγές. Ο Πωλ και ο Πέρσιβαλ έγραψαν μαζί το κλασικό βιβλίο για την πολεοδομία Communitas.

Σκέψεις για την εκπαίδευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Γκούντμαν υπήρξε ανοιχτά επικριτικός των σύγχρονων εκπαιδευτικών συστημάτων και αυτό αποτυπώθηκε στα βιβλία του Growing Up Absurd και Compulsory Miseducation.[8] Για την εκπαίδευση στις σύγχρονες κοινωνίες πίστευε: «Είναι στα σχολεία και στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, παρά στο σπίτι ή από τους φίλους τους, που η μάζα των πολιτών μας όλων των τάξεων μαθαίνει ότι η ζωή είναι αναπόφευκτα ρουτινιάρικη, αποπροσωποποιημένη, ισοπεδωμένη και παραδομένη στο χρήμα· ότι είναι καλύτερα να συμμορφώνεσαι με τους κανόνες και να το βουλώνεις· ότι δεν υπάρχει χώρος για αυθορμητισμό, για έκφραση της σεξουαλικότητας και ελεύθερο πνεύμα. Εκπαιδευμένοι από τα σχολεία συνεχίζουν όλοι με τις ίδια ποιότητα στην εργασία, στον πολιτισμό και στην πολιτική. Αυτή είναι η εκπαίδευση, μια δυσεκπαίδευση [miseducation] που κοινωνικοποιεί με βάση τις εθνικές νόρμες και ρυθμίζει με βάση τις εθνικές "ανάγκες"».[9]

Ο Γκούντμαν πίστευε ότι οι πιο πολύτιμες εκπαιδευτικές εμπειρίες ενός ατόμου συμβαίνουν έξω από το σχολείο. Η συμμετοχή στις δραστηριότητες της κοινωνίας πρέπει να είναι το βασικό μέσο εκμάθησης. Αντί να ζητά από τους μαθητές να υποκύψουν στη θεωρητική αγγαρεία της μάθησης του σχολικού εγχειριδίου, συνιστά να μεταφερθεί η εκπαίδευση στα εργοστάσια, στα μουσεία, στα πάρκα, στα πολυκαταστήματα κλπ. Εκεί οι μαθητές θα μπορούν να συμμετέχουν ενεργά στην εκπαίδευσή τους. Τα ιδανικά σχολεία θα λάβουν τη μορφή μικρών ομάδων συζήτησης, που δεν θα υπερβαίνουν τα είκοσι άτομα. Αυτές οι ομάδες θα χρησιμοποιούσαν οποιοδήποτε αποτελεσματικό περιβάλλον το οποίο θα ήταν σχετικό προς το συμφέρον της ομάδας. Η εκπαίδευση αυτή θα ήταν αναγκαστικά μη υποχρεωτική, καθόσον κάθε καταναγκασμός για παρακολούθηση είναι επιβολή εξουσίας αρχή σε ένα εξωτερικό σώμα που διαχωρίζεται από τις ανάγκες και τις προσδοκίες των μαθητών, ένας καταναγκασμός που καθυστερεί και εμποδίζει την ικανότητα των μαθητών να μάθουν.[9]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 (Γαλλικά) BnF authorities. data.bnf.fr/ark:/12148/cb12775027b. Ανακτήθηκε στις 10  Οκτωβρίου 2015.
  2. 2,0 2,1 2,2 (Αγγλικά) SNAC. w64f1nv0. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  3. 3,0 3,1 3,2 (Αγγλικά) Find A Grave. 404. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  4. (Γαλλικά) BnF authorities. data.bnf.fr/ark:/12148/cb12775027b. Ανακτήθηκε στις 10  Οκτωβρίου 2015.
  5. Ανακτήθηκε στις 8  Ιουλίου 2019.
  6. Ανακτήθηκε στις 14  Ιουνίου 2019.
  7. Wise, Michael Z. (9 Μαρτίου 2001). «America's Most Prolific Synagogue Architect». The Forward. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 14 Ιουλίου 2011. https://web.archive.org/web/20110714084150/http://www.michaelzwise.com/articleDisplay.php?article_id=17. Ανακτήθηκε στις 2018-12-26. 
  8. O όρος miseducation έχει αποδοθεί στα ελληνικά ως δυσεκπαίδευση. Βλ. «Κριτική της κατεστημένης παιδείας. Υποχρεωτική δυσεκπαίδευση (του) Πωλ Γκούντμαν. Μετάφραση: Λουκάς Θεοδωρακόπουλος». Εκδόσεις Καστανιώτη. Ανακτήθηκε στις 2018-12-26.
  9. 9,0 9,1 Chappell, Robert H. (1978). «Anarchy Revisited: An Inquiry into the Public Education Dilemma». Journal of Libertarian Studies 2,4: 357–372. https://mises.org/journals/jls/2_4/2_4_7.pdf. Ανακτήθηκε στις 2013-12-05.