Πιέρ Μπονάρ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Πιέρ Μπονάρ
Tête de Bonnard (Portrait photograph of Pierre Bonnard), c.1899, Musée d'Orsay, restaurée.jpg
Ο Πιέρ Μπονάρ, 1899
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Pierre Bonnard (Γαλλικά)
Γέννηση3 Οκτωβρίου 1867
Φοντεναί-ω-Ροζ[1][2][3]
Θάνατος23 Ιανουαρίου 1947
Λε Κανέ[2][3]
Χώρα πολιτογράφησηςΓαλλία[4][5][6]
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΓαλλικά[7]
ΣπουδέςΛύκειο Κοντορσέ
Ιουλιανή Ακαδημία
Λύκειο Λουί-λε-Γκραν
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταζωγράφος[8][3]
γλύπτης[3]
χαράκτης[3]
γραφίστας[3]
τυπογράφος[9]
εικονογράφος[10][8][3]
λιθογράφος[8][3]
ΑντιπρόσωποςArtists Rights Society[11]
Οικογένεια
ΣύζυγοςMarthe Bonnard
Υπογραφή
Bonnard, Pierre 1867-1947 deWP.jpg
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Πιέρ Μπονάρ (γαλλικά: Pierre Bonnard), 1867 - 1947, ήταν Γάλλος ζωγράφος, εικονογράφος και χαράκτης, γνωστός ιδιαίτερα για την τολμηρή χρήση του χρώματος. Ιδρυτικό μέλος της μετα-ιμπρεσιονιστικής ομάδας αβάν-γκαρντ ζωγράφων Ναμπί και αργότερα επικεφαλής των Ιντιμιστών, ζωγράφων που απεικόνιζαν κυρίως εσωτερικούς χώρους. [12]

Το πρώιμο έργο του επηρεάστηκε έντονα από τον Πωλ Γκωγκέν, καθώς και την ιαπωνική τέχνη. Ο Μπονάρ ήταν ηγετική φυσιογνωμία στη μετάβαση από τον ιμπρεσιονισμό στον μοντερνισμό. Ζωγράφισε τοπία, αστικές σκηνές, πορτρέτα και οικιακές σκηνές, όπου το φόντο, τα χρώματα και το στυλ ζωγραφικής συνήθως υπερισχύουν του θέματος.[13]

Βιογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αυτοπροσωπογραφία, 1889

Ο Πιέρ Μπονάρ γεννήθηκε στις 3 Οκτωβρίου 1867 στο Φοντεναί-ω-Ροζ, στο νομό Ω-ντε-Σεν κοντά στο Παρίσι. Ο πατέρας του, με καταγωγή από το Ντωφινέ ήταν ανώτερος αξιωματούχος στο γαλλικό Υπουργείο Πολέμου. Έδειξε από νωρίς κλίση στο σχέδιο και ζωγράφιζε συχνά στον κήπο του εξοχικού σπιτιού των γονιών του. Έδειξε επίσης έντονο ενδιαφέρον για τη λογοτεχνία. Έλαβε το πτυχίο του στα κλασικά γράμματα, και, υπό την προτροπή του πατέρα του, μεταξύ 1886 και 1887 σπούδασε νομικά στη Σορβόννη και έλαβε άδεια άσκησης της δικηγορίας το 1888.

Ενώ σπούδαζε νομικά, παρακολούθησε επίσης μαθήματα τέχνης στην ιδιωτική Ακαδημία Ζυλιάν στο Παρίσι, όπου γνώρισε τους μελλοντικούς καλλιτέχνες φίλους του, Πωλ Σερυζιέ, Μωρίς Ντενί και Πωλ Ρανσόν.[14]

Το 1888 ο Μπονάρ έγινε δεκτός στη Σχολή Καλών Τεχνών, όπου γνώρισε τον Εντουάρ Βιγιάρ και τον Κερ-Ξαβιέ Ρουσέλ. Εκείνη την εποχή, πούλησε το πρώτο του εμπορικό έργο τέχνης, γεγονός που τον βοήθησε να πείσει την οικογένειά του ότι μπορούσε να ζήσει από την τέχνη. Ίδρυσε το πρώτο του εργαστήριο και ξεκίνησε την καριέρα του ως καλλιτέχνης.

Το 1890, μαζί με τους Μωρίς Ντενί, Πωλ Σερυζιέ και Εντουάρ Βιγιάρ, ίδρυσε την καλλιτεχνική ομάδα Ναμπί μια άτυπη ομάδα καλλιτεχνών με διαφορετικά στυλ και φιλοσοφίες αλλά κοινές καλλιτεχνικές φιλοδοξίες. Το 1891 γνώρισε τον Τουλούζ-Λωτρέκ και τον Δεκέμβριο του 1891 παρουσίασε τη δουλειά του στην ετήσια έκθεση στο Σαλόνι των Ανεξάρτητων. Την ίδια χρονιά ξεκίνησε συνεργασία με την επιθεώρηση La Revue Blanche. [12]

Από το 1893 ο Μπονάρ ζούσε με τη Μαρτ ντε Μελινί (1869–1942), με την οποία παντρεύτηκαν το 1925 και η οποία ήταν το μοντέλο για πολλούς από τους πίνακές του.

Το 1895 έκανε την πρώτη του ατομική έκθεση ζωγραφικής, αφίσας και λιθογραφιών και συμμετείχε σε ομαδικές εκθέσεις της ομάδας Ναμπί. Το 1905 ταξίδεψε στην Ισπανία με τον Βιγιάρ, τα επόμενα χρόνια επισκέφθηκε το Βέλγιο, την Ολλανδία, την Αγγλία, την Ιταλία, την Αλγερία, την Τυνησία και τη νότια Γαλλία. Το 1908 έκανε την πρώτη του μακροχρόνια διαμονή στη Νότια Γαλλία, όπου το 1925 αγόρασε τελικά ένα σπίτι στο Λε Κανέ.

Σκηνή στρατώνα (περ. 1890). Ανάμνηση της στρατιωτικής του θητείας.

Κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Μπονάρ επικεντρώθηκε στα γυμνά και τα πορτρέτα και το 1916 ολοκλήρωσε μια σειρά από μεγάλες συνθέσεις, με τη φήμη του στο γαλλικό καλλιτεχνικό κατεστημένο διαρκώς αυξανόμενη. Το 1918 επιλέχθηκε, μαζί με τον Ρενουάρ, ως επίτιμος Πρόεδρος του Συλλόγου Νέων Γάλλων Καλλιτεχνών.

Το 1938 τα έργα του παρουσιάστηκαν σε έκθεση στο Ινστιτούτο Τέχνης του Σικάγο. Το ξέσπασμα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου τον Σεπτέμβριο του 1939, τον ανάγκασε να αναχωρήσει από το Παρίσι για τη νότια Γαλλία, όπου παρέμεινε μέχρι το τέλος του πολέμου. Υπό τη γερμανική κατοχή, αρνήθηκε να ζωγραφίσει ένα επίσημο πορτρέτο του Γάλλου συνεργαζόμενου ηγέτη Φιλίπ Πεταίν, αλλά δέχθηκε την παραγγελία να ζωγραφίσει έναν θρησκευτικό πίνακα του Αγίου Φραγκίσκου ντε Σαλ, με το πρόσωπο του φίλου του Βιγιάρ, ο οποίος είχε πεθάνει δύο χρόνια νωρίτερα. Το 1942 ο Μπονάρ εξέθεσε σε γκαλερί μαζί με τον Ανρί Ματίς και τον Φρανσίς Πικαμπιά στις Κάννες.

Για τις υπηρεσίες του στη γαλλική τέχνη έγινε δεκτός ως επίτιμο μέλος της Βασιλικής Ακαδημίας Τεχνών το 1940.

Πέθανε στο Λε Κανέ στην Κυανή ακτή, στις 23 Ιανουαρίου 1947 σε ηλικία 80 ετών, ζωγραφίζοντας ακόμη μια εβδομάδα πριν από το θάνατό του. Το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης οργάνωσε μια μεταθανάτια έκθεση του έργου του Μπονάρ το 1948, η οποία αρχικά προοριζόταν να είναι επέτειος για τα 80ά γενέθλια του καλλιτέχνη.

Τεχνοτροπία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γυναίκα με σκύλο (1891). Η καρό μπλούζα ήταν εμπνευσμένη από ιαπωνικά σχέδια.

Ο Μπονάρ γοητεύτηκε από την ιαπωνική ξυλογραφία, τα έργα του Χοκουσάι και άλλων Ιαπώνων καλλιτεχνών, και λόγω του πάθους του για την ιαπωνική τέχνη τον ονόμαζαν Le Nabi le trés japonard. Τα κύρια μοτίβα του περιελάμβαναν τοπία, κήπους με λουλούδια, ιστιοπλοϊκά σκάφη και γυναικείο γυμνό. Επηρεάστηκε επίσης ιδιαίτερα από τους πίνακες του Πωλ Γκωγκέν.[15]

Το 1894 στράφηκε σε μια νέα κατεύθυνση και έκανε μια σειρά από πίνακες με σκηνές της ζωής του Παρισιού. Στις αστικές σκηνές του, τα κτήρια, ακόμη και τα ζώα ήταν το επίκεντρο της προσοχής του περισσότερο από τα πρόσωπα. Οι πίνακες του Μπονάρ, με γοητευτικά εσωτερικά φωτισμένα από λάμπες πετρελαίου, ηδυπαθή γυμνά και σκηνές από τη Μονμάρτρη, τον ανέδειξαν σε εκφραστή της Μπελ Επόκ.

Σε όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα, καθώς τα καλλιτεχνικά στυλ εμφανίζονταν και εξαφανίζονταν με σχεδόν ιλιγγιώδη ταχύτητα, ο Μπονάρ συνέχισε να βελτιώνει και να αναθεωρεί το προσωπικό του στυλ και να εξερευνά νέα θέματα και μέσα, διατηρώντας όμως τα ξεχωριστά χαρακτηριστικά της δουλειάς του.

Σχεδίασε επίσης έπιπλα και μοτίβα υφασμάτων, δημιούργησε σκηνικά, κατασκεύασε κούκλες για κουκλοθέατρα και εικονογράφησε βιβλία.

Λόγω της έντονης σημασίας του φωτός στα έργα του, κατατάσσεται ως ένας από τους ζωγράφους του μετα-ιμπρεσιονισμού, αν και ουσιαστικά η τεχνοτροπία του προσεγγίζει τη συμβολιστική κατεύθυνση. [16]

Επιλογή έργων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Εθνική Βιβλιοθήκη της Γερμανίας, Κρατική Βιβλιοθήκη του Βερολίνου, Βαυαρική Κρατική Βιβλιοθήκη, Εθνική Βιβλιοθήκη της Αυστρίας: Gemeinsame Normdatei. Ανακτήθηκε στις 10  Δεκεμβρίου 2014.
  2. 2,0 2,1 «Большая советская энциклопедия» (Ρωσικά) The Great Russian Encyclopedia. Μόσχα. 1969. Ανακτήθηκε στις 25  Φεβρουαρίου 2017.
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 3,4 3,5 3,6 3,7 rkd.nl/explore/artists/10389.
  4. artist list of the National Museum of Sweden. 12  Φεβρουαρίου 2016. kulturnav.org/1169c180-197f-4ae4-bf99-60dbf0144fa2. Ανακτήθηκε στις 27  Φεβρουαρίου 2016.
  5. LIBRIS. 18  Σεπτεμβρίου 2012. libris.kb.se/katalogisering/wt79b1wf1jrpk4m. Ανακτήθηκε στις 24  Αυγούστου 2018.
  6. (Αγγλικά) Museum of Modern Art online collection. 665. Ανακτήθηκε στις 4  Δεκεμβρίου 2019.
  7. Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας: (Γαλλικά) αρχή της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Γαλλίας. data.bnf.fr/ark:/12148/cb12123889j. Ανακτήθηκε στις 10  Οκτωβρίου 2015.
  8. 8,0 8,1 8,2 The Fine Art Archive. cs.isabart.org/person/7753. Ανακτήθηκε στις 1  Απριλίου 2021.
  9. Ανακτήθηκε στις 20  Ιουνίου 2019.
  10. 9071. Ανακτήθηκε στις 4  Δεκεμβρίου 2019.
  11. www.arsny.com/mostwanted/. Ανακτήθηκε στις 19  Αυγούστου 2018.
  12. 12,0 12,1 . «britannica.com/biography/Pierre-Bonnard». 
  13. . «wikiart.org/en/pierre-bonnard». 
  14. . «theartstory.org/artist/bonnard-pierre/». 
  15. . «artsy.net/artist/pierre-bonnard». 
  16. . «sothebys.com/en/artists/pierre-bonnard».