Οργάνωση Ισλαμικού Νταβά του Αφγανιστάν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Οργάνωση Ισλαμικού Νταβά του Αφγανιστάν
Τανζίμ-ε Νταχβάτ-ε Ισλαμί-γιε Αφγανιστάν
παστού όνομαد اسلامي دعوت تنظيم افغانستان‎
περσικά όνομαتنظیم دعوت اسلامی افغانستان
ΗγέτηςΑμπντούλ Ρασούλ Σαγιάφ
Γενικός ΓραμματέαςΜαϊβάντ Σαφά
Ίδρυση2005 (ως πολιτικό κόμμα)
Ιδεολογία
Έδρες στη Βουλή των Αντιπροσώπων
4 / 249
Έδρες στη Γερουσία
0 / 102
Πολιτικό σύστημα Αφγανιστάν
Πολιτικά κόμματα
Εκλογές

Η Οργάνωση Ισλαμικού Νταβά του Αφγανιστάν (παστού: د اسلامي دعوت تنظيم افغانستان‎‬, περσικά: تنظیم دعوت اسلامی افغانستان‎, Τανζίμ-ε Νταχβάτ-ε Ισλαμί-γιε Αφγανιστάν) είναι πολιτικό κόμμα στο Αφγανιστάν υπό την ηγεσία του Αμπντούλ Ρασούλ Σαγιάτ. Ιδρύθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1980 ως Ισλαμική Ένωση για την Απελευθέρωση του Αφγανιστάν (Ιτεχάντ-ε Ισλαμί μπαρα-γιέ Αζαντι-γιέ Αφγανιστάν, اتحاد اسلامی برای آزادی افغانستان). Αρχικά αποτελούσε μια προσπάθεια για την επιβολή ενότητας μεταξύ των ισλαμιστικών δυνάμεων της αντιπολίτευσης στο Αφγανιστάν. Ωστόσο, η δημιουργία της νέας συγκεντρωτικής οργάνωσης προκάλεσε τη διάσπαση και η οργάνωση έγινε αυτόνομο πολιτικό κόμμα. Η οργάνωση ήταν μέρος των «Επτά της Πεσαβάρ», ενός συνασπισμού των δυνάμεων των μουτζαχεντίν που υποστήριζαν οι Ηνωμένες Πολιτείες, το Πακιστάν και διάφορα αραβικά κράτη του Περσικού Κόλπου στον πόλεμο κατά της κυβέρνησης του Λαϊκού Δημοκρατικού Κόμματος και των σοβιετικών δυνάμεων.[1] Μέσω της οικονομικής βοήθειας που έλαβε από τη Σαουδική Αραβία, η οργάνωση ήταν σε θέση να προσελκύσει σημαντικό αριθμό στρατιωτικών. Άραβες εθελοντές πολέμησαν στις δυνάμεις των πολιτοφυλακών της οργάνωσης.[2][3]

Αφγανικός εμφύλιος πόλεμος (1992–1996)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τη διάλυση της κυβέρνησης του Λαϊκού Δημοκρατικού Κόμματος τον Απρίλιο του 1992, ο Γκουλμπουντίν Χεκματυάρ ξεκίνησε μια εκστρατεία βομβιστικών επιθέσεων κατά του Ισλαμικού Κράτους του Αφγανιστάν, το οποίο ιδρύθηκε μετά τη συμφωνία της Πεσαβάρ η οποία αφορούσε την ειρήνη και τον διαμοιρασμό εξουσίας. Επιπλέον, η Σαουδική Αραβία και το Ιράν - ως ανταγωνιστές για την περιφερειακή ηγεμονία - υποστήριζαν τις αφγανικές πολιτοφυλακές οι οποίες ήταν αντίπαλες μεταξύ τους.[4] Σύμφωνα με το Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, «το Ιράν βοήθησε τις δυνάμεις των σιιτών Χάζαρων Χεζμπέ Βαχντάτ του Αμπντούλ Αλί Μαζαρί, καθώς προσπαθούσε να μεγιστοποιήσει τη στρατιωτική δύναμη και επιρροή του Βαχντάτ».[4][5][6] Η Σαουδική Αραβία υποστήριξε τον Ουαχαμπίτη Αμπντούλ Ρασούλ Σαγιάφ και την παράταξη του Ιττιχάντ-ι Ισλαμί.[4][5] Η σύγκρουση μεταξύ των δύο πολιτοφυλακών σύντομα κλιμακώθηκε σε πλήρη πολεμική αναμέτρηση. Τόσο η Ιττιχάντ όσο και η Βαχντάτ συμμετείχαν σε μεγάλης κλίμακας εκστρατείες απαγωγής πολιτών και μαχητών της «άλλης πλευράς». Το Ισλαμικό Κράτος και η Διεθνής Επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού προσπαθούσαν τακτικά να μεσολαβήσουν μεταξύ των δύο πλευρών, αλλά η διακοπή των πυρών συνήθως διακοπτόταν μετά από λίγες μέρες. Στις αρχές του 1993, η Χεζμπ-ι Βαχντάτ εντάχθηκε σε συμμαχία του Γκουλμπουντίν Χεκματυάρ η οποία κάλυπτε τη βόρεια Καμπούλ. Στις 11 Φεβρουαρίου 1993, οι δυνάμεις της Ιττιχάντ έλαβαν μέρος στη στρατιωτική επιχείρηση Αφσάρ του Ισλαμικού Κράτους, με στόχο τον τερματισμό των βομβαρδισμών στις κατοικημένες περιοχές της βόρειας Καμπούλ, που πραγματοποιούσε η Χεζμπ-ι Βαχντάτ. Μετά την ολοκλήρωση της στρατιωτικής επιχείρησης και την αναγκαστική απομάκρυνση των δυνάμεων του Βαχντάτ από την περιοχή, οι δυνάμεις της Ιττιχάντ άρχισαν να κλιμακώνουν τις επιθέσεις ενάντια στον άμαχο πληθυσμό. Κατά τη διάρκεια και μετά την επιχείρηση σκοτώθηκαν 70 μαχητές και πολίτες. Μετά την επιχείρηση, τα στρατεύματα της Ιττιχάντ, υπό τη διοίκηση του Αμπντούλ Ρασούλ Σαγιάφ, απήγαγαν έως και 900 ανθρώπους, 200 από τους οποίους απελευθερώθηκαν μετά από αποζημιώσεις προς τους διοικητές της Ιττιχάντ, και 700 δεν επέστρεψαν ποτέ από τις δυνάμεις της Ιττιχάντ.[3]

Το 2001, ο ηγέτης της Ιττιχάντ, Αμπντούλ Ρασούλ Σαγιάφ, υπήρξε ύποπτος για τη συμμετοχή του στη δολοφονία του ηγέτη των αντιταλιμπάν Αχμάντ Σαχ Μασούντ.

Το 2005, η οργάνωση Ιττιχάντ καταχωρήθηκε ως πολιτικό κόμμα στο Υπουργείο Δικαιοσύνης με το νέο του όνομα.[7] Ο Σαγιάφ και η Ιττιχάντ είναι πλέον σύμμαχοι της κυβέρνησης Καρζάι. Το κόμμα είναι ισχυρότερο στην περιοχή του Παγκμάν και λαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της υποστήριξής του από τους Παστούν. Ιδεολογικά, το κόμμα ακολουθεί και υποστηρίζει μια ορθόδοξη μορφή του Ισλάμ, και ο ηγέτης του κόμματος, Σαγιάφ, είναι ένα Ουαχαμπίτης.[8]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ruttig, Thomas. «Islamists, Leftists – and a Void in the Center. Afghanistan's Political Parties and where they come from (1902-2006)» (PDF). www.kas.de. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο (PDF) στις 24 Μαΐου 2013. Ανακτήθηκε στις 5 Μαΐου 2019. 
  2. «MUJAHIDIN PARTIES». www.hrw.org. Ανακτήθηκε στις 5 Μαΐου 2019. 
  3. 3,0 3,1 «Press Backgrounder: Military Assistance to the Afghan Opposition (Human Rights Watch Backgrounder, October 2001)». www.hrw.org. Ανακτήθηκε στις 5 Μαΐου 2019. 
  4. 4,0 4,1 4,2 Saikal, Amin (2006). Modern Afghanistan: A History of Struggle and Survival (1η έκδοση). London New York: I.B. Tauris & Co. σελ. 352. ISBN 1-85043-437-9. 
  5. 5,0 5,1 «Blood-Stained Hands, Past Atrocities in Kabul and Afghanistan's Legacy of Impunity». Human Rights Watch. Ανακτήθηκε στις 5 Μαΐου 2019. 
  6. Gutman, Roy (2008): How We Missed the Story: Osama Bin Laden, the Taliban and the Hijacking of Afghanistan, Endowment of the United States Institute of Peace, 1η εκδ., Washington DC.
  7. «Afghanistan Online: Political parties and leaders in Afghanistan». www.afghan-web.com. Ανακτήθηκε στις 5 Μαΐου 2019. 
  8. Afghanistan: Post-Taliban Governance, Security, and U.S. Policy (Report). http://www.fas.org/sgp/crs/row/RL30588.pdf. Ανακτήθηκε στις 5 Μαΐου 2019.