Ονφρουά της Απουλίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ονφρουά/Αβελάρδος
Coat of Arms of the House of Hauteville (according to Agostino Inveges).svg
Ο θυρεός των Ωτβίλ
κόμης της Απουλίας και Καλαβρίας
Περίοδος1051 - 1057
ΠροκάτοχοςΝτρόγκο
ΔιάδοχοςΡοβέρτος
Γέννησηπ. 1010
ΘάνατοςΑύγουστος 1057
ΣύζυγοςΓκαϊτελγκρίμα του Σαλέρνο
ΕπίγονοιΑβελάρδος
Ερμάν
ΟίκοςΟίκος των Ωτβίλ
ΠατέραςΤανκρέδος
ΜητέραΜουριέλα
ΘρησκείαΚαθολικός Χριστιανός
δεδομένα (π  σ  ε )

Ο Ονφρουά της Απουλίας, ή Αμπαγκελάρντ ή Αμπελάρντ (περί το 1010 - Αύγουστος 1057) μέλος του Οίκου των Ωτβίλ ήταν τρίτος Κόμης της Απουλίας και Καλαβρίας (1051 - 1057).[1] Ο Ονφρουά ήταν υιός του Τανκρέδου του Ωτβίλ και της πρώτης συζύγου του Μουριέλας, διαδέχθηκε τον αδελφό του Ντρόγκο της Απουλίας που δολοφονήθηκε (1041).

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ανδριάντας του Ονφρουά της Απουλίας.

Τα δύο μεγαλύτερα αδέλφια του Γουλιέλμος Α΄ της Απουλίας και Ντρόγκο πήγαν από τη Νορμανδία στη Ν. Ιταλία για αναζήτηση καλύτερης τύχης. Ο ιστορικός Γκοφρέντο Μαλατέρα αναφέρει ότι τους ακολούθησε, μάλλον όμως πήγε αργότερα το 1044, που ο Γουλιέλμος Α' ήταν ηγέτης (κόμης) των Νορμανδών της Απουλίας και Καλαβρίας. Όταν τον διαδέχθηκε ο Ντρόγκο, έκανε τον Ονφρουά κύριο τού Λαβέλο. Εκεί ο Ονφρουά προσέλαβε στην υπηρεσία του τον νεαρό Νορμανδό Ριχάρδο Ντρεγκό. Όταν το 1051 απεβίωσε ο Ντρόγκο, τον διαδέχθηκε με την υποστήριξη του Γκουαϊμάρ Δ', ο οποίος όμως σύντομα δολοφονήθηκε. Πρώτο του μέλημα ήταν να τιμωρήσει το δολοφόνο του Ντρόγκο.

Το 1053 έφθασε στη Ν. Ιταλία ο αδελφός του Γοδεφρείδος και δύο ετεροθαλείς αδελφοί του, ο Μωζέρ, που του δόθηκε από τον Ονφρουά η κομητεία του Καπετανάτου (=Φότζιας) και ο Γουλιέλμος, που του δόθηκε το πριγκιπάτο του Σαλέρνο. Επειδή πολλοί Νορμανδοί ιππότες λεηλατούσαν παπικές περιοχές, ο πάπας Λέων Θ' οργάνωσε συνασπισμό με τους Γερμανούς και βάδισε νότια εναντίον των Νορμανδών. Το 1053 στη μάχη του Σιβιτάτε ο Ονφρουά με τα αδέλφια του, που μαζί τους ήταν ο Ροβέρτος Γυϊσκάρδος και ο Ριχάρδος Ντρεγκό με τους συγγενείς του, νίκησαν το στρατό του πάπα και του Ερρίκο Γ΄ της Γερμανίας και αιχμαλώτισαν το Λέοντα Θ΄, που τον φυλάκισαν στο Μπενεβέντο. Τον ελευθέρωσαν 7 έτη αργότερα και σύντομα ο πάπας απεβίωσε.

Οι διάδοχοι πάπες ήταν αδύναμοι και ο Ονφρουά με τους Νορμανδούς του το εκμεταλλεύθηκε, καταλαμβάνοντας τρεις πόλεις ως το 1055. Ο ήρωας της μάχης του Σιβιτάτε Ροβέρτος κατέλαβε άλλες τρεις πόλεις· ο Χάμφρεϋ, που φοβήθηκε την αυξανόμενη δύναμή του, τον κάλεσε πίσω. Απεβίωσε το 1056/7 και ετάφη στο αββαείο της Αγ. Τριάδος στη Βενόζα. Είχε αφήσει επίτροπο των ανηλίκων γιών του τον Ροβέρτο, αλλά εκείνος τους εκτόπισε και ανέλαβε κόμης της Απουλίας και Καλαβρίας.

Οικογένεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οικογενειακός τάφος των πρώτων Ωτβίλ στο αββαείο της Αγ. Τριάδος στη Βενόζα

Νυμφεύτηκε τη Λομβαρδή Γκαϊτελγκρίμα/Αλτρούντε, κόρη του Γκουαϊμάρ Γ' πρίγκιπα του Σαλέρνο, πολλοί ταυτίζουν την σύζυγο του με την Γκαϊτελγκρίμα του Σαλέρνο χήρα του Ιορδάνη Α΄ της Κάπουα αλλά αυτό θεωρείται αδύνατο.[2] Με την σύζυγο του Γκαϊτελγκρίμα απέκτησε:

  • Αβελάρδος των Ωτβίλ 1044 - 1081, απεβίωσε στην Ιλλυρία και ετάφη στην Ελλάδα.
  • Ερμάνος των Ωτβίλ, μετά το 1045 - 1097, ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη και έλαβε μέρος στην Α' Σταυροφορία και στην πολιορκία της Αντιόχειας.
  • μια κόρη, που παντρεύτηκε κάποιον Γκραντιλόν.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ονομαζόταν "Onfroi de Hauteville" στα Γαλλικά και "Umfredo d'Altavilla" στα Ιταλικά.
  2. http://users.ox.ac.uk/~prosop/prosopon/Prosopon0103Stasser.pdf

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Norwich, John Julius. The Kingdom in the Sun 1130-1194. Longman: London, 1970.
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Humphrey of Hauteville της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).
Ονφρουά της Απουλίας
Γέννηση: περί το 1010 Θάνατος: 1057
Προκάτοχος
Ντρόγκο της Απουλίας
Κόμης της Απουλίας και της Καλαβρίας
Coat of Arms of Robert Guiscard.svg

1051 - 1057
Διάδοχος
Ροβέρτος Γυισκάρδος