Ολορόν-Σαιντ-Μαρί

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 43°11′39″N 0°36′24″W / 43.19417°N 0.60667°W / 43.19417; -0.60667

Ολορόν-Σαιντ-Μαρί
Gave Aspe Oloron-Sainte-Marie.jpg
Σπίτια κατά μήκος του ποταμού Γκαβ ντ' Ασπ
Blason Oloron-Sainte-Marie.svg
Έμβλημα
ΧώραΓαλλία
Διοικητική υπαγωγήΑτλαντικά Πυρηναία, Καντόνιο του Ολορόν-Σαιντ-Μαρί-Εστ, Καντόνιο του Ολορόν-Σαιντ-Μαρί-Ουέστ και Διαμέρισμα του Ολορόν-Σαιντ-Μαρί
Ταχυδρομικός κώδικας64400
Κωδικός Κοινότητας64422[1]
Έκταση68,31 km²[2]
Υψόμετρο220 μ.
Ζώνη ώραςUTC+01:00 (επίσημη ώρα)
UTC+02:00 (θερινή ώρα)
Τοποθεσία στο χάρτη
Τοποθεσία στο χάρτη
Ολορόν-Σαιντ-Μαρί
43°11′39″N 0°36′24″W
Ιστότοποςhttp://www.oloron-ste-marie.fr
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Η Ολορόν-Σαιντ-Μαρί (γαλλικά: Oloron-Sainte-Marie, στα μπεαρναί Auloron-Senta-Maria ή Aulouroû-Sénte-Marie) είναι γαλλική κοινότητα στο νομό Ατλαντικά Πυρηναία, στην περιοχή Νέα Ακουιτανία.

Είναι υπονομαρχία των Ατλαντικών Πυρηναίων και πρωτεύουσα του διαμερίσματος Ολορόν, που καλύπτει το ορεινό έδαφος του νομού που σχηματίζεται από τις κοιλάδες του Μπεάρν και της Σουλ.

Η πόλη ανήκει στο δίκτυο «Πόλεων Τέχνης και Ιστορίας» από το Νοέμβριο του 2006.

Οι κάτοικοι ονομάζονται Ολοροναί (ζ).[3]

Τοπωνυμία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το όνομα της πόλης προέρχεται από τη συγχώνευση, το 1858, των δύο γειτονικών κοινοτήτων Ολορόν και Σαιντ-Μαρί. Το παραδοσιακό γασκωνικό όνομα είναι Auloron-Senta-Maria. Το Auloron με τη σειρά του προέρχεται από το Iluro, όνομα με το οποίο ήταν γνωστή κατά τη ρωμαϊκή εποχή μια πόλη που βρίσκονταν στη θέση του σημερινού Ολορόν.

Γεωγραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η συμβολή που σχηματίζει τον Γκαβ ντ' Ολορόν
Χάρτης των Ατλαντικών Πυρηναίων

Η Ολορόν-Σαιντ-Μαρί βρίσκεται στα νότια του νομού Ατλαντικά Πυρηναία, στη διοικητική περιοχή της Νέας Ακουιτανίας

Βρίσκεται στους πρόποδες των Πυρηναίων, σε απόσταση 50 χιλιομέτρων από τα ισπανικά σύνορα και 100 χιλιομέτρων από τον Ατλαντικό Ωκεανό.

Είναι υπονομαρχία του νομού, με πληθυσμό 10.791 (2016). Η έκτασή της είναι 68,31 τετραγωνικά χιλιόμετρα.

Είναι χτισμένη στη συμβολή δύο ποταμών, του Γκαβ ντ'Ασπ και του Γκαβ ντ'Οσώ (η λέξη «Γκαβ» αναφέρεται σε ποταμό που προέρχεται από τα δυτικά Πυρηναία και υπόκειται σε σημαντικά αυξημένες ροές λόγω καιρικών συνθηκών) που συμβάλουν στην δημιουργία του Γκαβ ντ'Ολορόν. Πρωτεύουσα του Άνω-Μπεάρν, η Ολορόν-Σαιντ-Μαρί βρίσκεται στην αρχή τριών κοιλάδων: κοιλάδα Ασπ, Οσώ και Μπαρετούς.

Μέσα από την πόλη διέρχεται η ρωμαϊκή οδός Via Tolosana, μία από τις προσκυνηματικές διαδρομές του Αγίου Ιακώβου, που οδηγεί στο Σαντιάγκο ντε Κομποστέλα, έναν σημαντικό τόπο προσκυνήματος από την εποχή του Μεσαίωνα. Στρέφεται νότια στα Πυρηναία και οδηγεί κατά μήκος του Γκαβ ντ'Ασπ μέχρι την ορεινή διάβαση του Σομπόρ, όπου βρίσκονται τα σύνορα με την Ισπανία.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο καθεδρικός ναός Σαιντ-Μαρί

Η πόλη ιδρύθηκε από τους Ρωμαίους τον 1ο αιώνα, τότε γνωστή ως Illoronensium, [4] πάνω στη ρωμαϊκή οδό μεταξύ των σημαντικών πόλεων Νταξ και Σαραγόσα και η θέση της ήταν στρατηγικής σημασίας. Ο Γκρά του Ολορόν, πολιούχος άγιος του οποίου η μνήμη γιορτάζεται στις 11 Οκτωβρίου, έγινε το 506 ο πρώτος γνωστός αρχιεπίσκοπος της Παλαιάς Επισκοπής του Ολορόν, γνωστό τότε ως Iluro. Η ιστορία της πόλης κατά τη διάρκεια των μεταναστευτικών επιδρομών είναι ελάχιστα γνωστή.

Το 1080, ο Σεντύλ, υποκόμης του Μπεάρν, έχτισε στα ερείπια της παλιάς, τη νέα πόλη του Ολορόν (μεσαιωνική απόδοση του ρωμαϊκού ονόματος Iluro) στην απέναντι πλευρά του ποταμού από το μητροπολιτικό κέντρο. Αποκατέστησε τα ρωμαϊκά τείχη και ίδρυσε την ισχυρή πόλη του Ολορόν που επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί ως βάση για να ανακαταλάβει την Αραγονία που κατείχαν τότε οι Μαυριτανοί. Ο καθεδρικός ναός Σαιντ-Μαρί χτίστηκε στις αρχές του 12ου αιώνα. Ο υποκόμης προσέφερε στην πόλη πολλά προνόμια, ειδικά εμπορικά και στρατιωτικά. Η πόλη έγινε σημαντική και αναπτύχθηκε καθώς συνέρρεαν όλο και περισσότεροι προσκυνητές για το Σαντιάγκο ντε Κομποστέλα. Πολλά ίχνη μαρτυρούν αυτό το πλούσιο μεσαιωνικό παρελθόν, όπως τα σπίτια με ξυλοδεσιές που στέγαζαν ένα μέρος της αγοράς, το Δημαρχείο και τη φυλακή του κ.α.[5]

Οι απόγονοι του υποκόμη ενδιαφέρθηκαν και συνέβαλαν και αυτοί στην κατασκευή οικοδομημάτων και μνημείων κατά την επιστροφή τους από την Ρεκονκίστα και τις Σταυροφορίες. Ωστόσο, το 1214, ο Γκαστόν ΣΤ' Μονκάντ αναγκάστηκε να παραδώσει τα εδάφη της Σαιντ-Μαρί και αργότερα εκείνα των γύρω χωριών στους επισκόπους, λόγω της ανάμειξής του κατά την σταυροφορία των Αλβιγηνών στο πλευρό των αιρετικών.

Το 1385, το Ολορόν περιλάμβανε 366 νοικοκυριά και η Σαιντ-Μαρί 85.

Το Ολορόν και η επισκοπική πόλη Σαιντ-Μαρί ήταν για αιώνες αντίπαλοι. Η ανάπτυξη της κλωστοϋφαντουργίας και το εμπόριο με τη γειτονική Ισπανία που ανέπτυξε το Ολορόν το έφερε σε πλεονεκτική θέση με αποτέλεσμα η Σαιντ-Μαρί να γίνει οικονομικά εξαρτώμενή του.

Οι Θρησκευτικοί πόλεμοι και η Γαλλική επανάσταση ανέστειλαν δύο φορές την ευημερία των δύο μικρών πόλεων. Ο ανταγωνισμός μεταξύ τους έληξε μόνο με τη συνένωση της Σαιντ-Μαρί με το Ολορόν, το 1858 κατά τη διάρκεια της Δεύτερης Αυτοκρατορίας. Η περιοχή ευνοήθηκε με την άφιξη του σιδηρόδρομου το 1883 και την υποκατάσταση της βιοτεχνίας με τη βιομηχανίας .

Οικονομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η οικονομία της πόλης κυριαρχείται από δύο γνωστές επιχειρήσεις:

  • Η Lindt & Sprüngli, εργοστάσιο σοκολάτας
  • Το Messier-Bugatti-Dowty, εργοστάσιο στην παρακείμενη κοινότητα του Μπιντός, κατασκευάζει εξοπλισμό αεροσκαφών.
Παραδοσιακός μπερές

Η Ολορόν-Σαιντ-Μαρί είναι επίσης γνωστή ως η πρωτεύουσα του μπερέ. Μετά από εποχές μεγάλης άνθησης, αυτή η δραστηριότητα έχει πληγεί από την κρίση της κλωστοϋφαντουργίας. Σήμερα, υπάρχουν μόνο δύο εταιρείες κατασκευής μπερέ: Laulhère και από το 2011, η βιοτεχνία Boneteria auloronesa.

Η πόλη έχει επίσης μεγάλη γεωργική δραστηριότητα κυρίως στην κτηνοτροφία, τυροκομία και καλλιέργεια αραβοσίτου.

Κέντρο οικονομικών δραστηριοτήτων, στην πόλη υπάρχει παράρτημα του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου του Πω Μπεάρν.

Πολιτισμός και παράδοση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η παραδοσιακή γλώσσα της πόλης είναι τα μπεαρναί, μια διάλεκτος της γασκωνικής- οξιτανικής γλώσσας.

Την 1η Μαΐου διεξάγεται παραδοσιακό πανηγύρι που χρονολογείται από τον 14ο αιώνα με διαγωνισμό τυροκομικών προϊόντων από τις κοιλάδες των Πυρηναίων, εμπορική αγορά, τοπικές σπεσιαλιτέ, αγορά λουλουδιών.

Η ένωση Jazz Oloron διοργανώνει κάθε χρόνο το πρώτο Σαββατοκύριακο του Ιουλίου, φεστιβάλ, το Festival Des Rives & Notes, προκειμένου να προωθήσει όλες τις μορφές μουσικής, όπως τζαζ και σύγχρονη μουσική. Μια σκηνή για νέα συγκροτήματα, δωρεάν συναυλίες και εκδηλώσεις στο χώρο του φεστιβάλ ολοκληρώνουν αυτό το καλοκαιρινό μουσικό γεγονός στις όχθες του ποταμού.

Το φεστιβάλ ερασιτεχνικών ταινιών web λαμβάνει χώρα επίσης κάθε άνοιξη στο Ολορόν-Σαιντ-Μαρί. Στόχος του είναι να αναδείξει στη μεγάλη οθόνη τις καλύτερες ερασιτεχνικές ταινίες μικρού μήκους του διαδικτύου και να ανταμείψει το ταλέντο και την εφευρετικότητα των νέων σκηνοθετών τους.

Το δεύτερο Σαββατοκύριακο του Ιουνίου, η έκθεση «Βιβλίο χωρίς σύνορα» παρουσιάζει τις νέες λογοτεχνικές τάσεις.

Η πόλη διαθέτει θέατρο /αίθουσα θεαμάτων (πολιτιστικός χώρος Pierre-Jéliote).

Οι τραγουδιστές του Faget d'Oloron υπό τη διεύθυνση του Jean Abadie αναδεικνύουν τη μουσική κληρονομιά του Μπεάρν. Με τη συνεργασία του Lades Neffous δημοσίευσαν ένα βιβλίο με 210 σελίδες με τραγούδια του Μπεάρν «Sounque tau plase de canta» το 2014.[6]

Αξιοθέατα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πύργος Γκρεντ

Στην πόλη απονεμήθηκε η ετικέτα της «Πόλης Τέχνης και Ιστορίας» το Νοέμβριο του 2006.

Τα αρχιτεκτονικά και ιστορικά ορόσημα της πόλης:

  • o πύργος Γκρεντ, κτίσμα του 13ου αιώνα, ύψους 20 μέτρων με 113 σκαλοπάτια. Ο αρχικός του σκοπός ήταν να χρησιμεύει ως παρατηρητήριο. Στεγάζει το Μουσείο για την πανίδα των Πυρηναίων.
  • το πρώην δημαρχείο και η φυλακή, που χαρακτηρίστηκαν το 1987 ως ιστορικά μνημεία.
  • τα οχυρωματικά τείχη που περιβάλλουν τον λόφο Σαιντ-Κρουά τα οποία ανεγέρθηκαν από τους Ρωμαίους στις αρχές του 5ου αιώνα. Κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα, αναστηλώθηκαν και υπέστησαν αλλαγές με την εγκατάσταση του κάστρου του υποκόμη.
  • ο χώρος περιπάτου Μπελβύ (Ωραία θέα) που περιβάλει τα τείχη. Κατασκευάστηκε τον 19ο αιώνα και προσφέρει υπέροχη θέα στην πόλη και την περιοχή.
  • το κάστρο Λεγκυνιόν, του 16ου αιώνα
  • το πάρκο Πομμέ στην είσοδο της πόλης εκτείνεται σε επιφάνεια 38.000 τετραγωνικών μέτρων.[7]
  • το κτίριο Πολιτιστικής κληρονομιάς. Αρχοντικό στην καρδιά της μεσαιωνικής πόλης, παρουσιάζει αρχαιολογικές, εθνογραφικές και ιστορικές συλλογές, χαρακτηριστικές της παράδοσης του Μπεάρν κατά τον 19ο και 20ό αιώνα.
  • η δημόσια βιβλιοθήκη (Médiathèque) που βραβεύτηκε με το βραβείο αρχιτεκτονικής Equerre d'Argent το 2010 (αρχιτέκτονας: Pascale Guédot).
  • ο καθεδρικός ναός Σαιντ-Μαρί, 12ος αιώνας
  • η εκκλησία Σαιντ-Κρουά, 11ος αιώνας[8]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]