Νταούκι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Νταούκι
Wijting002.jpg
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Ακτινοπτερύγιοι (Actinopterygii)
Τάξη: Γαδόμορφα (Gadiformes)
Οικογένεια: Γαδίδες (Gadidae)
Γένος: Μερλάγγιος (Merlangius)
Είδος: M. merlangus
Διώνυμο
Merlangius merlangus
Λινναίος, 1758
Merlangius merlangus mapa.svg
Κατανομή.

Το νταούκι, ταούκι,[1] μέρλαγγος ή μπακαλιάρος[1] (επιστημονική ονομασία: Merlangius merlangus) είναι ψάρι της οικογένειας των γαδίδων. Αποτελεί σημαντικό αλίευμα στον ανατολικό βόρειο Ατλαντικό Ωκεανό και στη βόρεια Μεσόγειο, στη δυτική Βαλτική και στη Μαύρη Θάλασσα.

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το νταούκι έχει τρία ραχιαία πτερύγια με συνολικά 30 έως 40 μαλακές ακτίνες και δύο πρωκτικά πτερύγια με 30 έως 35 μαλακές ακτίνες. Το σώμα είναι μακρύ και το κεφάλι μικρό και το μουστάκι στο πηγούνι, εάν υπάρχει, είναι πολύ μικρό. Αυτό το ψάρι μπορεί να φτάσει σε μέγιστο μήκος περίπου 70 εκατοστά. Το χρώμα του μπορεί να είναι κιτρινωπό-καφέ, πρασινωπό ή σκούρο μπλε, οι πλευρές κιτρινωπό γκρι ή λευκό και η κοιλιά ασημί. Υπάρχει μια χαρακτηριστική μαύρη κηλίδα κοντά στη βάση κάθε θωρακικού πτερυγίου.[2]

Κατανομή και οικότοπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ταούκι απαντάται από τον βορειοανατολικό Ατλαντικό Ωκεανό. Η κατανομή του εκτείνεται από τη νοτιοανατολική Θάλασσα του Μπάρεντς και την Ισλανδία έως τη Σκανδιναβία, τη Βαλτική Θάλασσα, τη Βόρεια Θάλασσα, την Πορτογαλία, τη Μαύρη Θάλασσα, το Αιγαίο Πέλαγος, την Αδριατική Θάλασσα και τμήματα της Μεσογείου. Εμφανίζονται σε αμμώδεις, λασπώδεις και βοτσαλωτούς βυθούς σε βάθη έως περίπου 100 μέτρα.[2]

Το 2014, η κατάσταση διατήρησής τους χαρακτηρίστηκε ευάλωτη στη Βαλτική Θάλασσα.[3]

Χρήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μέχρι τα τέλη του 20ού αιώνα, το νταούκι ήταν ένα φτηνό ψάρι, που θεωρείτο ως φαγητό για τους φτωχούς ή για τα κατοικίδια ζώα.[4] Το νταούκι φέρεται επίσης να χρησιμοποιείται ως πληρωτικό σε αλεύρι, σιτάρι, κριθάρι ή σίκαλη. Σε περιόδους ελλείψεων, ιδίως τον δέκατο όγδοο αιώνα, οι μύλοι και οι αρτοποιοί κατηγορούσαν συνήθως ότι χρησιμοποιούσαν νταούκι για να κόψουν το αλεύρι τους, καθώς το κόστος των ψαριών ήταν χαμηλότερο από αυτό των πραγματικών σιτηρών.[5] Η γενική μείωση των ιχθυαποθεμάτων σημαίνει ότι έχει πλέον μεγαλύτερη αξία.

To 1987 αλιεύτηκαν 151 χιλιάδες τόνοι, από τους οποίους οι 120 χιλιάδες στον βορειοανατολικό Ατλαντικό. Το 1999 το συνολικό βάρος των αλιευμένων ψαριών είχε μειωθεί στους 75.245 τόνους, με το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γαλλία να είναι οι μεγαλύτεροι αλιευτές από πλευράς βάρους. Αλιεύεται με τράτες και παραγάδι. Το ψάρι καταναλώνεται καπνιστό, παστό καθώς και φρέσκο, φιλεταρισμένο.[6]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 «Common Names List - Merlangius merlangus». www.fishbase.se. Ανακτήθηκε στις 25 Ιανουαρίου 2021. 
  2. 2,0 2,1 «Merlangius merlangus (Linnaeus, 1758): Whiting». FishBase. Ανακτήθηκε στις 20 Δεκεμβρίου 2013. 
  3. HELCOM (2013). «HELCOM Red List of Baltic Sea species in danger of becoming extinct». Baltic Sea Environmental Proceedings (140): 72. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2014-10-07. https://web.archive.org/web/20141007002944/http://helcom.fi/Lists/Publications/BSEP140.pdf. Ανακτήθηκε στις 2014-07-30. 
  4. «Whiting». www.BritishSeaFishing.co.uk. Ανακτήθηκε στις 14 Δεκεμβρίου 2014. 
  5. James Manning, The Nature of Bread, Honestly and Dishonestly Made; and Its Effects as Prepared at present On Unhealthy and Healthy Persons (London, 1757)
  6. «Merlangius merlangus (Linnaeus, 1758)». www.fao.org. FAO Fisheries & Aquaculture. Ανακτήθηκε στις 25 Ιανουαρίου 2021.