Ντίτριχ φον Ζάουκεν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ντίτριχ φον Ζάουκεν
16 Μαΐου 1892 – 27 Σεπτεμβρίου 1980 (ετών 88)
Τόπος γέννησης Φισχάουζεν, Ανατολική Πρωσία (σήμερα Πριμόρσκ, Καλίνινγκραντ)
Τόπος θανάτου Πούλλαχ, Βαυαρία
Εθνικότητα Flag of Germany.svg Γερμανός
Χώρα υπηρεσίας Flag of the German Empire.svg Γερμανικό Ράιχ (ως το 1918)
Flag of Germany (3-2 aspect ratio).svg Δημοκρατία της Βαϊμάρης (ως το 1933)
Flag of the NSDAP (1920–1945).svg Ναζιστική Γερμανία (ως το 1945)
Κλάδος Flag of the German Empire.svg Ράιχσχερ
Flag of Weimar Republic (war).svg Ράιχσβερ
Balkenkreuz.svg Βέρμαχτ
Εν ενεργεία 1910 - 1945
Βαθμός Στρατηγός των Τεθωρακισμένων
(General der Panzertruppe)
Διοικήσεις 4η Μεραρχία Πάντσερ, ΙΙΙ Σώμα Πάντσερ, 2η Στρατιά
Σημαντικές μάχες/
πόλεμοι
Α' Παγκόσμιος Πόλεμος

Β' Παγκόσμιος Πόλεμος

Αξιοσημείωτες
διακρίσεις
Σταυρός των Ιπποτών του Σιδηρού Σταυρού με Φύλλα Δρυός, Ξίφη και Διαμάντια

Ο Ντίτριχ φον Ζάουκεν (γερμ. Dietrich von Saucken) ήταν Γερμανός στρατηγός του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και ένας από τους 27 μόνο στρατιωτικούς που έλαβαν τα Διαμάντια στο Σταυρό των Ιπποτών (μετά τη διεμβολή Φύλλων Δρυός και Ξιφών).

Πρώτα χρόνια, Α' Παγκόσμιος Πόλεμος και Μεσοπόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ντίτριχ φον Ζάουκεν γεννήθηκε το 1892 στην Ανατολική Πρωσία. Το 1910, σε ηλικία 18 ετών, εισήλθε στο 3ο Σύνταγμα Φρουρών "Φρειδερίκος Γουλιέλμος Α'" ως δόκιμος αξιωματικός και το 1912 προήχθη σε Υπολοχαγό (Leutnant). Κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, κατά τη διάρκεια του οποίου τραυματίστηκε επτά φορές, υπηρέτησε ως διοικητής λόχου και μέχρι το τέλος του πολέμου έφτασε το βαθμό του λοχαγού (Hauptmann).[1]

Μετά τη συνθηκολόγηση του Γερμανικού Ράιχ, ο Ζάουκεν προτίμησε να παραμείνει στον ολιγάριθμο (όπως όριζε η Συνθήκη των Βερσαλλιών) στρατό της Γερμανίας (Ράιχσβερ). Αρχικά, έλαβε διάφορες διοικητικές θέσεις στο 1ο Σύνταγμα Πεζικού και το 8ο Σύνταγμα Ιππικού, ενώ από το 1927 διετέλεσε καθηγητής τακτικής στη Στρατιωτική Σχολή του Αννόβερου. Με την άνοδο των ναζί το 1933, ο Γερμανικός στρατός (Βέρμαχτ) άρχισε να αναπτύσσεται ραγδαία και ο Ζάουκεν έλαβε τη διοίκηση του 2ου Συντάγματος Ιππικού το 1937.[1]

Β' Παγκόσμιος Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πολωνία και Γαλλία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ζάουκεν διοικούσε ακόμη το 2ο Σύνταγμα Ιππικού όταν ξέσπασε ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος, έχοντας πλέον τον βαθμό του συνταγματάρχη (Oberst). Με το σύνταγμά του έλαβε μέρος στις εκστρατείες κατά της Πολωνίας (1939) και της Γαλλίας (1940), μετά τη θριαμβευτική, για τη Γερμανία, έκβαση των οποίων ο Ζάουκεν μετατέθηκε στο Όπλο των Τεθωρακισμένων, αναλαμβάνοντας τη διοίκηση της 4ης Ταξιαρχίας Τυφεκιοφόρων (4. Schützen-Brigade).[1]

Σοβιετική Ένωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ζάουκεν συμμετείχε στην εισβολή στη Σοβιετική Ένωση το καλοκαίρι του 1941 και τραυματίστηκε κοντά στον ποταμό Δνείπερο, ενώ το Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς ανέλαβε τη διοίκηση της 4ης Μεραρχίας Πάντσερ και προήχθη σε υποστράτηγο (Generalmajor) την Πρωτοχρονιά του 1942. [1] Πέντε μέρες αργότερα έλαβε το Σταυρό των Ιπποτών του Σιδηρού Σταυρού για την επιτυχημένη διοίκησή του στην αμυντική μάχη για το Μπολχόβ. Ωστόσο, αναγκάστηκε να παραδώσει τη διοίκηση της μεραρχίας στο Βίλιμπαντ Φράιχερ (Βαρόνο) φον Λάγκερμανν ουντ Έρλενκαμπ λόγω μιας βαριάς ασθένειας λίγες μέρες αργότερα.[1] Τον Αύγουστο του 1942, έχοντας πλέον αναρρώσει, ο Ζάουκεν διοικούσε τη Σχολή των Τεθωρακισμένων Τμημάτων στο Κράμπνιτς. Το Μάιο του 1943 επέστρεψε στο μέτωπο και ανέλαβε εκ νέου τη διοίκηση της 4ης Μεραρχίας Πάντσερ.[1]

Στις 22 Αυγούστου 1943, στο Σταυρό των Ιπποτών του Ζάουκεν προστέθηκαν τα Φύλλα Δρυός για την επιτυχημένη απόκρουση μιας μεγάλης σοβιετικής επίθεσης που απείλησε την 9η Στρατιά, ενώ στις 31 Ιανουαρίου 1944 ακολούθησαν τα Ξίφη, λόγω του "σφραγίσματος", με τη μεραρχία του, ενός ρήγματος που είχαν δημιουργήσει οι Σοβιετικοί στις Γερμανικές γραμμές.[1] Στη συνέχεια, συνέβαλε σημαντικά στον απεγκλωβισμό των γερμανικών στρατευμάτων στην πόλη του Κόβελ και το Μάιο της ίδιας χρονιάς διορίστηκε διοικητής του ΙΙΙ Σώματος Πάντσερ. Στις 29 Ιουνίου[2] 1944 ανέλαβε τη διοίκηση μιας πρόχειρα συγκροτημένης μονάδας, η οποία έλαβε αρχικά την ονομασία "Ομάδα φον Ζάουκεν" (Gruppe von Saucken), η οποία μετονομάστηκε αργότερα σε XXXIX Σώμα Πάντσερ. Ήταν μία από τις πιο καταστροφικές για τους Γερμανούς περίοδο, καθώς 3 ακριβώς χρόνια μετά την εισβολή τους στην Σοβιετική Ένωση (21 Ιουνίου 1944), οι Σοβιετικοί εξαπέλυσαν μία κολοσσιαία αντεπίθεση εναντίον της γερμανικής Ομάδας Στρατιών Κέντρου, η οποία καταστράφηκε σχεδόν ολοκληρωτικά, ενώ οι εναπομείναντες σχηματισμοί αναγκάστηκαν σε μακρά υποχώρηση.

Προς το τέλος του πολέμου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την 1η Αυγούστου έλαβε την τελευταία του προαγωγή, σε στρατηγό των Τεθωρακισμένων. Υπό τις διαταγές του, το ΧΧΧΙΧ Σώμα Πάντσερ κατέστρεψε κατά τη μάχη της Βαρσοβίας περισσότερα από 200 εχθρικά τεθωρακισμένα.[1] Ένα Σώμα Πάντσερ, σχηματισμένο από τμήματα των μεραρχιών «Großdeutschland» και «Brandenburg» υπαγόμενο στη διοίκηση του Ζάουκεν έδωσε σκληρές μάχες στο Ράστενμπουργκ και το Λοτζ και βοήθησε στην απελευθέρωση του περικυκλωμένου "Σώματος Νέρινγκ" στον ποταμό Βιστούλα.[1]

Ωστόσο, απαλλάχθηκε των καθηκόντων του και τέθηκε σε εφεδρεία μετά από καβγά του με τον αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Στρατού (OKH, Oberkommando des Heeres) Φραντς Χάλντερ, λόγω της απέχθειάς του για τους ναζί. [3] Το "απόθεμα" του Χίτλερ σε ικανούς στρατηγούς ήταν όμως περιορισμένο. Ο Ζάουκεν κλήθηκε στην Καγκελαρία του Ράιχ στις 12 Μαρτίου 1945, ενώ η κατάσταση ήταν πλέον απελπιστική. Ο στρατηγός Βάλτερ Βάις, διοικητής της 2ης Στρατιάς, η οποία βρισκόταν στην επαπειλούμενη Ανατολική Πρωσία δεν ανταποκρίθηκε στις παράλογες απαιτήσεις του φύρερ και τέθηκε και αυτός σε εφεδρεία. Αφού ενημερώθηκε για την κατάσταση στο Ντάντσιχ από τον ιδιοφυή στρατηγό Γκουντέριαν, ο Χίτλερ ενημέρωσε τον Ζάουκεν ότι θα υπαγόταν στις διαταγές του Γκαουλάιτερ Άλμπερτ Φόρστερ. Τότε, ακολούθησε ένας σπάνιος διάλογος. Ο Ζάουκεν ήταν τυπικός Πρώσος αξιωματικός, συντηρητικός και ελιτιστής, ενώ επιπλέον όπως αναφέρθηκε αντιπαθούσε τους ναζί. Κοιτώντας τον Χίτλερ απάντησε με περιφρόνηση, χωρίς καν να τον προσφωνήσει "Φύρερ μου"

« Δεν σκοπεύω να θέσω τον εαυτό μου υπό τις διαταγές ενός Γκαουλάιτερ.[3]  »

Αντί άλλης αντίδρασης, με τον εκρηκτικό Γκουντέριαν να έχει αποστομωθεί από την "αναίδεια" του Ζάουκεν, ο Χίτλερ απάντησε "άτονα", όπως γράφει ο ιστορικός Άντονι Μπήβορ

« Εντάξει Ζάουκεν, κράτα τη διοίκηση για τον εαυτό σου.[3]  »

Ο Ζάουκεν έφυγε αεροπορικώς για το Ντάντσιχ την επόμενη αμέσως ημέρα, αναλαμβάνοντας την Ανώτατη Στρατιωτική Διοίκηση Ανατολικής Πρωσίας (Armeeoberkommando Ostpreußen) σκοπεύοντας να κρατήσει το μέτωπο όσο χρειαζόταν για να εκκενωθεί η περιοχή από τους πανικόβλητους αμάχους, οι οποίοι κατέφευγαν μαζικά στα δυτικά για να γλυτώσουν από τα αντίποινα του Κόκκινου Στρατού.[3]

Για τις πράξεις του στο μέτωπο της Ανατολικής Πρωσίας, ο Ζάουκεν έγινε ο 27ος και τελευταίος στρατιωτικός που τιμήθηκε με τα Διαμάντια (Brillanten) στο Σταυρό των Ιπποτών, στις 8 Μαΐου 1945 (8 μέρες μετά την αυτοκτονία του Χίτλερ), οπότε και η Γερμανία παραδόθηκε άνευ όρων στους Συμμάχους.[1] Μία ημέρα αργότερα, ο Ζάουκεν αιχμαλωτίστηκε από τους Σοβιετικούς στη Χερσόνησο του Χελ,[1] τη χειρότερη - δικαιολογημένα - μοίρα που θα μπορούσε να έχει ένας Γερμανός στρατιωτικός την εποχή εκείνη.

Αιχμαλωσία και μεταπολεμική ζωή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ζάουκεν κατά τη διάρκεια της πολυετούς αιχμαλωσίας του από τους Σοβιετικούς βασανίστηκε και καταδικάστηκε σε εικοσιπενταετή κάθειρξη, ποινή η οποία μετατράπηκε αργότερα σε 30 μήνες καταναγκαστικής εργασίας. Ταλαιπωρημένος από τις κακουχίες που υπέστη, απελευθερώθηκε μετά από οκταετή αιχμαλωσία το 1955. Ωστόσο, απ' ότι φαίνεται, δεν τον κατέβαλαν ιδιαίτερα, αφού ο στρατηγός έζησε για άλλα 25 χρόνια πριν τον θάνατό του στις 27 Σεπτεμβρίου 1980 στο Πούλλαχ της Βαυαρίας.[1]

Διακρίσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ο Ντίτριχ φον Ζάουκεν στο Lexicon der Wehmacht
  • Μπήβορ, Άντονι (2002). Βερολίνο - η Πτώση 1945. Αθήνα 2004, εκδόσεις Γκοβόστη (Β' Έκδοση). ISBN 960-270-926-X
  • Berger, Florian (1999). Mit Eichenlaub und Schwertern. Die höchstdekorierten Soldaten des Zweiten Weltkrieges. Selbstverlag Florian Berger. ISBN 3-9501307-0-5.
  • Fellgiebel, Walther-Peer (2000). Die Träger des Ritterkreuzes des Eisernen Kreuzes 1939-1945. Friedburg, Germany: Podzun-Pallas. ISBN 3-7909-0284-5.
  • Fraschka, Günther (1994). Knights of the Reich. Atglen, Pennsylvania: Schiffer Military/Aviation History. ISBN 0-88740-580-0.
  • Samuel W. Mitcham, Jr (2001). Crumbling Empire, the German Defeat in the East, 1944. Westport, Praeger. ISBN 0-275-96856-1.
  • Schaulen, Fritjof (2005). Eichenlaubträger 1940 - 1945 Zeitgeschichte in Farbe III Radusch - Zwernemann (Γερμανικά). Selent, Germany: Pour le Mérite. ISBN 3-932381-22-X.
  • Scherzer, Veit (2007). Ritterkreuzträger 1939 - 1945 Die Inhaber des Ritterkreuzes des Eisernen Kreuzes 1939 von Heer, Luftwaffe, Kriegsmarine, Waffen-SS, Volkssturm sowie mit Deutschland verbündeter Streitkräfte nach den Unterlagen des Bundesarchives (Γερμανικά). Jena, Germany: Scherzers Miltaer-Verlag. ISBN 978-3-938845-17-2.
  • Williamson, Gordon (2006). Knight's Cross with Diamonds Recipients 1941-45. Osprey Publishing Ltd. ISBN 1-84176-644-5.
  • Helden der Wehrmacht - Unsterbliche deutsche Soldaten (Γερμανικά). München, Germany: FZ-Verlag GmbH, 2004. ISBN 3-924309-53-1.