Νικόλαος Μπακόπουλος (οπλαρχηγός)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Νικόλαος Μπακόπουλος
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση 1796
Δάρας Αρκαδίας
Θάνατος 1825
Εθνικότητα Έλληνες
Στρατιωτική σταδιοδρομία
Πόλεμοι/μάχες Ελληνική Επανάσταση του 1821

Ο Νικόλαος Μπακόπουλος ή Κολιός Μπακόπουλος ή Δαρειώτης (1796-1825) ήταν οπλαρχηγός από το χωριό Δάρας Αρκαδίας και ένας από τους πρωτεργάτες της Ελληνικής Επανάστασης.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μαζί με τους Λαμπρόπουλο, Τσεκόπουλο, Τζαβάρα, Μεγρέμη, Νικόλαο Πατσίρη και Μοναντέρα κυνήγησαν και σκότωσαν τους κεχαγιάδες του Αγά των Καλαβρύτων Αρναουτογλου,στον κάμπο του Δάρα το απόγευμα της 21ης Μαρτίου 1821 δίνοντας μία από τις αφορμές για το ξέσπασμα της επανάστασης στην Πελοπόννησο.[1] Σε ηλικία 28 χρονών έγινε στρατηγός,[2] ενώ ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης τον αποκαλούσε «Τσιμπίδα» γιατί δεν του ξέφευγε εύκολα Τούρκος.

Δεν είχε συμπάθειες από τους Προκρίτους και τους Πολιτικούς οι οποίοι του στέρησαν πολλές φορές την στρατιωτική αναγνώριση και τις προαγωγές του μέσα από τις αποφάσεις του Βουλευτικού Σώματος.[3]

Σε στιγμιότυπο της μάχης του Άγιο Σώστη των Κλεωνών στην οποία σκοτώθηκε ο Παπά-Αρσενης, κατά την πολιορκία του Ναυπλίου, έσωσε από βέβαιο θάνατο τον Νικηταρά παρέχοντας του κάλυψη αφού δεκάδες Τούρκων είχαν διασπάσει τις Ελληνικές γραμμές και πήδηξαν μέσα στο ταμπούρι του,και παράλιγο να τον συλλάβουν, "αν δεν πολεμάει γενναίος ο Μπακοπουλος ήθελε τον πιάσει ζωντανό", όπως αναφέρει ο Φωτάκος,[4] και ο Νικηταράς στα απομνημονεύματα του.

Το 1822 αφού συνετέλεσε στη απελευθέρωση της Τριπολιτσάς, αναμείχθηκε και στην εκλογή του πληρεξουσίου Τρίπολης υπό τις οδηγίες του Ρήγα Παλαμήδη και τις μυστικές κατευθύνσεις του Κολοκοτρώνη.[5]

Επικεφαλής των Τριπολιτσιωτών μετά από διαταγή του Κολοκοτρώνη που μόλις είχε αποφυλακιστεί,έλαβε δυναμικό μέρος στην άτυχη εκστρατεία κατά του Ιμπραήμ που κατάληξε δυστυχώς σε μια από τις μεγαλύτερες Ελληνικές καταστροφές με την Πτώση του Νεοκάστρου (1825) και στην Πτώση της Σφακτηρίας (1825) κατά την ατυχή εκστρατεία που ανέλαβε ο Μαυροκορδάτος τον Απρίλιο του 1825. Εκεί υπό την ηγεσία του Αναγνωσταρά, 2000 Έλληνες και μαζί με τους υπόλοιπους σωματάρχες Σανταρόζα, Τσόκρη, Γιατρακο Τσαμαδό, Σαχτούρη, Ζαφειρόπουλο, Διαμαντόπουλο, Μπηλίδα, Μακρυγιάννη και τους Μανιάτες Γεώργιο Μαυρομιχάλη και Γιαννέα Καπετανάκη, πολέμησαν σε μεικτές πεζοναυτικές επιχειρήσεις γενναία τον Ιμπραήμ και τους 18.000 ευρωπαϊκά εκπαιδευμένους στρατιώτες του που αποβιβάζονταν κατά κύματα στο νησί. Η ελληνική αντίσταση μοιραία κάμφθηκε,και οι Έλληνες για να γλυτώσουν κατέφυγαν στα κάστρα του Νεοκάστρου και Παλαιοκάστρου. Εκεί πολιορκούμενοι στενά και βομβαρδιζόμενοι συνεχώς έπεσαν σε απελπισία κυρίως λόγω της αδυναμίας ανεφοδιασμοί,της παύσης κάθε επικοινωνίας και την έλλειψη κάθε ελπίδας για αποστολή ενισχύσεων καθώς ήταν ταυτόχρονα σε εξέλιξη ναυτικός αποκλεισμός. Όταν τελείωσαν τα τρόφιμα και το νερό οι στρατιώτες ορκίστηκαν να αλληλοσκοτωθούν ανά δύο παρά να πέσουν ζωντανοί στα χέρια του Ιμπραήμ. Οι αρχηγοί τότε σύστησαν έκτακτο πολεμικό συμβούλιο στο οποίο ο Μπακόπουλος πρότεινε γιουρούσι (αιφνιδιαστική έξοδο από το κάστρο) πριν το ξημέρωμα, αλλά η πρόταση δεν έγινε δεκτή.

Τελικά όμως επιχειρήθηκε άκαιρα η έξοδος με καταστροφικά αποτελέσματα για τους Έλληνες. Μοναδική διέξοδος ήταν μια στενή λωρίδα γης που ένωνε τη Σφακτηρία με την ξηρά, αλλά το πεδίο ήταν γεμάτο λάσπη και άμμο. Ηρωικοί πεσόντες στη μάχη ο ίδιος ο Στρατηγός Αναγνωσταράς ο φιλέλληνας Κόμης Σανταρόζα και οι περισσότεροι Έλληνες,που καθώς ο βούρκος και η λάσπη από τα στάσιμα νερά του κόλπου της Σφακτηρίας δυσχέραιναν τις κινήσεις τους βρέθηκαν περικυκλωμένοι τελικά από πολυαριθμώτερους εχθρούς και έγιναν ευάλωτοι στα χτυπήματα του Αιγυπτιακού ιππικού.Τραγικός απολογισμός 700 νεκροί 400 αιχμάλωτοι σκοτώθηκαν στην μάχη η πιάστηκαν αιχμάλωτοι εκτός από τον Μπακόπουλο και 200 περίπου ανδρών που κατάφεραν να ξεφύγουν,καθώς το βαλτώδες έδαφος της ιδιαίτερης πατρίδας του στον Δάρα Αρκαδίας τους εξοικείωνε με το τωρινό πεδίο μάχης. Αυτή η ομάδα σε ένα απονενοημένο μαραθώνιο γιουρούσι κατάφερε διασχίζοντας υπό βαρέα πυρά τις γραμμές του εχθρού να επιστρέψουν στην Τρίπολη.

Ο Μπακόπουλος τιμήθηκε για αυτό του το κατόρθωμα και ονομάστηκε Στρατηγός, ενώ του έγινε υποδοχή ήρωα στο Ναύπλιο. Του ανατέθηκε νέος ρόλος από την Κυβέρνηση και τον Κολοκοτρώνη που στο μεταξύ είχε αμνηστευθεί.

Μετά από 2 ήμερες όταν μαθεύτηκε και η θυσία του Παπαφλέσσα στο Μανιάκι, η κυβέρνηση βρέθηκε σε μεγάλη αμηχανία και μεγάλο φόβο ενέσπειρε στους Έλληνες η ακάθεκτη πορεία του Ιμπραήμ προς την Μεγαλόπολη. Ο Κολοκοτρώνης αποφάσισε να χτυπήσει τον Ιμπραήμ στο ύψωμα "Τραμπάλα" της Πολιανής και αφού έκανε κάλεσμα για πανστρατιά των Ελλήνων τους οργάνωσε στα ταμπούρια τους.

Ήταν παρόντες οι Γιατράκος, Κανέλλος Δεληγιάννης, Γενναίος Κολοκοτρώνης, Πλαπούτας, Κ. Μαυρομιχάλης, Τσώκρης και Κολιός Μπακόπουλος με τους Τριπολιτσιώτες όλοι μαζί 8000. Το σχέδιο του προέβλεπε χτύπημα των Τούρκων στα περάσματα και αν κυκλώνονταν τα οχυρά (ταμπούρια), νυχτερινή απαγκίστρωση (τακτική υποχώρηση) και ανασύνταξη στο δάσος του Ίσαρι, όπου το αριθμητικό πλεονέκτημα του Ιμπραήμ θα χανόταν.

Δυστυχώς μέσα σε μια νύχτα νεροποντής και φοβερής καταχνιάς όπου κάνεις δεν έβλεπε τον δίπλα του,έγιναν ένα Τούρκοι και Έλληνες, κυριάρχησε φόβος και αταξία, οι δε σωματάρχες δια της βίας κατόρθωναν να συγκρατήσουν την πειθαρχία και την συνοχή των στρατιωτών που βιάζονταν να βγουν από το δασός και μάλλον να διαφύγουν.

Ήταν τότε που ο Κολοκοτρώνης, υπό τον φόβο να διαλυθεί τελείως το μέτωπο διεμήνυε μέσω των αξιωματικών του "φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους"!

Η Μάχη της Τραμπάλας στα υψώματα του χωρίου Ίσαρι της Μεγαλοπολης έμελλε να είναι η τελευταία πράξη στη ζωή του γενναίου αλλά άτυχου Οπλαρχηγού και στρατηγού Κολιού Μπακόπουλου που όπως ομολογεί ο Φωτάκος πολλά είχε να προσφέρει ακόμα στη πατρίδα του και στη οικογένεια του.

Κατά την εκτέλεση καθήκοντος και διασχίζοντας όπως και οι άλλοι αρχηγοί όλο το πεδίο της μάχης για να ενισχύουν ψυχικά και ηθικά τους στρατιώτες να στηλιτεύουν τους δειλούς και ίσως και να τιμωρήσουν τους λιποτάκτες, ο Κολιός ήρθε αντιμέτωπος με έναν στρατιώτη από το χωριό Βαλτετσινίκο που, επειδή ήθελε να φύγει από τη μάχη ο Οπλαρχηγός τον εμπόδισε και τον χτύπησε για να πολεμήσει, στο δε δάσος του Ίσαρι πάλι θέλησε να φύγει, πάλι ο Μπακόπουλος τον εμπόδισε και του είπε σε έντονο ύφος να σταθεί να πολεμήσουν γιατί πίσω τους έρχονται οι Τούρκοι.Τότε ο στρατιώτης θύμωσε και τον σκότωσε, πυροβολώντας τον τρεις φορές[εκκρεμεί παραπομπή]. Ήταν ξημερώματα 7 Ιουνίου 1825. Ο χιλίαρχος Κωνσταντίνος Διαμαντόπουλος στα απομνημονεύματα του αναφέρει το τραγικό στιγμιότυπο της δολοφονίας ως εξής:¨"Ηλθεν είδησις ότι ανεφάνησαν ιππείς του εχθρού εις τον κάμπον, ημείς δε ετράπημεν εις φυγήν,ο δε Κολιός εκ του Ντάρα κατά διαταγή του Γενναίου,(Κολοκοτρωνη),ηθέλησε να τους εμπολίση,ένας δε εκ των πολλών τον επυροβόλησε και μετ'ολίγας ημέρας απέθανε.''

"Δια τον θάνατον δε του παλικαριού τούτου ενοχοποιούνταν πρότερον πολλοί επίσημοι άνδρες και συγγενείς του ακόμα" λέει ο Φωτάκος.

Ο Κανέλλος Δεληγιάννης στα δικά του απομνημονεύματα αναφέρει αδιάφορα ότι τον σκότωσε ένας χωρικός που τον ακολουθούσε σαν καπετάνιο του. Ο Κολοκοτρώνης στα απομνημονεύματα του που τα έγραψε ο Τερτσέτης αναφέρει τον Κολιό ως πεσόντα της μάχης αγνοώντας στα 1834 το γεγονός του φόνου που έγινε γνωστό το 1854 έπειτα από επιθανάτια εξομολόγηση του ίδιου του στρατιώτη.

Οι Δαραίοι έκλαψαν τον Καπετάνιο τους με καθυστέρηση 30 ετών,πικραμένοι για το άδικο του θανάτου του μα δεν ζήτησαν ποτέ εκδίκηση γιατί ο Κολιός συνέχισε να ζει αθάνατος πια στο Δημοτικό Τραγούδι:

                             "Ωρέ Μην τα-να μαλώνεις τα-να παιδιά
                              Νικόλα,μπάρμπα Νικόλα
                              Αχ, ρε στρατηγέ Νικόλα,
                              μην τα παραχουγιάζεις
                              Τί τα-να παιδιά 'ναι ά-να-μυαλα
                              Νικόλα,μπάρμπα Νικόλα
                              Αχ, ρε στρατηγέ Νικόλα,
                              ρίχνουν και σε σκοτώνουν
                              Κι αν σε-νε σκοτώσουν τον ορφανό
                              Νικόλα, μπάρμπα Νικόλα
                              Αχ, ρε στρατηγέ Νικόλα
                              ποια μάνα θα σε κλάψει
      (Τσάμικος)              Μη τα μαλώνεις τα παιδιά
                              Νικόλα μωρέ Νικόλα
                              Μη τα παραχουγιαζεις,
                              Τι τα παιδιά είναι παλαβά
                              Ρίχνουν και σε σκοτώνουν.
                              Ακόμα ο λόγος έστεκε
                              Νικόλα μωρέ Νικόλα
                              Και η συντυχιά κρατιέται.
                              Μια μπαταριά του δώσανε      
                              Νικόλα μωρέ Νικόλα
                              Με τρία ασημένια βόλια
                              Τονα τον πήρε στην καρδιά
                              Νικόλα μωρέ Νικόλα 
                              Και τ' άλλο στο πλεμόνι
                              Το τρίτο το φαρμακερό
                              Νικόλα μωρέ Νικόλα
                              Τον πήρε στο κεφάλι".

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Aπομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως", Φώτιος Χρυσανθακόπουλος]
  2. Τα αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας Τόμ. 08, σελ. 236 απόφαση Βουλευτικού υπ'αριθμω 678 τη 15 Μαιου 1825)
  3. Τα αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας Τόμος 2, σελίδα 466)
  4. Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Φώτιος Χρυσανθόπουλος, σελ. 248
  5. Τα αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας Τόμ. 10, σελ. 9)