Νικόλαος Μουσχουντής

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Νικόλαος Μουσχουντής
Γέννηση
Αθήνα
Θάνατος
Υπηκοότητα Ελλάδα
Ιδιότητα αστυνομικός

Ο Νικόλαος Μουσχουντής (1906-1958) ήταν αξιωματικός της Χωροφυλακής που υπηρέτησε κατά κύριο λόγο στη Θεσσαλονίκη, όπου και πέθανε ενώ ήταν ακόμη εν ενεργεία, την 16 Μαρτίου 1958. Το μεγαλύτερο μέρος της σταδιοδρομίας του υπηρέτησε στην γενική ασφάλεια και είναι γνωστός για την εμπλοκή του σε υποθέσεις που είχαν να κάνουν με την εξάρθρωση του παράνομου μηχανισμού του ΚΚΕ στην Θεσσαλονίκη, κατά την περίοδο του Εμφυλίου Πολέμου, αλλά και στην υπόθεση της δολοφονίας του αμερικανού δημοσιογράφου Πολκ. Είναι επίσης γνωστός ως κουμπάρος του διάσημου μουσικοσυνθέτη Βασίλη Τσιτσάνη

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1906 και φαίνεται ότι προερχόταν από εύπορη οικογένεια. Κατατάχθηκε στη σχολή χωροφυλακής το 1926 και, όταν αποφοίτησε, ονομάστηκε ενωμοτάρχης. Αρχικά υπηρέτησε για ένα διάστημα στη διοίκηση χωροφυλακής Αττικής. Το 1934 προήχθη σε ανθυπασπιστή και μετατέθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου υπηρέτησε κυρίως στη γενική ασφάλεια. Το 1937, ως ανθυπομοίραρχος, έγινε για πρώτη φορά ευρύτερα γνωστός, επειδή επέτυχε τη σύλληψη κάποιου απατεώνα με το επώνυμο Ζαρίφης, που φαίνεται ότι τον αναζητούσαν οι αστυνομίες πολλών χωρών. Στη Χωροφυλακή της Θεσσαλονίκης υπηρέτησε και κατά τη διάρκεια της κατοχής, ενώ στη διάρκεια της λεγόμενης «Εαμοκρατίας», δηλαδή μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης και μέχρι τη Συμφωνία της Βάρκιζας, φαίνεται πως κρυβόταν από το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, που ήλεγχε τότε τη Θεσσαλονίκη.

Το 1947, ως μοίραρχος, ήταν επικεφαλής της αστυνομικής έρευνας που εξάρθρωσε τους μηχανισμούς της ΟΠΛΑ Θεσσαλονίκης (υπόθεση της επίθεσης κατά του λεωφορείου των αξιωματικών της Αεροπορίας) και της Μαζικής Λαϊκής Αυτοάμυνας στη Θεσσαλονίκη. Το 1948, ως ταγματάρχης της Χωροφυλακής, ήταν επικεφαλής της αστυνομικής έρευνας στην υπόθεση της δολοφονίας του αμερικανού δημοσιογράφου Πολκ στη Θεσσαλονίκη, που οδήγησε στη σύλληψη, ομολογία και καταδίκη, το 1949, σε ισόβια του δημοσιογράφου Γρηγόρη Στακτόπουλου για συνέργεια στη δολοφονία.

Ο Μουσχουντής είναι επίσης γνωστός για την αγάπη του προς το ρεμπέτικο τραγούδι και την φιλία του με τον γνωστό μουσικοσυνθέτη Βασίλη Τσιτσάνη, που την περίοδο της κατοχής ζούσε στη Θεσσαλονίκη και διατηρούσε ουζερί στην οδό Παύλου Μελά (διαγώνιος). Η φιλία τους επισφραγίστηκε με κουμπαριά, όταν ο Μουσχουντής πάντρεψε τον Τσιτσάνη με τη γυναίκα του, το έτος 1942. Σύμφωνα με τον Ηλία Πετρόπουλο, ο Μουσχουντής «απαιτούσε να περνάν από το γραφείο του όλοι οι κυνηγημένοι μπουζουξήδες για να πιουν καφεδάκι μαζί του», ενώ είχε στο σπίτι του συλλογή με 5.000 δίσκους ρεμπέτικων. Η συλλογή αυτή, πάντα κατά τον Πετρόπουλο, κλάπηκε από αντάρτες του ΕΛΑΣ στην περίοδο της Εαμοκρατίας, όταν ο Μουσχουντής κρυβόταν. Όταν επέστρεψε στο σπίτι του μπόρεσε να ανακτήσει τους 1.500 από τους δίσκους της συλλογής του.

Ο Ν. Μουσχουντής πέθανε ξαφνικά, από καρδιακή προσβολή, την Κυριακή 16 Μαρτίου 1958, στο σπίτι του στην οδό Ισαύρων στη Θεσσαλονίκη. Κατά το χρόνο του θανάτου του ήταν ακόμη εν ενεργεία. Έφερε το βαθμό του Συνταγματάρχη της Χωροφυλακής και ήταν Αστυνομικός Διευθυντής της Θεσσαλονίκης.

Εκτιμήσεις για την προσωπικότητά του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τον χρόνο του θανάτου του ο Μουσχουντής έχαιρε μεγάλης εκτίμησης από την κοινωνία της Θεσσαλονίκης. Η κηδεία του έγινε στην εκκλησία της Αγίας Σοφίας με πολύ μεγάλη συμμετοχή κόσμου, ενώ το Δημοτικό Συμβούλιο παραχώρησε δωρεάν τάφο στο Α’ Νεκροταφείο Θεσσαλονίκης και αποφάσισε, αργότερα, να δώσει το όνομά του σε μια οδό της πόλης. Τον Μουσχουντή μνημονεύει επίσης ο Νίκος Τσιφόρος στο έργο του «Τα παιδιά της πιάτσας» που πρωτοδημοσιεύτηκε σε αυτοτελή επεισόδια στο περιοδικό «Ταχυδρόμος» από τον Αύγουστο του 1960 έως τον Νοέμβριο του 1961.

Σήμερα μπορεί να ειπωθεί ότι η φήμη του Μουσχουντή είναι αμφιλεγόμενη. Όπως καταγράφει ο στιχουργός Λευτέρης Παπαδόπουλος, ο Τσιτσάνης εξακολουθούσε μέχρι το τέλος της ζωής του να έχει μεγάλη αγάπη στον κουμπάρο του, που τον αποκαλούσε «άγιο άνθρωπο». Πολύ καλά λόγια έχει γράψει και ο Ηλίας Πετρόπουλος για τον Μουσχουντή, στο βιβλίο του Το άγιο Χασισάκι.

Από την άλλη πλευρά η ιδιότητα του Μουσχουντή, ως «ασφαλίτη», και ιδίως ο ρόλος του στην υπόθεση Πολκ έχουν ως αποτέλεσμα σήμερα οι δημόσιες αναφορές στο όνομά του να είναι, ως επί το πλείστον, αρνητικές. Πολλά χρόνια μετά την αποφυλάκισή του, ο Στακτόπουλος κατήγγειλε ότι βασανίστηκε στην Ασφάλεια της Θεσσαλονίκης, από τον ίδιο το Μουσχουντή και από τους υφισταμένους του, και ότι «ομολόγησε» για να γλυτώσει. Παρά το γεγονός ότι οι αιτήσεις του Στακτόπουλου (και, μετά το θάνατό του, της χήρας του) για επανάληψη της διαδικασίας στην υπόθεση Πολκ απορρίφθηκαν όλες από τον Άρειο Πάγο, η επικρατέστερη εκδοχή σήμερα, για όσους έχουν μελετήσει την υπόθεση αυτή, είναι ότι ο Στακτόπουλος δεν είχε καμία απολύτως εμπλοκή και έκανε τις ομολογίες τις οποίες έκανε υπό την πίεση της πολυήμερης (45 ημέρες) κράτησής του σε απομόνωση, χωρίς δικηγόρο και χωρίς να του έχει απαγγελθεί κατηγορία, από την Ασφάλεια της Θεσσαλονίκης (υπό τον Ν. Μουσχουντή) και, κατά πάσα πιθανότητα, υπό την πίεση βασανιστηρίων. Με αυτό το δεδομένο, ο ρόλος του Ν. Μουσχουντή στην υπόθεση Πολκ ασφαλώς και δεν μπορεί, σήμερα, να θεωρηθεί επιτυχία. Αντίθετα, με τον τρόπο του συντέλεσε να συσκοτιστεί η υπόθεση αυτή και να καταδικαστεί και να ταλαιπωρηθεί ένας αθώος και η οικογένειά του (η μητέρα του Στακτόπουλου, Άννα, ήταν συγκατηγορουμένη μαζί του και έμεινε περίπου οκτώ μήνες στη φυλακή, αθωώθηκε στη δίκη και πέθανε ένα χρόνο αργότερα· από την αστυνομία συνελήφθησαν και οι δύο αδελφές του, που όμως αργότερα αφέθηκαν ελεύθερες και δεν παραπέμφθηκαν σε δίκη· η μία από αυτές εγκλείστηκε, αργότερα, σε ψυχιατρικό ίδρυμα για νοσηλεία).

Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, στο ίδιο κείμενο που αναφέρθηκε παραπάνω, αποκαλεί τον Μουσχουντή «σατανικό πρωταγωνιστή της σκευωρίας για την υπόθεση Πολκ» και τον κατηγορεί, μεταξύ των άλλων, ότι «έστειλε… στα μπουντρούμια της Ασφάλειας, όπου υποβλήθηκαν σε απάνθρωπα βασανιστήρια, πολλούς δημοκρατικούς πολίτες, ανάμεσα στους οποίους τους γονείς της γυναίκας μου, Στέλιο και Μπούλη Μουζενίδη» (ο αδελφός του πεθερού του Παπαδόπουλου, Αδάμ Μουζενίδης, καταδικάστηκε ερήμην, μαζί με τον Στακτόπουλο, ως αυτουργός του φόνου του Πολκ· ωστόσο, σήμερα θεωρείται μάλλον βέβαιο ότι είχε ήδη σκοτωθεί πολεμώντας στον Εμφύλιο πόλεμο με την πλευρά του Δημοκρατικού Στρατού, πριν την δολοφονία του Πολκ).

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]