Νικηφόρος Ξιφίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Νικηφόρος Ξιφίας
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση980
Θάνατος1028
Μονή Στουδίου
Χώρα πολιτογράφησηςΒυζαντινή Αυτοκρατορία
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταστρατιωτικός
Οικογένεια
ΓονείςΑλέξιος Ξιφίας
Στρατιωτική σταδιοδρομία
Βαθμός/στρατόςστρατηγός/
Αξιώματα και βραβεύσεις
Αξίωμαστρατηγός

Ο Νικηφόρος Ξιφίας (fl. c. 1000–1028) ήταν Βυζαντινός στρατηγός κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Αυτοκράτορα Βασιλείου Β΄. Έπαιξε διακριτό ρόλο στην Βυζαντινή κατάκτηση της Βουλγαρίας, και ήταν καθοριστικός στην αποφασιστική Βυζαντινή νίκη στη Μάχη του Κλειδίου το 1014. Το 1022 οργάνωσε μια ανεπιτυχή επανάσταση κατά του Βασιλείου Β΄, εξετέθη και εξορίστηκε. Τελευταία φορά αναφέρεται το 1028, όταν ανακλήθηκε από την εξορία και αποσύρθηκε σε μοναστήρι.

Καταγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Νικηφόρος Ξιφίας γεννήθηκε πιθανώς κάποια χρονιά λίγο πριν από το 980, και πιθανότατα ήταν γιος του Αλέξιου Ξιφία, ο οποίος υπηρέτησε ως Κατεπάνος της Ιταλίας το 1006-1008.[1] Λίγα μέλη από τους Ξιφίες είναι γνωστά και η καταγωγή της οικογένειας είναι ασαφής, αλλά κατά πάσα πιθανότητα καταγόταν από τη Μικρά Ασία, όπως και πολλές άλλες φημισμένες οικογένειες της στρατιωτικής αριστοκρατίας της εποχής.[1][2]

Πόλεμοι εναντίον της Βουλγαρίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης των Βυζαντινοβουλγαρικών πολέμων στην εποχή του Αυτοκράτορα Βασιλείου Β΄ και του Τσάρου Σαμουήλ της Βουλγαρίας

Ο Νικηφόρος εμφανίζεται για πρώτη φορά στους Βουλγαρικούς πολέμους του αυτοκράτορα Βασιλείου Β΄, το 999/1000, 1000/1 ή 1002, ανάλογα με την πηγή. Εκείνη την εποχή ήταν πρωτοσπαθάριος, και μαζί με τον πατρίκιο Θεοδωροκάνο, διοίκησε μια εκστρατεία βαθιά στα βουλγαρικά εδάφη. Ξεκινώντας από τη Μοσυνόπολη, οι δύο στρατηγοί διέσχισαν τα βουνά των Βαλκανίων και κατέλαβαν της παλιές βουλγαρικές πρωτεύουσες Πλίσκα και Μεγάλη Πρεσλάβα, μαζί με τη Μικρή Πρεσλάβα. Στη συνέχεια λεηλάτησαν την Δοβρουτσά, άφησαν πίσω φρουρές και επέστρεψαν στη βάση τους.[3] Δεν είναι σαφές αν ο ίδιος ήταν ήδη ο στρατιωτικός διοικητής (στρατηγός) της Φιλιππούπολης εκείνη την εποχή, ή διορίστηκε σ 'αυτή μετά την επιτυχή ολοκλήρωση της εκστρατείας, όπως αναφέρει ο Ιωάννης Σκυλίτζης, όταν ο Θεοδωροκάνος, που είναι γνωστό ότι προηγουμένως κατείχε τη θέση, αποσύρθηκε λόγω της προχωρημένης ηλικίας του.[4]

Ο Ξιφίας μετά αναφέρεται στη Μάχη του Κλειδίου το 1014, όταν ο Βασίλειος Β΄ προσπαθούσε να καταλάβει το πέρασμα γνωστό ως Κλειδί ή Λόγγος Κιάβα, που είχαν οχυρώσει οι Βούλγαροι υπό τον ηγεμόνα τους Σαμουήλ. Ο Ξιφίας, ακόμα στρατηγός της Φιλιππούπολης, πρότεινε στον αυτοκράτορα να παρακάμψει τις βουλγαρικές θέσεις και να τους χτυπήσει στα μετόπισθεν. Ο Βασίλειος συμφώνησε και ο Ξιφίας ηγήθηκε ενός αποσπάσματος πεζικού πάνω από το όρος Μπέλλες, και στις 29 Ιουλίου 1014, οδήγησε τα στρατεύματά του σε μια επίθεση στους ανυποψίαστους Βούλγαρους, που πανικοβλήθηκαν και διαλύθηκαν με την απρόσμενη επίθεση.[5] Γι' αυτό το κατόρθωμα, το οποίο είχε ως αποτέλεσμα μία από τις πιο αποφασιστικές νίκες στον μακρόχρονο βουλγαρικό πόλεμο, αμείφθηκε με προαγωγή στο βαθμό του πατρικίου. Στις αρχές του 1015, ο Ξιφία, μαζί με τον Κωνσταντίνο Διογένη, υπέταξε την περιοχή των Μογλενών, που είχαν επαναστατήσει ενάντια στην αυτοκρατορική εξουσία. Προς το τέλος της ίδιας χρονιάς εκστράτευσε από τη Μοσυνόπολη στην περιοχή του Τριαδίτσα (Σόφια), ισοπεδώνοντας τα περίχωρα της και καταλαμβάνοντας το φρούριο της Μπογιάνα.[6] Τέλος, κατά το τελευταίο έτος του βουλγαρικού πολέμου, το 1018, ξεκινώντας από την Καστοριά υπέταξε τα υπόλοιπα βουλγαρικά οχυρά στην περιοχή των Σερβίων.[7]

Συνωμοσία και εξορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε 1021-1022, ωστόσο, ο Ξιφίας, τώρα διορισμένος στην Καισάρεια ως στρατηγός του Θέματος Ανατολικών, δυστρόπησε προς τον Βασίλειο Β΄, επειδή δεν του επετράπη να συνοδεύσει τον Αυτοκράτορα στην εκστρατεία κατά του Βασιλείου της Γεωργίας. Ο Ξιφίας συμμάχησε εναντίον του Αυτοκράτορα με τον μεγιστάνα Νικηφόρο Φωκά Βαρυτράχηλο, του οποίου ο πατέρας, Βάρδας Φωκάς, είχε ξεσηκωθεί κατά τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Βασιλείου Β'. Οι δύο άνδρες σχεδίαζαν να σκοτώσουν το Βασίλειο, και ένας από αυτούς να πάρει τη θέση του. Το ποιος θα ήταν δεν είχε αποφασιστεί, αλλά ήταν κυρίως το όνομα του Φωκά του οποίου οι οπαδοί έδιναν βάρος στη συνωμοσία. Η συνωμοσία ήταν προφανώς γνωστή και υποστηρίζονταν από τον βασιλιά Γεώργιο Α' της Γεωργίας, ο οποίος έτσι ήλπιζε να αναγκάσει τον Βασίλειο να εγκαταλείψει την εισβολή του.[8][9] Όταν ο αυτοκράτορας πληροφορήθηκε το σχέδιο, ωστόσο, δεν γύρισε πίσω, αλλά, αντίθετα, απέστειλε επιστολές προς τους δύο ηγέτες των επαναστατών ξεχωριστά, με στόχο να σπείρει τη δυσπιστία μεταξύ τους. Το τέχνασμα του Βασιλείου απέφερε καρπούς πολύ σύντομα, αφού στις 15 Αυγούστου 1022 ο Ξιφίας δολοφόνησε τον Φωκά. Οι υποστηρικτές του τελευταίου διαλύθηκαν, και η εξέγερση κατέρρευσε. Ο Ξιφίας στη συνέχεια αναγκάστηκε να παραδοθεί στον απεσταλμένο του αυτοκράτορα, Θεοφύλακτο Δαλασσηνό, οποίος έγινε ο νέος στρατηγός των Ανατολικών.[8][10]

Οδηγημένος στην Κωνσταντινούπολη, ο Ξιφίας κουρεύτηκε και εξορίστηκε στην Αντιγόνη, ένα από τα Πριγκηπονήσια. Μετά την επιστροφή του Βασιλείου Β΄ στην πρωτεύουσα, μετά την Γεωργιανή εκστρατεία του, οι περισσότεροι από του συν-συνωμότες του Ξιφία φυλακίστηκαν και οι περιουσίες τους δημεύτηκαν. Ο πατρίκιος Φέρσης ο Ίβηρας εκτελέστηκε, ενώ σκοτώθηκαν επίσης δύο αυτοκρατορικοί ευνούχοι: ένας από το χέρι του ίδιου του Βασιλείου, και ο άλλος, ο οποίος είχε προσπαθήσει να δηλητηριάσει τον αυτοκράτορα, ρίχτηκε στα θηρία.[11][12] Σύμφωνα με τον σύγχρονο ιστορικό Γιαχία Αντιόχειας, οι συνωμότες του 1022 ελευθερώθηκαν από τον Κωνσταντίνο Η΄ μετά το θάνατο του Βασιλείου το 1025, αλλά ο Ξιφίας παρέμεινε στην εξορία μέχρι το 1028, όταν ο νέος αυτοκράτορας, ο Ρωμανός Γ΄, τον απελευθέρωσε. Ο Ξιφίας, όμως, ήταν ήδη πολύ ηλικιωμένος και κουρασμένος, και σύντομα αποσύρθηκε στη Μονή Στουδίου. Τίποτα περισσότερο δεν είναι γνωστό γι' αυτόν.[13]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Σαββίδης 1994, σελ. 23.
  2. Cheynet 1990, σελ. 229.
  3. Σαββίδης 1994, σελίδες 23–25.
  4. Σαββίδης 1994, σελ. 24.
  5. Σαββίδης 1994, σελίδες 25–26.
  6. Σαββίδης 1994, σελ. 26.
  7. Σαββίδης 1994, σελ. 27.
  8. 8,0 8,1 Cheynet 1990, σελίδες 36–37, 333.
  9. Σαββίδης 1994, σελίδες 27–29.
  10. Σαββίδης 1994, σελ. 29.
  11. Σαββίδης 1994, σελίδες 29–30.
  12. Cheynet 1990, σελίδες 36–37.
  13. Σαββίδης 1994, σελ. 30.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]