Ναός των Ταξιαρχών (Θεσσαλονίκη)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 40°38′23.3″N 22°57′16.9″E / 40.639806°N 22.954694°E / 40.639806; 22.954694

Ναός Ταξιαρχών Θεσσαλονίκης
Ναός Παμμεγίστων Ταξιαρχών, Θεσσαλονίκη 1921.jpg
Είδοςορθόδοξη εκκλησία
ΑρχιτεκτονικήΒυζαντινή αρχιτεκτονική
Γεωγραφικές συντεταγμένες40°38′23″N 22°57′17″E
ΘρήσκευμαΟρθόδοξος Χριστιανισμός
Θρησκευτική υπαγωγήΙερά Μητρόπολις Θεσσαλονίκης
Διοικητική υπαγωγήΔήμος Θεσσαλονίκης
ΧώραΕλλάδα
Έναρξη κατασκευής14ος αιώνας
Commons page Πολυμέσα

Ο ναός των Ταξιαρχών ή των Παμμεγίστων Ταξιαρχών είναι βυζαντινός ναός ο οποίος βρίσκεται στην Άνω Πόλη Θεσσαλονίκης. Ο ναός χρονολογείται από τον 14ο αιώνα, μετατράπηκε σε τζαμί κατά την οθωμανική περίοδο και το 1912 μετατράπηκε πάλι σε εκκλησία. Ο ναός υπέστη σημαντικές τροποποιήσεις κατά τις δεκαετίες 1950-1960, όμως αντίθετα με άλλους βυζαντινούς ναούς της Θεσσαλονίκης, προστέθηκε ένα νέο τμήμα σε νεοβυζαντινό ρυθμό.[1]

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ναός είναι τετράκλιτη βασιλική, με διαστάσεις 19,7 επί 15,1 μέτρα χωρίς να υπολογίζεται η αψίδα του ιερού. Τρία από τα κλίτη του ναού χωρίζονται με δύο ζεύγη πεσσών στο ανατολικό τους τμήμα και δύο ζεύγη κιόνων στο δυτικό, ενώ το τέταρτο, το νοτιότερο, χωρίζεται από τον υπόλοιπο ναό με κιονοστοιχία αποτελούμενη από τρεις βυζαντινούς κίονες και δύο νεότερους. Η κεντρική αψίδα του ναού έχει τρίλοβο παράθυρο με κιονίσκους και είναι πενταμερής. Η πρόθεση και το διακονικό έχουν αμφότερα δύο τοξωτά παράθυρα. Η πρόθεση έχει τριμερής αψίδα ενώ το διακονικό δεν έχει αψίδα.[2] Ο Ανδρέας Ξυγγόπουλος βρήκε ότι το βόρειο κλίτος συνδεόταν με την πρόθεση με τρίλοβο άνοιγμα, το οποίο στη συνέχεια μετατράπηκε σε μονό οξυκόρυφο και έπειτα ημικυκλικό.[3]

Ο ανατολικός τοίχος του ναού

Η είσοδος στον ναό γίνεται από τη δυτική πρόσοψη. Ένα πρόστεγο με δύο κίονες στηριγμένο στον δυτικό τοίχο του ναού καλύπτει την τοξωτή είσοδο. Η πρόσβαση στην είσοδο γίνεται με διπλό κλιμακοστάσιο με δύο κλάδους. Ο βόρειος τοίχος διαθέτει έξι αψιδώματα, ένα στην πρόθεση, ένα τυφλό και έπειτα προς τα δυτικά τέσσερα διπλά αψιδώματα με ισάριθμα τοξωτά παράθυρα. Έπειτα στο βόρειο τοίχο βρίσκονται δύο νεότερα δίλοβα παράθυρα. Η νότια και δυτική πρόσοψη διαθέτουν και αυτές νεότερα δίλοβα παράθυρα νεοβυζαντινού ρυθμού. Το κωδωνοστάσιο του ναού υψώνεται στη νοτιοδυτική γωνία του ναού.[2]

Ο ναός πριν τις εργασίες στις δεκαετίες 1950-1960 αποτελούταν από το κεντρικό κλίτος το οποίο περιβαλλόταν από στοά σχήματος Π στα βόρεια, δυτικά και νότια. Το κεντρικό κλίτος επικοινωνούσε με τη στοά με ανοίγματα στους πλευρικούς διαδρόμους. Στη βορειοδυτική και νοτιοδυτική γωνία της στοάς βρίσκονταν διαμερίσματα με θόλους. Ο ανατολικός τοίχος και ο βόρειος τοίχος μέχρι το πρώτο ένα αψίδωμα και μισό θεωρούνται ότι χρονολογούνται από τη βυζαντινή περίοδο.[4] Το υπόλοιπο τμήμα του βόρειου τοίχου ανακατασκευάστηκε τη δεκαετία του 1950.[5]

Ο ναός ήταν τοιχογραφημένος, αλλά ήταν για χρόνια καλυμμένο με στρώσεις κονιάματος. Στο ανατολικό αέτωμα του κεντρικού κλίτους απεικονίζεται η Ανάληψη του Χριστού και στο δυτικό αέτωμα η Πεντηκοστή, οι οποίες αποκαλύφθηκαν με την αφαίρεση της ξύλινης οροφής των τουρκικών χρόνων.[6] Ο Ξυγγόπουλος τις χρονολόγησε στο δεύτερο μισό ή το τελευταίο τέταρτο του 14ου αιώνα, στα πλαίσια της παλαιολόγιας αναγέννησης.[7]

Η κρύπτη του ναού

Ο ναός διαθέτει ημιυπόγεια κρύπτη. Το δυτικό και νότιο τμήμα της είναι νεότερο και το υπόλοιπο βυζαντινό. Η είσοδος στην κρύπτη γίνεται από τη δυτική πλευρά της με κλίμακα. Όπως και ο ναός από πάνω, έχει κεντρική αψίδα και αψίδα στην πρόθεση.[2]

Ιστορικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ανοικοδόμηση του ναού γενικά τοποθετείται στις αρχές του 14ου αιώνα.[8] Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας ο ναός μετατράπηκε σε τζαμί, αλλά δεν είναι γνωστό πότε. Μέρος των παράθυρων του ιερού φράχθηκε ώστε να κατασκευαστεί το μιχράμπ, έκλεισαν την πρόσβαση στη πρόθεση από το βόρειο κλίτος, πραγματοποιήθηκαν αλλαγές στα ανοίγματα στις αψίδες της πρόθεσης και του διακονικού και ανακατασκεύασαν τμήμα του βόρειου τοίχου, με ισλαμίζοντα παράθυρα.[5] Επέκτειναν τη νότια πλευρά, η οποία λόγω της κλίσης του εδάφους υποστηριζόταν από ξύλινες κολώνες, και κτίστηκε ξύλινος νάρθηκας με ανοικτό χαγιάτι στη δυτική πλευρά. Στη νοτιοδυτική πλευρά κτίστηκε μιναρές με δύο μπαλκόνια.[5]

Το κτίριο αποδόθηκε ξανά στη χριστιανική λατρεία το 1912, αλλά από το 1914 μέχρι το 1916 φιλοξένησε πρόσφυγες από τη Θράκη με αποτέλεσμα να υποστεί φθορές.[4] Για να χρησιμοποιηθεί ξανά ως χριστιανικός ναός έγιναν επεμβάσεις ώστε να ενοποιηθεί ο χώρος και να φωτίζεται καλύτερα. Συγκεκριμένα ο δυτικός τοίχος του κεντρικού και βόρειου κλίτους κατεδαφίστηκε και το βόρειο κλίτος έγινε τμήμα της στοάς, η οποία από σχήμα Γ απέκτησε σχήμα Π. Ο μιναρές κατεδαφίστηκε και το μιχράμπ αφαιρέθηκε.[9] Το δυτικό τμήμα της στοάς φράχθηκε με υαλοπίνακες και τοποθετήθηκαν νέα κεραμίδια στην οροφή, από την Αλλατίνι.[10] Το 1939 κατασκευάστηκε ο περίβολος και το πρόπυλο του ναού.[10]

Ο ναός απέκτησε τη σημερινή του μορφή κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1950. Οι ιερείς του ναού ζητούσαν για χρόνια την επέκταση του ναού, εξαιτίας της αύξησης του πληθυσμού της Άνω Πόλης. Την διεύρυνση του ναού ανέλαβε ο αρχιτέκτονας Ηρακλής Λεοντίδης.[11] Η μελέτη εγκρίθηκε από το υπουργείο στις 5 Νοεμβρίου 1951 και τις 12 Νοεμβρίου από την Διεύθυνση αναστηλώσεων και εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής και τον Αναστάσιο Ορλάνδο, ο οποίος επισήμανε κάποιες τροποποιήσεις στα σχέδια. Για την επέκταση επιλέχθηκε η χρήση νεοβυζαντινής αρχιτεκτονικής. Η έναρξη των εργασιών έγινε στις 20 Νοεμβρίου του ίδιου έτους.[12] Οι εργασίες περιελάμβαναν την επισκευή της κρύπτης, την κατεδάφιση του εξωνάρθηκα και επέκταση του ναού κατά έξι μέτρα. Λόγω έλλειψης χρημάτων πολλά από τα υλικά είτε εκποιήθηκαν είτε επαναχρησιμοποιήθηκαν, όπως για παράδειγμα η ξυλεία του νάρθηκα χρησιμοποιήθηκε για τα καλούπια του σκυροδέματος.[13] Αν και ο ναός είχε φτάσει στο στάδιο επισκευής της στέγης το 1953, οι εργασίες επιβραδύνθηκαν και αναζητήθηκαν χρήματα μέσω εράνων.[13] Οι εργασίες τελικά ολοκληρώθηκαν το 1958 με την κατασκευή του πρόστεγου, τα επιχρίσματα εσωτερικά και εξωτερικά και την τοποθέτηση κεραμιδιών στο καμπαναριό.[14] Οι εργασίες στο εσωτερικό του ναού συνεχίστηκαν με αργό ρυθμό. Ενδεικτικά, τα σχέδια για το τέμπλο κατατέθηκαν το 1969.[14] Δεν είναι σαφές τι είδους επεμβάσεις έγιναν στο βυζαντινό τμήμα του ναού, καθώς αυτές δεν περιγράφονται, αλλά μπορούν να καταδειχθούν με βάση τις αποτυπώσεις και φωτογραφίες του ναού πριν την επέκτασή του.[15]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]