Μπεκατσίνι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Μπεκατσίνι
Ενήλικο μπεκατσίνι (υποείδος G. g. gallinago)
Ενήλικο μπεκατσίνι (υποείδος G. g. gallinago)
Κατάσταση διατήρησης
Status iucn3.1 LC el.svg
Ελαχίστης Ανησυχίας (IUCN 3.1)
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Πτηνά (Aves)
Τάξη: Χαραδριόμορφα (Charadriiformes)
Οικογένεια: Σκολοπακίδες (Scolopacidae) Rafinesque, 1815
Υποοικογένεια: (Gallinagininae) [1]
Γένος: Σκολοπακίς [i] (Gallinago) Brisson, 1760 F
Είδος: G. gallinago
Διώνυμο
Gallinago gallinago (Σκολοπακίς η γνησία)
(Linnaeus, 1758)
Υποείδη

Gallinago gallinago faeroeensis
Gallinago gallinago gallinago

Το Μπεκατσίνι είναι καλοβατικό πτηνό της οικογενείας των Σκολοπακιδών, που απαντά και στον ελλαδικό χώρο. Η επιστημονική ονομασία του είδους είναι Gallinago gallinago και περιλαμβάνει 2 υποείδη. [2][3]

Στην Ελλάδα απαντά το υποείδος G. g. gallinago (Linnaeus, 1758). [4]

Τάση παγκόσμιου πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Καθοδική ↓ [5]

Ονοματολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επιστημονική ονομασία του γένους, Gallinago, έχει ρίζα την λατινική λέξη gallina «όρνιθα, κότα» < gallus «μικρός κόκορας, πετεινάρι» + -ago «παρόμοιος (με)», πιθανόν λόγω του πιτσιλωτού πτερώματος, του διακεκομμένου βαδίσματος ή της φωνής του πτηνού, που μοιάζουν με της όρνιθας. [6][7] Η συγκεκριμένη ερμηνεία δημιουργεί δυσκολία στην -μονολεκτική- απόδοση του όρου στην ελληνική γλώσσα (η πλησιέστερη απόδοση «ορνιθόμορφος» έχει χρησιμοποιηθεί στην απόδοση της τάξης Galliformes). Ως εκ τούτου, χρησιμοποιείται ο όρος σκολοπακίς, κατ’ αναλογίαν με το συγγενικό γένος της μπεκάτσας (Scolopax), αλλά δεν παύει να είναι απολύτως τεχνητός.

Η συγκεκριμένη αναφορά είναι η βάση και για την ελληνική λαϊκή ονομασία, με έμφαση στο -μικρότερο- μέγεθος του πτηνού, σε σχέση με την μπεκάτσα, αν και τα δύο είδη καταλαμβάνουν διαφορετικά οικοσυστήματα.

Η αγγλική ονομασία του πτηνού είναι [common] snipe, με ρίζα την παλιά Σκανδιναβική -snipa από το myrisnipa «μπεκατσίνι του βάλτου» (14ος αιώνας), ίσως κοινός όρος στις γερμανικές γλώσσες (πρβλ. sneppa, Snippe, snepfa, Schnepfe, κ.ο.κ). Η παλιά αγγλική ονομασία ήταν snite, αβέβαιης προέλευσης. [8]

Συστηματική ταξινομική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το είδος περιγράφηκε από τον Λινναίο ως Scolopax Gallinago (Σουηδία, 1758), στο έργο του Systema Naturae. [9] Tο γένος Gallinago είχε εισαχθεί από τον Γάλλο ζωολόγο Μ. Μπρισόν (Mathurin Jacques Brisson (1723-1806), ήδη από το 1760. Συνδέεται στενά με το αμερικανικό είδος Gallinago delicata, το οποίο, μέχρι πρόσφατα ήταν υποείδος του Gallinago gallinago. Όμως, υπήρχαν μορφολογικές διαφορές (αριθμός πηδαλιωδών φτερών, πτέρυγες, κ.α.) και, προτάθηκε ο διαχωρισμός των δύο taxa, παρόλο που αρκετοί ερευνητές έχουν εκφράσει την διαφωνία τους. [10][11]

Γεωγραφική εξάπλωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Tο είδος εμφανίζει ευρεία κατανομή σε όλο τον Παλαιό Κόσμο (οικοζώνες: Παλαιαρκτική, Αφροτροπική, Ινδομαλαισιανή, ως πλήρως μεταναστευτικό πτηνό, εκτός από μερικές ευρωπαϊκές θέσεις όπου είναι επιδημητικό.

Στην Ευρώπη, ή ζώνη κατανομής είναι αρκετά πυκνή, ιδιαίτερα στις βόρειες χώρες (Ηνωμένο Βασίλειο, Ισλανδία και Σκανδιναβία) εκτεινόμενη από τις ακτές του Ατλαντικού στα δυτικά μέχρι την ευρωπαϊκή Ρωσία στα ανατολικά, και από τον Αρκτικό Κύκλο στα βόρεια (70° γεωγραφικό πλάτος, περίπου), μέχρι τις μεσογειακές χώρες στα νότια. Πιο αραιή είναι η κατανομή σε περιοχές της Ιβηρικής και της Ν. Γαλλίας, στις Άλπεις, την Κ. και Ν. Ιταλία και στα Βαλκάνια (πλην της Ελλάδας). Σε όλη την ήπειρο, το είδος απαντά σε όλες τις μορφές μετακίνησης.

Η Ασία αποτελεί την σημαντικότερη καλοκαιρινή αναπαραγωγική επικράτεια του είδους, σε ευρύτατη και πολύ πυκνή ζώνη κατανομής, η οποία περιλαμβάνει όλη την Σιβηρία, ακόμη και στα μεγάλα γεωγραφικά πλάτη (μέχρι 74° στην Χερσόνησο Ταϊμίρ) , ανατολικά μέχρι την Καμτσάτκα. Τα νότια της ηπείρου αποτελούν σημαντικότατη επικράτεια διαχείμαση, που εκτείνεται μέχρι την Σρι Λάνκα, την Σιγκαπούρη, την Βόρνεο και τις Φιλιππίνες.

Η Αφρική, τέλος, αποτελεί αποκλειστική επικράτεια διαχείμασης σε δύο, διακριτές μεταξύ τους, ζώνες: η μία βρίσκεται στις βόρειες παραμεσόγειες περιοχές και η -ευρύτερη- δεύτερη σε όλη την Κ. Αφρική, κατά πλάτος των χωρών βόρεια και νότια του ισημερινού, μέχρι το ύψος της Ζάμπια στο νότο. [12]

Αρ. Υποείδος Περιοχές αναπαραγωγής (επιδημητικό ή/και καλοκαιρινός επισκέπτης) Περιοχές μετακίνησης ή/και διαχείμασης Σημειώσεις
1 Gallinago gallinago faeroeensis Ισλανδία, Φερόες, Όρκνεϊ και Σέτλαντ Βρετανικά Νησιά Πιο σκούρο από το 2, με στενότερες ρίγες στην ράχη, που κάνουν μικρότερη αντίθεση με το υπόλοιπο πτέρωμα. [13]
2 Gallinago gallinago gallinago Ηνωμένο Βασίλειο και όλη η Ευρώπη, πλην των περιοχών αναπαραγωγής του 1, Ασία μέχρι Καμτσάτκα και Αλεούτιες νήσοι, νότια μέχρι ΒΑ Αφγανιστάν και Β Ινδία Δ Ευρώπη, Μεσογειακές χώρες Ευρώπης και Αφρικής, νότια μέχρι Ζάμπια, Μέση Ανατολή, Αραβία, ινδική υποήπειρο, Α Κίνα, Ν Κορέα, Ν Ιαπωνία, Φιλιππίνες και Βόρνεο

Πηγές: [14] [15] [16] (σημ. με έντονα γράμματα το υποείδος που απαντά στον ελλαδικό χώρο)

Μεταναστευτική συμπεριφορά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το μπεκατσίνι είναι πλήρως πλήρως μεταναστευτικό πτηνό, σε όλες τις σημαντικές αναπαραγωγικές επικράτειες του φάσματος κατανομής του, εκτός από τις παράκτιες, δυτικοευρωπαΊκές χώρες, όπου απαντά ως μερικώς μεταναστευτικό είδος. Μόνον μικροί αριθμοί διαχειμάζουν στην Ισλανδία, τις Φερόες, την Δ. Νορβηγία, τη Δανία και τη Δ. Γερμανία και αυτοί στις χρονιές με ήπιες καιρικές συνθήκες. Η μεγάλη γκάμα των πληθυσμών του Παλαιού Κόσμου διαχειμάζει από τα βρετανικά νησιά και τις Κάτω Χώρες, νότια προς Ιβηρική και Μαγκρέμπ και, από εκεί, προς τα ανατολικά μέσω της λεκάνης της Μεσογείου, την Μέση Ανατολή και τη νότια Ασία. Επίσης, μεγάλοι αριθμοί πληθυσμών διαχειμάζουν στην Αφρική νοτίως της Σαχάρας. Οι καταγραφές ατόμων στις οάσεις και στο Σαχέλ, υποδεικνύουν μετανάστευση σε ευρύ μέτωπο πάνω από την Σαχάρα. [17]

Το φθινοπωρινό πέρασμα των πληθυσμών της Φιννοσκανδιναβίας ξεκινά από τον Ιούλιο, με αιχμή τον Σεπτέμβριο-Οκτώβριο στη Δανία και Ολλανδία. Η άφιξη σε όλες τις περιοχές διαχείμασης έχει ολοκληρωθεί το Νοέμβριο. Η εαρινή μετανάστευση ξεκινά τον Μάρτιο (ίσως Φεβρουαρίου στην Ιβηρική), με τους τόπους αναπαραγωγής να έχουν καταληφθεί τον Απρίλιο-Μάιο. [18]

Τυχαίοι, περιπλανώμενοι επισκέπτες έχουν αναφερθεί μεταξύ άλλων από το Πράσινο Ακρωτήριο, τις Βόρειες Μαριάνες, τις Σεϋχέλλες και τα Σβάλμπαρντ. [19]

  • Στην Ελλάδα, το μπεκατσίνι απαντά ως διαχειμάζον και διαβατικό πτηνό σε όλη την επικράτεια, τόσο στα ηπειρωτικά όσο και στα μεγάλα νησιά. Υπάρχει μικρός διαβατικός πληθυσμός από τα μέσα Αυγούστου μέχρι τις αρχές Οκτωβρίου αργότερα, όμως, αυτός αναμιγνύεται με τον κύριο όγκο των εισερχομένων μεταναστευτικών πληθυσμών. Πιο έκδηλη είναι η εαρινή διάβαση από τη χώρα, η οποία διαρκεί από τα μέσα Μαρτίου μέχρι τις αρχές του Μάη, με κορύφωση από τα τέλη Μαρτίου μέχρι τα μέσα Απριλίου. [20][21][22] Από την Κρήτη αναφέρεται ως χειμερινός επισκέπτης, [23] και από την Κύπρο ως διαβατικό πτηνό. [24] (βλ. και Κατάσταση στην Ελλάδα).

Βιότοπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναπαραγωγική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το μπεκατσίνι αναπαράγεται σε ανοικτές ελώδεις περιοχές με γλυκά ή υφάλμυρα νερά και με πλούσια βλάστηση, ή σε ελώδεις παρυφές λιμνών και ποταμών, υγρά λιβάδια με αποξηραμένα αγρωστώδη, βαλτώδη λιβάδια, στα έλη και δάση της τούνδρας, ακόμη και στις βορειότερες παρυφές της τάιγκας. Σε γενικές γραμμές, χρειάζεται ενδιαιτήματα που παρέχουν συνδυασμό κάλυψης από γρασίδι και υγρών εδαφών πλούσιων σε οργανική ύλη. [25]

Μη αναπαραγωγική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκτός αναπαραγωγικής περιόδου, το είδος καταλαμβάνει, γενικά, παρόμοια ενδιαιτήματα, αλλά με μεγαλύτερη χρήση τεχνητών οικοτόπων, όπως είναι τα αγροκτήματα αρδευόμενα με δίκτυο αποχέτευσης και οι ορυζώνες, [26] μικροί ταμιευτήρες νερού και χαντάκια. [27] Σε συνθήκες παγετού μπορεί να μετακινηθεί προς τις ακτές. [28]

Στο Ηνωμένο Βασίλειο η στατιστική ανάλυση των 5 πρώτων προτιμητέων οικοσυστημάτων, δίνει κατά σειράν τα εξής αποτελέσματα: Λίμνες, Άδενδρα έλη, Όξινοι Τυρφώνες, Ακαλλιέργητες Λιβαδικές Εκτάσεις και Ερεικώνες. [29]

  • Στην Ελλάδα, το μπεκατσίνι απαντά τον χειμώνα σε υγρά λιβάδια και έλη, πλημμυρισμένα χωράφια, και υγρούς λειμώνες, ιδιαίτερα σε μερικώς πλημμυρισμένες βαμβακοκαλλιέργειες και ορυζώνες. Προτιμάει τα γλυκά και υφάλμυρα ύδατα, αλλά μπορεί να συχνάζει και σε αλατούχα έλη. [30]

Μορφολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενήλικα μπεκατσίνια (υποείδος G. g. faeroeensis)

Το μπεκατσίνι είναι μέσου μεγέθους καλοβατικό πτηνό, με πολύ μακρύ ράμφος σε σχέση με το σώμα του [31] και λευκή κοιλιά. Όπως όλα τα μέλη της οικογένειας (Scolopacidae), διαθέτει πτέρωμα «παραλλαγής» (cryptic camouflage) για να κρύβεται από τους διώκτες του, με την άνω επιφάνεια του σώματος στα χρώματα «της γης», συνήθως σκούρο ή κοκκινο-καφέ, με σκουρόχρωμες ραβδώσεις. Πάντως, το πτέρωμα ποικίλλει σε μοτίβα και χρωματισμούς, μάλιστα, απαντούν και μελανιστικές μορφές.

Το στέμμα του κεφαλιού είναι μαύρο με ενδιάμεση, επιμήκη καφεκίτρινη λωρίδα. Οι πτέρυγες είναι μάλλον γωνιώδεις παρά στρογγυλεμένες, στοιχείο που διαφοροποιεί -πέραν του μεγέθους- το μπεκατσίνι από την συγγενική [μπεκάτσα]], όταν τα δύο είδη καταλαμβάνουν παρόμοια οικοσυστήματα. [32] Έχουν σκούρο καφέ χρώμα, με λευκές άκρες στα δευτερεύοντα ερετικά φτερά, που σχηματίζουν χαρακτηριστική λευκή γραμμή οριοθέτησης στην άκρη της πτέρυγας. Η οφθαλμική λωρίδα είναι μαυριδερή και περιβάλλεται από λεπτές, λευκές ζώνες πάνω και κάτω. Η ίριδα είναι καστανή, οι ταρσοί και τα πόδια είναι γκριζοπράσινοι και το ράμφος σκούρο καφέ με κοκκινωπή βάση.

Τα φύλα είναι παρόμοια, χωρίς εποχικές διαφοροποιήσεις στο πτέρωμα, ενώ τα νεαρά άτομα είναι πολύ δύσκολο να διακριθούν από τους ενήλικες. [33]

Βιομετρικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μήκος σώματος (μαζί με το ράμφος): (23-) 25 έως 27 (-28) εκατοστά
  • Άνοιγμα πτερύγων: (39-) 44 έως 45 (-47) εκατοστά
  • Μήκος χορδής πτέρυγας: 12,9 – 14,2 εκατοστά (σε δείγμα Ν=754 ατόμων στο Ηνωμένο Βασίλειο)]
  • Μήκος ράμφους: 5,5 έως 7 εκατοστά, περίπου
  • Μήκος ουράς: 5,0 έως 6,5 εκατοστά
  • Βάρος: 91 – 129 γραμμάρια (Ν= 643)

[34] (Πηγές: [35][36][37][38][39][40][41][42][43][44][45][46][47])

Τροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα μπεκατσίνια τρέφονται με ενήλικα έντομα και τις προνύμφες τους (ποσοστό 10-80% [48]), γαιοσκώληκες, μικρά καρκινοειδή, μικρά γαστερόποδα και αράχνες. Φυτικές ίνες και σπέρματα καταναλώνονται σε μικρότερες ποσότητες. Όπως και πολλά άλλα καλοβατικά πτηνά, αναζητούν την τροφή τους με κάθετες, ρυθμικές βυθίσεις του ράμφους στο μαλακό υπόστρωμα, συχνά χωρίς να το αποσπούν καν από το έδαφος. Η αναζήτηση τροφής γίνεται ανά μικρές ομάδες, κυρίως, αργά το ηλιοβασίλεμα. [49]

Τα μπεκατσίνια αναζητούν την τροφή τους βυθίζοντας το ράμφος τους πολύ βαθιά στο μαλακό έδαφος

Ηθολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όπως πολλά καλοβατικά πτηνά, τα μπεκατσίνια με το χαρακτηριστικό, κρυπτικό πτέρωμά τους, είναι πολύ καλά καμουφλαρισμένα. Η θέση των οφθαλμών σττο κεφάλι (πολύ ψηλά) τούς επιτρέπει να έχουν πανοραμική όραση, μεγαλύτερη των 180° και να εποπτεύουν διεξοδικά τον περιβάλλοντα χώρο. [50] Συνήθως, είναι απόμακρα στην συμπεριφορά τους, αποκρυπτόμενα ακίνητα στο έδαφος και την βλάστηση και, μόνον όταν κάποιος «εισβολέας» πλησιάσει κοντά αποφασίσουν να μετακινηθούν. Αυτό γίνεται, συνήθως, με πολύ απότομο «ξεπέταγμα» από το σημείο κάλυψης, που συνοδεύεται από χαρακτηριστική, στριγγή κραυγή και «ζιγκ-ζαγκ» πτήση για να προκαλείται σύγχυση στους επίδοξους θηρευτές.

Εκτός αναπαραγωγικής περιόδου, τα μπεκατσίνια συναθροίζονται σε αρκετά μεγάλα, χαλαρά σμήνη. [51]

Φωνή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα μπεκατσίνια παράγουν διάφορους ήχους, ο πλέον «ιδιόμορφος» από τους οποίους δημιουργείται από τα ανοιγμένα, σε σχήμα βεντάλιας, φτερά της ουράς κατά τις πτήσεις ερωτοτροπίας και αποκαλείται drumming. [52] Αυτός ο «απόκοσμος» ήχος είναι δύσκολο να περιγραφεί, αλλά οι βορειοευρωπαϊκοί λαοί τον έχουν παρομοιάσει –περιέργως- με το «βέλασμα» (bleating) [53] μιας κατσίκας, γι’ αυτό και σε αρκετές από αυτές τις χώρες, το μπεκατσίνι αποκαλείται flying goat, heaven's ram, heather-bleater, ή στα φινλανδικά, taivaanvuohi, «κατσίκα του ουρανού». [54]

Επίσης, όταν αιφνιδιάζονται από κάποιον εισβολέα, αρθρώνουν χαρακτηριστικό, στριγγό ήχο και απογειώνονται ταχύτατα. Τέλος, η πιο συνηθισμένη φωνή τους είναι ένα πολυ-επαναλαμβανόμενο «σφύριγμα».

Αναπαραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα αρσενικά καταφθάνουν στις θέσεις φωλιάσματος, μέχρι και 14 ημέρες πριν από τα θηλυκά και είναι έντονα εδαφικά. Τα τελετουργικά ερωτοτροπίας περιλαμβάνουν κυκλικές πτήσεις (80-120μ.) πάνω από το έδαφοςδιαδοχικές, μικρές εναέριες «καταδύσεις» 45°, κατά τις οποίες παράγεται χαρακτηριστικός ήχος από τα φτερά της ουράς (βλ. Φωνή). Όταν τα θηλυκά καταφθάνουν συνευρίσκονται, αρχικά, με πολλά αρσενικά, αργότερα όμως παραμένουν με το «κυρίαρχο» αρσενικό, σε στενό δεσμό ο οποίος επικυρώνεται μετά την επιλογή της φωλιάς και την ωοτοκία.

Η περίοδος αναπαραγωγής ξεκινάει στις αρχές Απριλίου, πιο σπάνια τον Μάρτιο, και μπορεί να παραταθεί μέχρι τα τέλη Ιουνίου, ανάλογα με το γεωγραφικό πλάτος. Η ωοτοκία πραγματοποιείται άπαξ σε κάθε περίοδο φωλιάσματος, σπανιότερα δύο φορές. Στις περιοχές αναπαραγωγής (βλ. Βιότοπος), η φωλιά βρίσκεται πάνω στο έδαφος και δεν είναι παρά μια κοιλότητα επιστρωμένη με λίγο γρασίδι. Υπάρχει κάλυψη κάτω από έναν θάμνο ή την τοπική βλάστηση, και, σπάνια, βρίσκεται εκτεθειμένη σε κοινή θέα. [55]

Το κρυπτικό πτέρωμα «παραλλαγής» των μπεκατσινιών, τα βοηθάει να παραμένουν δυσδιάκριτα μέσα στην βλάστηση

Η γέννα αποτελείται από (3-) 4 οβάλ ή απιδιόσχημα αβγά, διαστάσεων 39,3 Χ 28,6 χιλιοστών και βάρους 16,5 γραμμαρίων, εκ των οποίων ποσοστό 5% είναι κέλυφος. [56] Η επώαση αρχίζει, συνήθως, μετά την εναπόθεση του τελευταίου ή προ-τελευταίου αβγού, πραγματοποιείται μόνον από το θηλυκό και διαρκεί 18 έως 20 ημέρες, περίπου. [57] [58] Το αρσενικό, όταν το θηλυκό επωάζει, μπορεί να ζευγαρώσει με άλλα θηλυκά, μέχρις ότου εκκολαφθούν οι νεοσσοί, οπότε επιστρέφει στην φωλιά. [59]

Οι νεοσσοί είναι φωλεόφυγοι (precocial) και εγκαταλείπουν την φωλιά αμέσως μόλις στεγνώσει το χνούδι τους. Επιτηρούνται και από τους δύο γονείς, λαμβάνοντας τροφή, αρχικά, από το ράμφος τους. Η πτέρωσή τους πραγματοποιείται στις 19 έως 20 ημέρες, περίπου. [60] [61] Η σεξουαλική ωριμότητα επιτυγχάνεται στα 1-2 έτη. [62]

Κατάσταση πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρόλο που το είδος έχει ευρύ φάσμα κατανομής, η τάση των πληθυσμών του είναι, γενικά, καθοδική, λόγω της καταστροφής και αλλαγής χρήσης των ενδιαιτημάτων του. [63] Πάντως, δεν κινδυνεύει σε παγκόσμιο επίπεδο και η IUCN το κατατάσσει στα Ελαχίστης Ανησυχίας (LC). [64]

Τους μεγαλύτερους καταγεγραμμένους αναπαραγωγικούς πληθυσμούς στην Ευρώπη, διαθέτουν η Ρωσία, η Ισλανδία, η Σουηδία, η Νορβηγία και η Φινλανδία. [65]

Κατάσταση στην Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το μπεκατσίνι, είναι από τα πιο κοινά και διαδεδομένα χαραδριόμορφα της χώρας, τον χειμώνα σε όλα τα ηπειρωτικά και στα περισσότερα μεγάλα νησιά, τόσο ως διαχειμάζον είδος, όσο και ως διαβατικό. Υπό κανονικές χειμερινές συνθήκες, τα μπεκατσίνια συναθροίζονται κατά σμήνη στους μεγάλους υγροτόπους, αλλά σε κακές καιρικές συνθήκες οι αριθμοί τους επηρεάζονται αρνητικά. Ωστόσο, οι πληθυσμοί τους υφίστανται μεγάλη πίεση, καθώς είναι από τα «αγαπημένα» θηράματα των κυνηγών. [66]

Άλλες ονομασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Μπεκατσίνι απαντά στον ελλαδικό χώρο και με τις ονομασίες: Βαλτομπεκάτσα, Ζουρλορουκέτα, Καψοράχη (Αιτωλοακαρνανία), Μπεκανότο (Επτάνησα), Μπεκατσόνι, Σακατζής και Σακατζίδα (Βοιωτία), Τζιγάτος (Καλαμάτα), [67] Μικροσκολοπακίδα [68] και Πικατσόνι. [69]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

i. ^  Για την συγκεκριμένη απόδοση, βλ. Ονοματολογία.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Howard and Moore, p. 139
  2. Howard and Moore, p.140
  3. http://www.itis.gov/servlet/SingleRpt/SingleRpt?search_topic=TSN&search_value=176700
  4. Howard and Moore, p. 140
  5. http://www.iucnredlist.org/details/full/22693097/0
  6. http://www.hbw.com/species/common-snipe-gallinago-gallinago
  7. Jobling
  8. http://www.etymonline.com/index.php?term=snipe
  9. Linnaeus
  10. Leader
  11. Reid
  12. http://maps.iucnredlist.org/map.html?id=22693097
  13. planetofbirds.com
  14. Howard and Moore, p. 140
  15. http://maps.iucnredlist.org/map.html?id=22693097
  16. http://ibc.lynxeds.com/species/common-snipe-gallinago-gallinago
  17. planetofbirds.com
  18. planetofbirds.com
  19. http://www.iucnredlist.org/details/full/ 22693097/0
  20. Handrinos & Akriotis, p. 174
  21. Όντρια (Ι), σ. 112
  22. RDB, σ. 154
  23. Σφήκας, σ. 46
  24. Σφήκας, σ. 54
  25. planetofbirds.com
  26. planetofbirds.com
  27. Singer, p. 199
  28. Colston & Burton, p. 154
  29. http://blx1.bto.org/birdfacts/results/bob5190.htm
  30. Handrinos & Akriotis, p. 174
  31. Heinzel et al, p. 152
  32. Bruun, p. 118
  33. http://www.ibercajalav.net
  34. http://blx1.bto.org/birdfacts/results/bob5190.htm
  35. Grimmett et al, p. 100
  36. Avon & Tilford, p.47
  37. Harrison & Greensmith, p. 144
  38. Mullarney et al, p. 160
  39. Flegg, p. 120
  40. Heinzel et al, p. 152
  41. Perrins, p. 118
  42. Bruun, p. 118
  43. Όντρια, σ. 112
  44. Scott & Forrest, p. 92
  45. Singer, p. 199
  46. http://www.ibercajalav.net
  47. Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα
  48. http://ibc.lynxeds.com/species/common-snipe-gallinago-gallinago
  49. planetofbirds.com
  50. Harrison & Greensmith, p. 144
  51. Bruun, p. 118
  52. Bruun, p. 118
  53. Mullarney et al, p. 160
  54. One or more of the preceding sentences incorporates text from a publication now in the public domain: Chisholm, Hugh, ed. (1911). "Snipe". Encyclopædia Britannica (11th ed.). Cambridge University Press.
  55. Harrison, p. 163
  56. http://blx1.bto.org/birdfacts/results/bob5190.htm
  57. Harrison, p. 163
  58. Perrins, p. 118
  59. Colston & Burton, p. 155
  60. Harrison, p. 163
  61. Perrins, p. 118
  62. Colston & Burton, p. 155
  63. Singer, p. 199
  64. http://www.iucnredlist.org/details/22693097/0
  65. http://www.birdlife.org/datazone/userfiles/file/Species/BirdsInEuropeII/BiE2004Sp31051.pdf
  66. Handrinos & Akriotis, p. 174
  67. Απαλοδήμος, σ. 43
  68. Όντρια (Ι), σ. 112
  69. http://avibase.bsc-eoc.org/

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • IUCN. 2012. IUCN Red List of Threatened Species (ver. 2012.1). Available at:http://www.iucnredlist.org. (Accessed: August 2015).
  • Wetlands International. 2014. Waterbird Population Estimates. Available at:wpe.wetlands.org.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
Wikispecies logo
Τα Βικιείδη έχουν πληροφορίες για το θέμα:
  • Howard and Moore, Checklist of the Birds of the World, 2003.
  • Bertel Bruun, Birds of Britain and Europe, Hamlyn 1980.
  • Bob Scott and Don Forrest, The Birdwatcher’s Key, Frederick Warne & Co, 1979
  • Christopher Perrins, Birds of Britain and Europe, Collins 1987.
  • Colin Harrison & Alan Greensmith, Birds of the World, Eyewitness Handbooks, London 1993
  • Colin Harrison, Nests, Eggs and Nestlings Of British and European Birds, Collins, 1988.
  • Dennis Avon and Tony Tilford, Birds of Britain and Europe, a Guide in Photographs, Blandford 1989
  • Detlef Singer, Field Guide to Birds of Britain and Northern Europe, The Crowood Press, Swindon 1988
  • Gray, Mary Taylor The Guide to Colorado Birds, Westcliffe Publishers, 1998
  • Hermann Heinzel, RSR Fitter & John Parslow, Birds of Britain and Europe with North Africa and Middle East, Collins, 1995
  • Jim Flegg, Field Guide to the Birds of Britain and Europe, New Holland, London 1990
  • Killian Mullarney, Lars Svensson, Dan Zetterström, Peter J. Grant, Τα Πουλιά της Ελλάδας Της Κύπρου και της Ευρώπης, ΕΟΕ, 2007
  • Killian Mullarney, Lars Svensson, Dan Zetterström, Peter J. Grant, Τα Πουλιά της Ελλάδας Της Κύπρου και της Ευρώπης, Collins
  • Enticott Jim and David Tipling: Photographic Handbook of the Seabirds of the World, New Holland, 1998
  • Peter Colston and Philip Burton, Waders of Britain and Europe, Hodder & Stoughton, 1988
  • Rob Hume, RSPB Complete Birds of Britain and Europe DK, 2002
  • Handrinos & Akriotis, The Birds of Greece, Helm 1997
  • R. Grimmett, C. Inskipp, T. Inskipp, Birds of Nepal, Helm 2000
  • Γιώργος Σφήκας, Πουλιά και Θηλαστικά της Κρήτης, Ευσταθιάδης, 1989
  • Γιώργος Σφήκας, Πουλιά και Θηλαστικά της Κύπρου, Ευσταθιάδης, 1991
  • Πάπυρος Λαρούς, εκδ. 1963 (ΠΛ)
  • Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα, εκδ. 1996 (ΠΛΜ)
  • Ιωάννη Όντρια (I), Πανίδα της Ελλάδας, τόμος Πτηνά.
  • Ιωάννη Όντρια (II), Συστηματική Ζωολογία, τεύχος 3.
  • Ντίνου Απαλοδήμου, Λεξικό των ονομάτων των πουλιών της Ελλάδας, 1988.
  • Σημαντικές Περιοχές για τα Πουλιά της Ελλάδας (ΣΠΕΕ), ΕΟΕ 1994
  • «Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλουμένων Σπονδυλοζώων της Ελλάδας» (RDB), Αθήνα 1992
  • Χανδρινός Γιώργος (Ι), «Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλουμένων Σπονδυλοζώων της Ελλάδας»
  • Ιωάννου Χατζημηνά, Επίτομος Φυσιολογία, εκδ. Γρ. Παρισιάνου, Αθήνα 1979
  • Βασίλη Κλεισούρα, Εργοφυσιολογία, εκδ. Συμμετρία, Αθήνα 1990
  • Γεωργίου Δ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα 2002
  • Jobling, J. 1991. A dictionary of scientific bird names. University Press, Oxford.
  • Valpy, Francis Edward Jackson, An Etymological Dictionary of the Latin Language
  • Linnaeus, Carolus (1758). Systema naturae per regna tria naturae, secundum classes, ordines, genera, species, cum characteribus, differentiis, synonymis, locis. Tomus I. Editio decima, reformata (in Latin). Holmiae (Laurentii Salvii).