Μουσική House

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η μουσική «house» (χάουζ) είναι είδος ηλεκτρονικής χορευτικής μουσικής, που χαρακτηρίζεται από έναν επαναλαμβανόμενο ρυθμό «φορ-ον-δε-φλορ» (όπως στην ντίσκο) και συνήθως τέμπο 120 έως 130 κτύπους ανά λεπτό.[1] Δημιουργήθηκε από DJs και μουσικούς παραγωγούς από την «υπόγεια» κουλτούρα των κλαμπ του Σικάγου τη δεκαετία του 1980, καθώς DJs άρχισαν να τροποποιούν τραγούδια της ντίσκο για να τους προσδώσουν ένα πιο μηχανικό μπητ και βαθύτερα μπάσα.[2]

Το είδος είχε ως πρωτοπόρους DJs και παραγωγούς κυρίως από το Σικάγο και τη Νέα Υόρκη, όπως τους Φράνκι Νακλς (Frankie Knuckles), Λάρυ Λεβάν (Larry Levan), Ρον Χάρντυ, Τζέσι Σώντερς (Jesse Saunders), Τσιπ Ε. (Chip E.), Στηβ «Σιλκ» Χάρλεϋ (Steve "Silk" Hurley), Μίστερ Λη, Φάρλεϋ «Τζακμάστερ» Φανκ (Farley "Jackmaster" Funk), Μάρσαλ Τζέφερσον, οι Phuture και άλλοι. Από τις απαρχές του στον κόσμο των κλαμπ και τοπικών ραδιοσταθμών του Σικάγου, η μουσική χάουζ διαδόθηκε διεθνώς στο Λονδίνο και μετά σε άλλες αμερικανικές πόλεις, όπως η Νέα Υόρκη και το Ντιτρόιτ, προτού γίνει ένα παγκόσμιο φαινόμενο.

Η μουσική χάουζ άσκησε μεγάλη επίδραση στην ποπ, ιδίως στη χορευτική μουσική. Ενσωματώθηκε από μείζονες ερμηνευτές και ερμηνεύτριες της ποπ, όπως οι Τζάνετ Τζάκσον, Μαντόνα και Κάιλι Μινόγκ, αλλά έδωσε και μερικές μεγάλες επιτυχίες από μόνη της, όπως τα τραγούδια «French Kiss» του Λιλ Λούις (1989), «Show Me Love» της Ρόμπιν Σ. (Robin S., 1992) και «Push the Feeling On» των Nightcrawlers (1992/1995). Πολλοί παραγωγοί της χάουζ έκαναν επίσης, και συνεχίζουν να κάνουν, ρεμίξ για καλλιτέχνες της ποπ. Μέχρι σήμερα η μουσική χάουζ παραμένει δημοφιλής στο ραδιόφωνο και σε κλαμπ, ενώ διατηρεί ένα προπύργιο στον κόσμο του αντεργκράουντ παγκοσμίως.

Χαρακτηριστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην τυπικότερη μορφή του, αυτό το είδος μουσικής διακρίνεται από επαναλαμβανόμενους ρυθμούς 4/4, που περιλαμβάνουν μπάσα τύμπανα, πιατίνια, ταμπούρα και/ή ήχους των χεριών, σε τέμπο μεταξύ 120 και 130 κτύπους ανά λεπτό, ρεφρέν του συνθεσάιζερ, χαμηλές νότες στο κράτημα του ρυθμού και συχνά, αλλά όχι απαραιτήτως, φωνητικά που μπορεί να είναι πεζά, τραγουδιστά ή δειγματικά. Στη χάουζ το μπάσο τύμπανο ακούγεται στην πρώτη και την τρίτη νότα του ρυθμικού μέτρου (μπητ), ενώ το ταμπούρο ή άλλα κρουστά σε υψηλότερες οκτάβες ακούγονται στη δεύτερη και την τέταρτη (τελευταία) νότα. Οι ήχοι των τυμπάνων στη μουσική χάουζ προέρχονται σχεδόν πάντοτε από ηλεκτρονικό μηχάνημα, συχνά ένα Roland TR-808, TR-909 ή TR-707. Τα άλλα κρουστά προσθέτουν δευτερεύοντες ρυθμούς syncopation. Ένα από τα χαρακτηριστικά ρεφρέν του ρυθμού, ιδίως στην πρώιμη χάουζ (του Σικάγου), είναι ενσωματωμένο στο ρυθμικό μοτίβο του κλάβε. Στα όργανα μπορούν να προστεθούν κόνγκα και μπόνγκο για πιο αφρικανικό ήχο, ή μεταλλικά κρουστά για μια αίσθηση λάτιν.

Η δομή των τραγουδιών της χάουζ — των «τρακς» ή «κομματιών», όπως αποκαλούνται συνήθως — περιλαμβάνει τυπικά μια εισαγωγή, ένα χορωδιακό τμήμα, διάφορα μέρη με στίχους, ένα μέσο τμήμα και σύντομο επίλογο. Μερικά κομμάτια δεν έχουν στίχους, ή παίρνουν το χορωδιακό τμήμα και το επαναλαμβάνουν. Συχνά βασίζονται σε επαναλαμβανόμενα τμήματα eight-bar. Συχνά επίσης δομούνται γύρω από μπάσους κύκλους ή ρυθμούς που παράγονται από συνθεσάιζερ, ή/και με βάση δείγματα ντίσκο, σόουλ, τζαζ-φανκ ή φανκ τραγουδιών. Οι DJs και παραγωγοί που δημιουργούν ένα τρακ της χάουζ για παίξιμο σε κλαμπ μοντάρουν μια μίξη επτά ή οκτώ λεπτών, ενώ για μετάδοση από το ραδιόφωνο μια εκδοχή τριάμισυ λεπτών. Αντίθετα με τη μουσική Trance, που είναι σχεδιασμένη να αυξάνει σταδιακά την ένταση, τα κομμάτια της χάουζ αναφέρονται ως «πιο σταθερά» και βασιζόμενα περισσότερο στο «παιχνίδισμα με τα τμήματά τους και τη μεταφορά τους από το προσκήνιο στο παρασκήνιο και αντιστρόφως» με υποδόριο τρόπο. Κτίζονται αργά, με την προσθήκη στρωμάτων ήχου και δομής και με την αύξηση της εντάσεως του ήχου.

Κάποιες φορές οι ήχοι των τυμπάνων ρυθμίζονται να είναι «κορεσμένοι» με μείωση των τάσεων, προκειμένου να δημιουργείται μια πιο «επιθετική» χροιά. Μια κλασική ποικιλία ή υποείδος της χάουζ, η acid house, χαρακτηρίζεται από τους ήχους «πλατσουρίσματος» που δημιουργεί το μοντέλο συνθεσάιζερ Roland TB-303. Η χάουζ μπορούσε να παραχθεί με «φθηνό και φιλικό προς τον χρήστη ηλεκτρονικό εξοπλισμό» και μεταχειρισμένα όργανα, πράγμα που καθιστούσε ευκολότερη τη δημιουργία κομματιών από ανεξάρτητους παραγωγούς και DJs. Τα ηλεκτρονικά μηχανήματα που παράγουν τους ήχους των τυμπάνων, όπως και άλλος εξοπλισμός που χρησιμοποιούν οι παραγωγοί και DJs της χάουζ θεωρούνταν παλαιότερα ότι «ακούγονταν υπερβολικά φτηνά» από τους «καθαυτό» μουσικούς. Οι παραγωγοί της χάουζ χρησιμοποιούν συνήθως όργανα από διάφορες πηγές, αντί να πηγαίνουν τους μουσικούς σε ένα στούντιο ηχογραφήσεων. Παρά το ότι ένα στοιχείο-κλειδί της παραγωγής της χάουζ είναι οι περισσότερες «στρώσεις» ήχων, όπως αυτές των ηλεκτρονικών τυμπάνων, των μπάσων των συνθεσάιζερ, κλπ, η συνολική υφή είναι σχετικώς λιτή. Αντίθετα με τα τραγούδια της ποπ, που δίνουν έμφαση στους υψηλότερης συχνότητας ήχους, αυτούς της μελωδίας, στη μουσική χάουζ οι χαμηλότερες συχνότητες είναι οι πιο σημαντικές.

Τα κομμάτια της χάουζ μπορεί να έχουν φωνητικά παρόμοια με ενός τραγουδιού της ποπ, αλλά μερικά περιέχουν μόνο μινιμαλιστική ορχηστρική μουσική, καθώς τα φωνητικά δεν απαιτούνται στο είδος της χάουζ. Αν αυτά είναι παρόντα σε ένα κομμάτι, οι στίχοι τους μπορεί να είναι επαναλαμβανόμενες λέξεις ή μικρές φράσεις.

Πρόδρομοι και επιδράσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μία από τις βασικές επιδράσεις της χάουζ υπήρξε η ντίσκο. Η μουσική χάουζ έχει προσδιορισθεί ως ένα είδος που «έπιασε το νήμα από εκεί που το άφησε η ντίσκο λίγο πριν το 1980». Οι DJs της χάουζ, όπως κι εκείνοι της ντίσκο, χρησιμοποίησαν ένα «αργό μιξάρισμα» προκειμένου να «συνδέσουν μεταξύ τους δίσκους» σε μια μίξη. Στην κουλτούρα των «μετα-ντίσκο» κλαμπ στις αρχές της δεκαετίας του 1980, κάποιοι DJs έκαναν τα κομμάτια τους «λιγότερο προσανατολισμένα προς την ποπ», με ένα πιο μηχανιστικό, επαναληπτικό μπητ και βαθύτερα μπάσα ρυθμού. Επίσης, πολλά κομμάτια άρχισαν να γίνονται χωρίς φωνητικά, ή με φωνητικές μελωδίες χωρίς λέξεις. Η ντίσκο είχε γίνει τόσο δημοφιλής μέχρι το 1979, ώστε οι εταιρείες δίσκων πίεζαν ακόμα και μη-ντίσκο μουσικούς (όπως π.χ. μπάντες R&B) να παράγουν τραγούδια ντίσκο. Αλλά όταν η μόδα στράφηκε από αντίδραση κατά της ντίσκο (βλ. «Νύχτα κατεδάφισης της ντίσκο» στο Σικάγο), η παραγωγή χορευτικής μουσικής άρχισε να μεταφέρεται από τα στούντιο των μεγάλων εταιρειών στους DJs των αντεργκράουντ κλαμπ.

Μολονότι η ντίσκο συνδεόταν με πλουσιότερη ενορχήστρωση, με έγχορδα και μέτρα πνευστών, διάφορα τραγούδια της ενσωμάτωναν ήχους από συνθεσάιζερ και ηλεκτρονικούς ήχους τυμπάνων, ενώ κάποιες συνθέσεις ήταν εντελώς ηλεκτρονικές˙ παραδείγματα αποτελούν παραγωγές του Ιταλού συνθέτη Τζιόρτζιο Μόροντερ στα τέλη της δεκαετίας του 1970, όπως η επιτυχία της Ντόνα Σάμερ «I Feel Love» (1977), το «Supernature» του Cerrone (1977), οι παραγωγές συνθ-ντίσκο-ποπ των Yellow Magic Orchestra στα άλμπουμ Yellow Magic Orchestra (1978) και Solid State Survivor (1979), καθώς και αρκετά κομμάτια από τις αρχές της επόμενης δεκαετίας, συγκροτημάτων της hi-NRG, όπως των Lime, Trans-X και Bobby O.

Εξίσου σημαντικές για την ανάπτυξη της χάουζ ήταν τεχνικές του ηχητικού μοντάζ και αναμίξεων που είχε εξερευνήσει νωρίτερα η ντίσκο, DJs της μη-ροκ garage music και της μετα-ντίσκο, παραγωγοί δίσκων και μηχανικοί ήχου όπως οι Walter Gibbons, Tom Moulton, Jim Burgess, M & M, και άλλοι.

Ενώ οι περισσότεροι DJs της μετα-ντίσκο παρέμειναν πιστοί στο να παίζουν τους συμβατικούς δίσκους τους χορευτικής μουσικής, οι Φράνκι Νακλς (Frankie Knuckles, 1955-2014) και Ρον Χάρντυ, δύο DJs που ασκούσαν μεγάλη επίδραση, ήταν γνωστοί για τις ασυνήθιστες επιλογές τους σε δίσκους και για το αντισυμβατικό τους μιξάρισμα. Ο Νακλς επηρεάστηκε από (και συνεργάστηκε με) τον DJ του κλαμπ «Paradise Garage» της Νέας Υόρκης Λάρυ Λεβάν (1954-1992). Ο Νακλς, που συχνά αναφέρεται ως «ο νονός της χάουζ», ήταν ο DJ του κλαμπ Warehouse από το 1977 to 1982 και εργάστηκε κυρίως στο πεδίο της πρώιμης ντίσκο με ίχνη μιας νέας, διακριτής μουσικής. Ο Νακλς ξεκίνησε ως DJ της ντίσκο, αλλά όταν μετακόμισε από τη Νέα Υόρκη στο Σικάγο, άλλαξε από το τυπικό στιλ της ντίσκο και άρχισε να ανακατεύει τραγούδια από διαφορετικούς δίσκους μαζί, όπως Philly soul, κομμάτια των κλαμπ της Νέας Υόρκης και Eurodisco. Πειραματίστηκε επίσης με την προσθήκη ηλεκτρονικών τυμπάνων, καθώς και μαγνητόφωνων reel-to-reel για τη δημιουργία νέων κομματιών, συχνά με ενισχυμένα μπάσα και ταχύτερο τέμπο.

Ο Ρον Χάρντυ δημιουργούσε αντισυμβατικές αυτοσχέδιες μαγνητοταινίες, τις οποίες έπαιζε κατόπιν απευθείας στο διάδοχο κλαμπ του Warehouse, το Music Box (που έλαβε αυτό το νέο όνομα το 1983, μετά την αποχώρηση του Νακλς). Ο Χάρντυ, όπως και ο Νακλς, συνδύαζε ορισμένους ήχους, ανακατεύοντας κομμάτια με πρόσθετα συνθεσάιζερ και ηλεκτρονικά τύμπανα, όλα «διαθλασμένα μέσα από τον φουτουριστικό φακό της ευρωπαϊκής μουσικής». Ο Μάρσαλ Τζέφερσον, που αργότερα θα εμφανιζόταν με το κλασικό κομμάτι της χάουζ «Move Your Body» (ή «The House Music Anthem», 1986), περιγράφει ως εξής το πώς γνώρισε τη μουσική χάουζ όταν άκουσε τη μουσική του Χάρντυ στο Music Box:

«Δεν ήμουν ούτε καν της χορευτικής μουσικής προτού πάω στο Music Box [...]. `Ημουνα ροκάς... Δε δίναμε δεκάρα, ήμασταν του κλίματος της «Νύχτας κατεδάφισης της ντίσκο». Μισούσα τη χορευτική μουσική γιατί δε μπορούσα να χορέψω. Νόμιζα ότι η μουσική αυτή ήταν για γιάπηδες, μέχρι που την άκουσα σε μια ένταση ήχου όπως αυτή του Music Box.»

Πρόδρομο της χάουζ θεωρείται το τραγούδι του Colonel Abrams «Trapped», στην παραγωγή του Ρίτσαρντ Τζέιμς Μπέρτζες το 1984, που αναφέρεται ως «τρακ της πρωτο-χάουζ» (proto-house track) και πρόδρομο της garage house.

Η Ρέιτσελ Κέιν (Rachel Cain), γνωστότερη ως «Screamin’ Rachael», συνιδρύτρια της με μεγάλη επίδραση δισκογραφικής εταιρείας της χάουζ «Trax Records», ήταν προηγουμένως ενταγμένη στην ανθούσα μουσική πανκ. Αναφέρει την industrial music (άλλο ένα είδος μουσικής που γεννήθηκε στο Σικάγο) και το μετα-πανκ κατάστημα δίσκων «Wax Trax! Records» (που αργότερα έγινε δισκογραφική εταιρεία) ως μια σημαντική σύνδεση των διαρκώς μεταβαλλόμενων αντεργκράουντ ήχων του Σικάγου.

Η ηλεκτρονική και μινιμαλιστική ενορχήστρωση του άλμπουμ του Ινδού μουσικού Charanjit Singh με τίτλο Synthesizing: Ten Ragas to a Disco Beat (1982), που περιέχει ινδικά ράγκα (μελωδικό πλαίσιο για αυτοσχεδιασμό, ένας «τρόπος», στην ινδική κλασική μουσική) εκτελεσμένα σε στιλ ντίσκο, αποτελεί πρόδρομο των ήχων της acid house, αλλά είναι άγνωστο αν είχε κάποια επίδραση στο είδος προτού ανακαλυφθεί στη Δύση τον 21ο αιώνα. Επίσης, σύμφωνα με τον Hillegonda C. Rietveld, «στοιχεία της ραπ μπορούν να βρεθούν σε τρακς της χάουζ της εποχής».

Το σταθερό μπάσο τύμπανο στη μουσική χάουζ μπορεί να πήγασε από τον πειραματισμό των DJs με την προσθήκη ηλεκτρονικών τυμπάνων στις ζωντανές μίξεις τους σε κλαμπ, πάνω στον ήχο των δίσκων που έπαιζαν.

Δεκαετία του 1980: Chicago house, acid house και deep house[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 οι ραδιοφωνικοί DJs του Σικάγο Hot Mix 5 του ραδιοφωνικού σταθμού WBMX (ανάμεσά τους ο Φάρλεϋ «Τζακμάστερ» Φανκ), καθώς και οι DJs Ρον Χάρντυ και Φράνκι Νακλς, έπαιζαν διάφορα στιλ χορευτικής μουσικής, όπως παλαιότερους δίσκους της ντίσκο, electro funk από μουσικούς όπως οι Afrika Bambaataa, νεότερη ιταλική ντίσκο, Arthur Baker, John Robie και ηλεκτρονική ποπ. Μερικοί DJs δημιουργούσαν και έπαιζαν δικές τους επιμέλειες των αγαπημένων τους τραγουδιών, και μερικές φορές ενσωμάτωναν ηλεκτρονικά εφέ, συνθεσάιζερ, ηλεκτρονικά τύμπανα και άλλους ρυθμικούς ηλεκτρονικούς ήχους οργάνων.

Το υπνωτιστικό χορευτικό τραγούδι της ηλεκτρονικής μουσικής «On and On», που λανσάρισε το 1984 ο DJ του Σικάγου Jesse Saunders (το έγραψε ο ίδιος μαζί με τον Βινς Λώρενς) περιείχε τυπικά στοιχεία του πρώιμου ήχου της χάουζ, όπως το μπάσο συνθεσάιζερ Roland TB-303 bass και ελάχιστα φωνητικά, καθώς και ηλεκτρονική μηχανή τυμπάνων Roland TR-808. Μεταχειριζόταν επίσης τις χαμηλές νότες στο κράτημα του ρυθμού από τον δίσκο «Space Invaders» του Player One (ντίσκο, 1979). Το κομμάτι «On and On» αναφέρεται μερικές φορές ως το πρώτο σινγκλ στην ιστορία της χάουζ, παρά το ότι αποτελεί ριμέικ ενός κομματιού του παραγωγού της Φλόριντα Mach. Και άλλα παραδείγματα της εποχής, όπως το «Music is the Key» (1985) του J.M. Silk (Στηβ Χάρλεϋ), έχουν επίσης αναφερθεί ως τα πρώτα κομμάτια της χάουζ.

Αρχίζοντας από το 1985 και το 1986, όλο και περισσότεροι DJs του Σικάγου άρχισαν να παράγουν και να κυκλοφορούν πρωτογενείς συνθέσεις. Αυτές μεταχειρίζονταν νέα ηλεκτρονικά όργανα και ενισχυμένα στιλ της ντίσκο και άλλης χορευτικής μουσικής. Αυτές οι «σπιτικές» παραγωγές παίζονταν σε ραδιοσταθμούς του Σικάγου και σε τοπικά κλαμπ όπου σύχναζαν Αφροαμερικανοί, Ισπανόφωνοι και ομοφυλόφιλοι. Το 1985 η χάουζ ενσωμάτωσε αυτές τις τοπικές ηχογραφήσεις. Σύντομα εμφανίστηκαν υποείδη της χάουζ, όπως η deep house και η acid house, και κέρδισαν ακροατήρια. Οι απαρχές της deep house μπορούν να ανιχνευθούν στον παραγωγό του Σικάγου Mr Fingers (Λάρυ Χερντ) και τα κάπως τζαζ και σόουλ κομμάτια του «Mystery of Love» (1985) και «Can You Feel It?» (1986). Σύμφωνα με τον συγγραφέα Richie Unterberger, αυτά «μεταγύρισαν τη χάουζ από τις μετα-ανθρώπινες τάσεις της στον πλούσιο», ήχο της πρώιμης ντίσκο, που περιείχε στοιχεία της σόουλ.

Η acid house, ένα πιο τραχύ και αφαιρετικό υποείδος, γεννήθηκε από τους πειραματισμούς των μουσικών του Σικάγου με τους ήχους του συνθεσάιζερ Roland TB-303. Ως απαρχές της στο βινύλιο αναφέρεται γενικώς το κομμάτι «Acid Tracks» των Phuture (Trax Records, 1987). Οι Phuture είναι ένα συγκρότημα που δημιουργήθηκε από τους Nathan Jones («DJ Pierre»), Earl «Spanky» Smith Jr. και Herbert Jackson, και πιστώνεται με την πρώτη χρήση του TB-303 στη χάουζ. Το δωδεκάλεπτο «Acid Tracks» ηχογραφήθηκε σε κασέτα και παίχθηκε από τον DJ Ρον Χάρντυ στο Music Box, είτε το 1985, είτε αργότερα. Κάποιο βράδυ ο Χάρντυ το έπαιξε 4 φορές, μέχρι που το κοινό του ανταποκρίθηκε.

Το άκουσμα σε κλαμπ του Σικάγου κομματιών της χάουζ από τους Ρον Χάρντυ, Λιλ Λούις και άλλους DJs, η διάθεση δίσκων της σε τοπικά δισκάδικα χορευτικής μουσικής, όπως τα Importes Etc., State Street Records, Loop Records, Gramaphone Records, αλλά και οι δημοφιλείς ραδιοφωνικές εκπομπές των Hot Mix 5 στον σταθμό WBMX στα FM, βοήθησαν στη διάδοση της χάουζ στο Σικάγο. Αργότερα το είδος υιοθετήθηκε από επισκέπτες DJs και παραγωγούς από το Ντιτρόιτ. Οι δισκογραφικές εταιρείες Trax Records και DJ International Records του Σικάγου βοήθησαν στη διάδοση της μουσικής χάουζ τόσο στο Σικάγο, όσο και πέρα από αυτό.

Η πρώτη μεγάλη επιτυχία της χάουζ έξω από τις ΗΠΑ θεωρείται ότι είναι το κομμάτι του Φάρλεϋ «Τζακμάστερ» Φανκ «Love Can’t Turn Around» (ερμηνευμένο από τον Ντάρυλ Πάντυ), το οποίο έφθασε στο νο. 10 των σινγκλ στη Μεγάλη Βρετανία το 1986. Την ίδια περίπου εποχή, βρετανικές δισκογραφικές εταιρείες άρχισαν να κυκλοφορούν μουσική χάουζ του Σικάγου, ωστόσο καθώς το είδος έγινε δημοφιλές, η ίδια η Μεγάλη Βρετανία έγινε ένα από τα νέα κέντρα της χάουζ, ιδίως της acid house, όπως και της μουσικής «τέκνο».

Η προέλευση του όρου «χάουζ»[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο βιβλίο του Rick Snoman με τίτλο The Dance Music Manual: Tools, Toys, and Techniques (β΄ έκδοση: Elsevier Press, Οξφόρδη 2009) αναφέρεται ότι η ονομασία «house music» προήλθε από ένα κλαμπ του Σικάγου ονόματι Warehouse, που υπήρχε από το 1977 έως το 1983. Το κοινό του ήταν κυρίως Αφροαμερικανοί, που έρχονταν για να χορέψουν τη μουσική που έπαιζε ο DJ Φράνκι Νακλς, τον οποίο οι φαν του αποκαλούσαν «νονό της χάουζ». Ο Νακλς άρχισε την τάση της δειγματοληψίας από διαφορετικούς δίσκους, όταν συνειδητοποίησε ότι οι δίσκοι που είχε δεν διέθεταν αρκετή διάρκεια ώστε να ικανοποιήσουν το χορευτικό του ακροατήριο. Μετά το κλείσιμο του Warehouse το 1983, οι οπαδοί του μεταπήδησαν στο νέο κλαμπ που πήγε ο Νακλς, το «The Power Plant», ενώ το παλαιό μετονομάστηκε σε «Music Box» με DJ τον Ρον Χάρντυ.

Στο ντοκιμαντέρ του Channel 4 Pump Up The Volume, ο Νακλς σχολιάζει ότι η πρώτη φορά που είδε ή άκουσε τον όρο «μουσική χάουζ» ήταν όταν είδε τη φράση «παίζουμε μουσική χάουζ» σε μια επιγραφή στο τζάμι ενός μπαρ στη Σάουθ Σάιντ του Σικάγου. Και ένας από τους συνεπιβάτες του στο αυτοκίνητο είπε: «ξέρεις, αυτό είναι το είδος μουσικής που παίζεις στο Warehouse!» Ο DJ του Σάουθ Σάιντ Leonard «Remix» Rroy, σε αυτοδημοσίευσή του ισχυρίζεται ότι είχε βάλει μια τέτοια επιγραφή στο τζάμι μιας ταβέρνας, επειδή εκεί έπαιζε μουσική που κάποιος ίσως να έβρισκε στο σπίτι του (house). Στην περίπτωσή του αναφερόταν στους δίσκους σόουλ και ντίσκο της μητέρας του, τους οποίους εισήγαγε στο πρόγραμμά του. Το παραπάνω ντοκιμαντέρ ασχολείται επίσης με το πώς η μουσική χάουζ ήταν κάτι που μπορούσε να δημιουργήσει ο καθένας. Κυρίως παρουσιάζει μερικούς από τους DJs του είδους και το πώς γνώρισαν αυτή τη μουσική. Ο Φάρλεϋ «Τζακμάστερ» Φανκ έχει γραφεί ότι είχε δηλώσει: «Το 1982 ήμουν DJ στο κλαμπ The Playground και υπήρχε εκείνο το παιδί που λεγόταν Leonard «Remix» Rroy και ήταν DJ σε ένα ανταγωνιστικό μας κλαμπ, το The Rink. Μια νύχτα ήρθε στο Playground, μπήκε μέσα στον θάλαμό μου του DJ και μού είπε πως είχε το διαφημιστικό τέχνασμα που θα έπαιρνε τους πελάτες μου και θα τους πήγαινε στο δικό του κλαμπ, και ότι το έλεγαν μουσική χάουζ. Τώρα, από πού βρήκε αυτό το όνομα ή τι τον έκανε να το σκεφθεί δεν ξέρω, οπότε μόνο εκείνος ξέρει την απάντηση.»

Η ηχογράφηση του «It's House» από τον Chip E. το 1985 ίσως επίσης να βοήθησε να ονομαστεί έτσι αυτή η νέα κατηγορία ηλεκτρονικής μουσικής. Ωστόσο, ο ίδιος ο Chip E. παραπέμπει στη σύνδεση με τον Νακλς, λέγοντας ότι η ονομασία προήλθε από τον τρόπο που ξεχώριζαν σε κατηγορίες τους δίσκους στο δισκάδικο «Importes Etc.», όπου εργαζόταν στις αρχές της δεκαετίας του 1980: οι δίσκοι που έπαιζε ο Νακλς ως DJ στο κλαμπ Warehouse έμπαιναν στο κατάστημα σε ένα κιβώτιο με την επιγραφή «όπως ακούγονται στο The Warehouse», που συντομεύθηκε σε ένα απλό «House». Αργότερα οι πελάτες ζητούσαν καινούργια μουσική για αυτό το κιβώτιο, κάτι που ο Chip E. υπονοεί πως ήταν μια ζήτηση στην οποία το δισκάδικο προσπάθησε να ανταποκριθεί κάνοντας στοκ από νέες επιτυχίες των τοπικών κλαμπ.

Σε μια συνέντευξη το 1986 ο Ρόκυ Τζόουνς, ο DJ που διεύθυνε τη μικρή δισκογραφική εταιρεία «D.J. International record», ρωτήθηκε σχετικά με το παρατσούκλι «χάουζ». Δεν ανέφερε στην απάντησή του τον Φράνκι Νακλς ή το «Warehouse» ονομαστικά, παρά συμφώνησε ότι το «χάουζ» ήταν ένας τοπικός γενικός όρος για τη χορευτική μουσική, και ότι ήταν κάποτε συνώνυμος με την παλαιότερη ντίσκο, προτού γίνει ένας τρόπος να αναφερόμαστε στη «νέα» χορευτική μουσική.

Ο παραγωγός Mr Fingers (Λάρυ Χερντ) ισχυρίζεται ότι ο όρος «χάουζ» προήλθε από DJs που δημιουργούσαν μουσική σε οικιακά στούντιο με χρήση φθηνών συνθεσάιζερ και ηλεκτρονικών τυμπάνων, όπως τα Roland TB-303, TR-808, και TR-909. Αυτά τα συνθεσάιζερ δημιούργησαν την acid house. Ο Χουάν Άτκινς, ένας από τους πρωτοπόρους της τέκνο του Ντιτρόιτ, ισχυρίζεται ότι ο όρος «χάουζ» υποδήλωνε τη σύνδεση συγκεκριμένων κομματιών με συγκεκριμένα κλαμπ και DJs, που τα θεωρούσαν «οικιακά» (house) κομμάτια τους.

Κοινωνικές και πολιτικές πλευρές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι στίχοι της πρώιμης μουσικής χάουζ περιείχαν θετικά, αισιόδοξα μηνύματα για όλους, αλλά απηχούσαν ιδιαίτερα σε όσους θεωρούνταν παρίες, όπως οι Αφροαμερικανοί, οι ισπανόφωνοι και τα μέλη της υποκουλτούρας των γκέι. Η σκηνή της χάουζ ήταν ένας από τους πλέον καταδεκτικούς χώρους στη δεκαετία του 1980, όπου πολλές διαφορετικές μειονοτικές ομάδες μπορούσαν να χορεύουν μαζί σε ένα θετικό περιβάλλον.

Οι DJs της χάουζ αποσκοπούσαν στη δημιουργία ενός «ονειρικού κόσμου συναισθημάτων» με λέξεις-κλειδιά και ήχους, κάτι που βοηθούσε στη «συγκόλληση» διαφορετικών μειονοτικών ομάδων. Πολλά τρακς της χάουζ ενθαρρύνουν τον ακροατή να «απελευθερωθεί», κάτι που ενθαρρύνεται με τον συνεχή χορό, το ακατάπαυστο μπητ και τη χρήση ουσιών των κλαμπ, που μπορούν να επάγουν μια κατάσταση «τρανς» σε όσους χορεύουν. Ο Φράνκι Νακλς είπε κάποτε ότι το κλαμπ «Warehouse» ήταν κάτι σαν «εκκλησιά για ανθρώπους που είχαν εκπέσει της χάρης του Θεού». Ο παραγωγός δίσκων της χάουζ Μάρσαλ Τζέφερσον τη συνέκρινε με τον παλιό αμερικανικό τρόπο του θρησκεύεσθαι (των Αφροαμερικανών) «στο ότι οι άνθρωποι απλώς χαίρονται και ουρλιάζουν», ενώ ο ρόλος ενός DJ της χάουζ έχει συγκριθεί με εκείνον ενός «λαϊκού τύπου ιερέα».

Μερικοί στίχοι της χάουζ περιείχαν μηνύματα που προέτρεπαν σε ισότητα, ενότητα και ελευθερία στην έκφραση πέρα από φυλετικές διαφορές. Ωστόσο, αρκετά κομμάτια της χάουζ δεν έχουν φωνητικά, ενώ σε πολλές άλλες περιπτώσεις τα φωνητικά δεν έχουν κάποιο νόημα, επειδή το σημαντικότερο στοιχείο της χάουζ ήταν και είναι ο ρυθμός. Αργότερα, μετά το 1990 και ξεχωριστά από τη σκηνή του Σικάγου, το ιδεώδες Ειρήνη-Αγάπη-Ενότητα-Σεβασμός (Peace, Love, Unity & Respect, PLUR) έγινε ένα ευρύ «μότο» αρχών για την κουλτούρα των ρέιβ πάρτι, που αναπτύχθηκε μέσα από τη χάουζ.

Ο χορός της χάουζ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τουλάχιστον τρεις τύποι χορού συνδέονται με τη μουσική χάουζ: το jacking, το footwork και το lofting. Αυτοί οι τύποι ενσωματώνουν ποικιλία τεχνικών και στιλ. Τα χορευτικά στιλ της χάουζ μπορεί να περιλαμβάνουν κινήσεις από πολλές άλλες μορφές χορού, όπως οι waacking, voguing, λάτιν και βραζιλιάνικους χορούς (ακόμα και κινήσεις της καποέιρα), τζαζ, Λίντυ Χοπ, ταπ, ακόμα και μοντέρνο «κλασικό» χορό. Ο χορός της χάουζ αφορά την αισθησιακότητα του σώματος και την απελευθέρωση που φέρνει η έκσταση — χωρίς τις έγνοιες εξωτερικών φραγμών.

Μεταξύ των βασικών στοιχείων του χορού της μουσικής χάουζ συγκαταλέγεται και το λεγόμενο «the jack» ή «jacking» — ένα στιλ που δημιουργήθηκε στις πρώτες ημέρες της χάουζ του Σικάγου και άφησε το ίχνος του σε πολλούς τίτλους δίσκων και κομματιών, όπως το «Time to Jack» του Chip E. από τον δίσκο Jack Trax (1985), το «Jack’n the House» του Φάρλεϋ «Τζακμάστερ» Φανκ (1985) και το «Jack Your Body» του Στηβ «Σιλκ» Χάρλεϋ (1986). Είναι μια κίνηση του κορμού με κυματιστό τρόπο εμπρός και πίσω, σε συγχρονισμό με τον ρυθμό της μουσικής, σαν να περνούσε από το σώμα ένα κύμα.

Οι τοπικές μουσικές χάουζ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ντιτρόιτ και τέκνο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο Ντιτρόιτ τη δεκαετία του 1980 άρχισε να εμφανίζεται ένα νέο είδος ηλεκτρονικής χορευτικής μουσικής, γύρω από τους Χουάν Άτκινς, Ντέρικ Μέυ (Derrick May) και Κέβιν Σώντερσον (Kevin Saunderson), γνωστοί ως οι «Τρεις του Μπέλβιλ» (Belleville Three). Αυτοί συγχώνευσαν εκλεκτικούς, φουτουριστικούς ήχους σε ένα χορευτικό μίγμα-«σήμα κατατεθέν» του Ντιτρόιτ, που στάθηκε βασική επίδραση για το μεταγενέστερο είδος της τέκνο. Η μουσική τους περιείχε ισχυρές επιδράσεις από τη χάουζ του Σικάγου, αν και ο όρος «χάουζ» είχε έναν λιγότερο σημαντικό ρόλο στο Ντιτρόιτ από όσο στο Σικάγο, οπότε καθιερώθηκε με τα χρόνια η ονομασία «τέκνο». Μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες τους ήταν ένα κομμάτι χάουζ του 1988 με φωνητικά, το «Big Fun» των Inner City, σε παραγωγή του Σώντερσον.

Μία άλλη σημαντική και ακόμη προγενέστερη επιρροή στους μουσικούς του Ντιτρόιτ ήταν η ηλεκτρονική μουσική στην παράδοση του γερμανικού συγκροτήματος Kraftwerk. Ο Άτκινς είχε κυκλοφορήσει ηλεκτρονική μουσική σε αυτό το στιλ με το γκρουπ του, τους Cybotron, ήδη από το 1981. Τα γνωστότερα τραγούδια των Cybotron είναι το «Cosmic Cars» (1982) και το «Clear» (1983). Μια κυκλοφορία του 1984 είχε τίτλο «Techno City». Το 1988 ο Άτκινς έκανε την παραγωγή του κομματιού «Techno Music», που φιλοξενήθηκε σε μια συλλογή που άσκησε μεγάλη επίδραση και είχε αρχικώς αποφασιστεί να έχει τίτλο «The House Sound of Detroit», αλλά τελικώς κυκλοφόρησε υπό τον τίτλο «Techno! The New Dance Sound of Detroit», εξαιτίας του προαναφερθέντος κομματιού του.

Το τραγούδι του 1987 «Strings of Life» του Ντέρικ Μέυ (υπό τον τίτλο «Rhythm Is Rhythm») αντιπροσώπευε μια πιο σκοτεινή και νοητική τάση της πρώιμης ηλεκτρονικής χορευτικής μουσικής του Ντιτρόιτ. Σήμερα θεωρείται ένα κλασικό κομμάτι τόσο της χάουζ, όσο και της τέκνο, και δείχνει τον σύνδεσμο όπως και το όριο ανάμεσα στη χάουζ και την τέκνο. Το διαδέχθηκε αυτό που έγινε γνωστό αργότερα ως «τέκνο» με τη διεθνώς γνωστή έννοια του όρου: έναν σκληρότερο, γρηγορότερου τέμπο, ψυχρότερο και μινιμαλιστικό ήχο από ό,τι η χάουζ, όπως παιζόταν από τους «Underground Resistance» του Ντιτρόιτ και τον Τζεφ Μιλς.

Ηνωμένο Βασίλειο: Acid house και η κουλτούρα ρέιβ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με τη μουσική χάουζ ήδη σημαντική τη δεκαετία του 1980 στον χορό των κλαμπ, τελικώς διείσδυσε στα βρετανικά τσαρτς της ποπ. Ο DJ του Λονδίνου «Evil» Eddie Richards γύριζε σε χορευτικά πάρτι ως DJ στο κλαμπ «Clink Street». Η προσέγγισή του στη χάουζ εστιαζόταν στις βαθιές χαμηλές νότες στο κράτημα του ρυθμού. Επονομασμένος «ο Βρετανός νονός της χάουζ», έπαιξε, μαζί με τους συναδέλφους του στο ίδιο κλαμπ Κιντ Μπάτσελορ και Mr. C (Ρίτσαρντ Γουέστ), έναν ρόλο-κλειδί στην πρώιμη χάουζ της Βρετανίας. Ωστόσο η πρώτη χρονικά ένταξη της χάουζ στα βρετανικά τσαρτς προήλθε από βορειότερα, από το Γουλβερχάμπτον (Wolverhampton), στον απόηχο της επιτυχίας της «βόρειας σόουλ». Ο δίσκος που αναφέρεται γενικώς ως η πρώτη επιτυχία της χάουζ στο Ηνωμένο Βασίλειο ήταν το «Love Can't Turn Around» του Φάρλεϋ «Τζακμάστερ» Φανκ, που έφθασε στο νο. 10 των σινγκλ τον Σεπτέμβριο του 1986. Τον Ιανουάριο του 1987 το προαναφερθέν «Jack Your Body» του Στηβ «Σιλκ» Χάρλεϋ έφθασε στο νο. 1 του Ηνωμένου Βασιλείου, δείχνοντας ότι ήταν δυνατό η χάουζ να επιτύχει στα τσαρτς της ποπ μουσικής. Τον ίδιο μήνα οι «Raze» μπήκαν στο τοπ 20 με το κομμάτι «Jack the Groove» και αρκετές άλλες επιτυχίες της χάουζ μπήκαν στο τοπ 10 την ίδια χρονιά. Οι Stock-Aitken-Waterman (SAW) προσέθεσαν, ως παραγωγοί π.χ. του νο. 1 χιτ «Respectable» των Mel & Kim, στοιχεία της χάουζ στον έως τότε Europop ήχο τους. Το γκρουπ των SAW «Mirage» σημείωσε επιτυχίες του τοπ 10 με τα «Jack Mix II» και «Jack Mix IV», ποτ-πουρί προηγούμενων επιτυχιών της ηλεκτρονικής και της Europop επανασυνδυασμένα στο στιλ της χάουζ. Δισκογραφικές εταιρείες που είχαν σημαντικό ρόλο στην άνοδο της χάουζ στη Μεγάλη Βρετανία ήταν μεταξύ άλλων οι εξής:

  • Jack Trax, με εξειδίκευση στην αγορά επιτυχιών των αμερικανικών κλαμπ για τη βρετανική αγορά (κυκλοφόρησε και μια επιδραστική σειρά άλμπουμ ανθολογίας).
  • Rhythm King, που δημιουργήθηκε ως εταιρεία δίσκων ραπ, αλλά κυκλοφόρησε και δίσκους της χάουζ.
  • Η σειρά «Club Records» της Jive Records.

Τον Μάρτιο του 1987 η περιοδεία στο Ηνωμένο Βασίλειο μεγάλων Αμερικανών DJs, όπως οι Νακλς, Τζέφερσον Φίνγκερς (Χερντ) και Άντονις, προώθησε τη δημοφιλία της χάουζ στη χώρα. Μετά την κατάκτηση του νο. 1 από το «Pump Up The Volume» τον Οκτώβριο, από το 1987 ως το 1989 βρετανικά γκρουπ όπως οι Beatmasters, οι Krush, οι Coldcut, η Yazz, ο Bomb The Bass, οι S-Express, και ένα ιταλικό, οι Black Box, άνοιξαν τις πόρτες στην επιτυχία της χάουζ στα βρετανικά τσαρτς. Η πρώιμη βρετανική χάουζ γρήγορα διαφοροποιήθηκε από τον αρχικό ήχο της χάουζ του Σικάγου. Πολλές από τις πρώτες επιτυχίες βασίζονταν σε ηχητικά μοντάζ δειγμάτων, ενώ αντίθετα από τα αμερικανικά φωνητικά, στη Βρετανία συχνά χρησιμοποιήθηκαν φωνητικά τύπου ραπ (πολύ περισσότερο από όσο στις ΗΠΑ), με το χιούμορ και τον έξυπνο στίχο να αποτελούν σημαντικό στοιχείο.

Το νο. 2 σε πωλήσεις σινγκλ του Ηνωμένου Βασιλείου το 1988 ήταν ένα κομμάτι της acid house, το «The Only Way Is Up» της Yazz. Το «Promised Land» του Τζο Σμουθ, ένας από τους πρώιμους «ύμνους» των κλαμπ της χάουζ, έγινε δίσκος και πήρε θέση στα τσαρτς μέσα σε μία εβδομάδα από το βρετανικό συγκρότημα «The Style Council». Οι Ευρωπαίοι αγκάλιασαν τη χάουζ και άρχισαν να προσκαλούν σημαντικούς Αμερικανούς DJs να παίζουν σε σημαντικά κλαμπ, όπως στο Ministry of Sound του Λονδίνου, του οποίου ο DJ Τζάστιν Μπέρκμαν έφερε τον πρωτοπόρο Λάρυ Λεβάν.

Τα κλαμπ της μουσικής χάουζ σε πόλεις όπως το Μπέρμιγχαμ, το Ληντς, το Σέφηλντ, το Γουλβερχάμπτον και το Λονδίνο τροφοδοτούνταν με χορευτικά κομμάτια από πολλούς πειρατικούς ραδιοσταθμούς. Οι DJs τους έφερναν επίσης και νέα στιλ της χάουζ, που βοήθησαν στην προαγωγή του είδους. Οι πρώτες βρετανικές δισκογραφικές εταιρείες χάουζ και τέκνο, όπως η Warp Records και η Network Records (γνωστή και ως Kool Kat Records) βοήθησαν στην εισαγωγή της αμερικανικής και αργότερα της ιταλικής χορευτικής μουσικής στη Βρετανία. Αυτές οι εταιρείες προήγαγαν και τα βρετανικά γκρουπ χορευτικής μουσικής. Στα τέλη της δεκαετίας του 1980 οι Βρετανοί DJs Jenö, Thomas, Markie και Garth μετανάστευσαν στο Σαν Φρανσίσκο και απεκάλεσαν το γκρουπ τους «Wicked Crew». Ο χορευτικός ήχος των Wicked Crew μετέφερε τις βρετανικές ιδιομορφίες της χάουζ στις ΗΠΑ, γεγονός που βοήθησε στη γένεση της κουλτούρας ρέιβ της Δυτικής Ακτής των ΗΠΑ.

Ο Τόνυ Γουίλσον, διευθυντής του κλαμπ «Factory» και συνιδιοκτήτης του «The Haçienda» στο Μάντσεστερ, προήγε επίσης την κουλτούρα της acid house στην εβδομαδιαία τηλεοπτική εκπομπή του. Η κεντρική Αγγλία μπήκε επίσης στη χάουζ στα τέλη της δεκαετίας, με παράνομα πάρτι, ρέιβ και μη, και νόμιμα χορευτικά κλαμπ, όπως το «The Hummingbird».

Το δεύτερο κύμα του Σικάγου: Hip house και ghetto house[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενώ η μόδα της acid house εκκολαπτόταν στη Μεγάλη Βρετανία και στην ηπειρωτική Ευρώπη, στο ίδιο το Σικάγο έφθασε στην αποκορύφωσή της περί το 1988 και κατόπιν η δημοφιλία της μειώθηκε κάπως. Στη θέση της αγαπήθηκε μια διασταύρωση της χάουζ με το χιπ-χοπ, γνωστή ως hip house. Το σινγκλ του Tyree Cooper «Turn Up the Bass» (1988) Υπήρξε ένα πρωτοποριακό άνοιγμα για αυτό το υποείδος, αν και το βρετανικό τρίο «Beatmasters» ισχυρίζεται ότι το επινόησε νωρίτερα, με το πρώτο τους σινγκλ, το «Rok da House» (1986). Μια άλλη αξιοσημείωτη μορφή της σκηνής της hip house μουσικής ήταν ο Fast Eddie με τα «Hip House» και «Yo Yo Get Funky!» (αμφότερα το 1988). Ακόμα και ο Φάρλεϋ «Τζακμάστερ» Φανκ ασχολήθηκε με αφοσίωση με τη hip house, κυκλοφορώντας το «Free at Last» το 1989 και παράγοντας τον δίσκο ανθολογίας «Real Hip House» με την εταιρεία του House Records το 1990.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 εμφανίστηκαν νέοι μουσικοί και παραγωγοί της χάουζ στο Σικάγο, όπως ο Αρμάντο (Armando Gallop, 1970-1996), που είχε κυκλοφορήσει δίσκους της acid house από το 1987, αλλά άσκησε μεγαλύτερη επίδραση αφότου συνίδρυσε το νέο κλαμπ «Warehouse» στο Σικάγο (στην οδό W. Randolph 738), όπου ήταν και ο DJ από το 1992 έως το 1994, και ίδρυσε την ομώνυμη εταιρεία «Warehouse Records» το 1988.

Μια άλλη σημαντική μορφή από τις αρχές μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1990 ήταν ο DJ και παραγωγός Πωλ Τζόνσον (Paul Leighton Johnson, γενν. 1971), που κυκλοφόρησε τον «ύμνο» του «Warehouse» με τίτλο «Welcome to the Warehouse» με την εταιρεία του Αρμάντο το 1994. Επίσης έλαβε μέρος στην ανάπτυξη ενός εντελώς νέου είδους της χάουζ του Σικάγου, της «ghetto house», η οποία κυκλοφόρησε πολύ και διαδόθηκε στο κοινό μέσα από την εταιρεία δίσκων «Dance Mania», που ίδρυσε ο Τζέσι Σώντερς το 1985 και πέρασε στον Ρέιμοντ Μπάρνυ το 1988. Σημαντικοί μουσικοί της ghetto house ήταν οι DJ Funk (Charles Chambers), DJ Deeon, DJ Milton, όπως και ο προαναφερθείς Πωλ Τζόνσον.

Μία πρωταρχική επίδραση του νέου ήχου της ghetto house της Dance Mania υπήρξε το σινγκλ «(It's Time for the) Perculator» (1992) του Cajmere, τραγουδιστή γνωστού και ως Green Velvet (πραγματικό όνομα Curtis Alan Jones, γενν. το 1968). Ο Cajmere ίδρυσε τις δικές του μικρές εταιρείες παραγωγής «Cajual Records» και «Relief Records», η δεύτερη από τις οποίες συνδύασε τον ήχο της σικαγοϊκής acid house και της ghetto house με τον σκληρότερο ήχο της τέκνο. Μέχρι το 1994 αξιοσημείωτοι μουσικοί σε αυτές τις δύο εταιρείες ήταν οι Dajae, DJ Sneak, Derrick Carter, DJ Rush, ο Πωλ Τζόνσον, ο Τζο Λιούις και ο Glenn Underground.

Νέα Υόρκη και Νιου Τζέρσεϋ: Garage house και ο «ήχος Jersey»[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενώ η χάουζ κυρίευε τη Βρετανία και την ηπειρωτική Ευρώπη, στις ΗΠΑ δεν είχε ακόμα διαδοθεί πέρα από έναν μικρό αριθμό κλαμπ του Σικάγου, του Ντιτρόιτ, της Νέας Υόρκης και του Νιούαρκ (Νιου Τζέρσεϊ). Στη Νέα Υόρκη και στο Νιούαρκ, οι όροι «garage house», «garage music» ή απλώς «garage» και «ήχος Jersey» ή «χάουζ του Νιου Τζέρσεϊ», επινοήθηκαν για ένα «βαθύτερο» υποείδος της μουσικής χάουζ, με περισσότερα στοιχεία της σόουλ και της R&B, που αναπτύχθηκε στο κλαμπ «Paradise Garage» της Νέας Υόρκης και στο κλαμπ «Zanzibar» του Νιούαρκ, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1980. Υποστηρίζεται ότι η garage house είναι προγενέστερη της χάουζ του Σικάγου, καθώς είναι πλησιέστερη στην ντίσκο. Καθώς η χάουζ του Σικάγου κέρδισε τη διεθνή φήμη, η μουσική σκηνή της Νέας Υόρκης και του Νιου Τζέρσεϊ ξέφυγε από την «ομπρέλα» του όρου «χάουζ».

Συγκρινόμενα με άλλες μορφές της χάουζ, η garage house και ο ήχος Jersey περιλαμβάνουν περισσότερα ρεφρέν πιάνου επηρεασμένα από την γκόσπελ και γυναικεία φωνητικά. Το είδος διαδόθηκε ευρύτερα στις ΗΠΑ και τη δεκαετία του 1990 και στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ανάμεσα στους DJs που το έπαιζαν ήταν ο Τόνυ Χάμφρις στο «Zanzibar», ο Λάρυ Λεβάν (ο DJ του «Paradise Garage» από το 1977 έως το 1987) και οι Τοντ Τέρυ, Κέρι Τσάντλερ, Masters at Work, Τζούνιορ Βάσκεζ και άλλοι.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, στην εταιρεία Nu Groove Records ξεκίνησαν οι σταδιοδρομίες των δίδυμων αδελφών Rheji και Rhano Burrell, γνωστών απλώς ως Burrell. Οι Burrell δημιούργησαν τον ήχο της χάουζ που αποκλήθηκε «New York Underground» και έβγαλαν πάνω από τριάντα δίσκους στην παραπάνω εταιρεία σε αυτό το υποείδος.

Η εμφάνιση του Νεοϋορκέζου DJ και παραγωγού Τοντ Τέρυ το 1988 σημάδεψε τη μετάβαση χωρίς άλματα από την επήρεια της αντεργκράουντ ντίσκο σε έναν νέο και εμπορικά επιτυχημένο ήχο της χάουζ. Η παραγωγή του «Weekend» των Class Action από τον Τέρυ δείχνει το πώς προσελκύστηκαν νεότερες επιδράσεις της ραπ.

Ιβίθα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μουσική χάουζ αναπτυσσόταν επίσης από DJs και παραγωγούς δίσκων στα χορευτικά κλαμπ που ανθούσαν στο ισπανικό νησί Ιβίθα ή Ίμπιζα των Βαλεαρίδων Νήσων. Αν και δεν έβγαλε μουσικούς της χάουζ, οι πειραματισμοί στην ανάμιξη και οι καινοτομίες που έγιναν από DJs εκεί άσκησαν επίδραση στο στιλ της Χάουζ. Στα μέσα της δεκαετίας του 1980 ήταν ήδη ανιχνεύσιμο ένα ξεχωριστό «βαλεαριδικό» μίγμα της χάουζ. Αρκετά κλαμπ του νησιού, όπως το «Amnesia» με τον DJ Αλφρέδο, έπαιζαν ένα μίγμα ροκ, ποπ, ντίσκο και χάουζ. Αυτά τα κλαμπ, ενισχυόμενα από την ξεχωριστή μουσική τους και τη μαζική κατανάλωση του ναρκωτικού Ecstasy (MDMA), άρχισαν να επιδρούν πάνω στη βρετανική σκηνή. Στα τέλη του 1987, DJs όπως οι Trevor Fung, Paul Oakenfold και Danny Rampling μετέφεραν τον ήχο της Ιβίθα σε καίρια κλαμπ της Αγγλίας, όπως το «Haçienda» του Μάντσεστερ. Επιδράσεις της σκηνής της Ιβίθα εξαπλώθηκαν και σε Λονδρέζους DJs, που εργάζονταν σε κλαμπ όπως τα Shoom, Heaven, Future και Spectrum.

Άλλες τοπικές σκηνές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, το DJ-ινγκ και η παραγωγή της χάουζ είχαν εξαπλωθεί στη Δυτικής Ακτή των ΗΠΑ, ιδίως στο Σαν Φρανσίσκο, το Όκλαντ, το Λος Άντζέλες, το Φρέσνο, το Σαν Ντιέγκο και το Σιάτλ. Στο Λος Άντζέλες υπήρξε μια έκρηξη των αντεργκράουντ ρέιβ, όπου οι DJs ανακάτευαν χορευτικά κομμάτια, όπως οι DJs Marques Wyatt και Μπίλυ Λονγκ στο «Jewel’s Catch One». Το 1989 ο τραγουδιστής Ρόμπερτ Οζν ξεκίνησε τη δική του μικρή δισκογραφική εταιρεία της χάουζ «One Voice Records». Αυτή κυκλοφόρησε το ρεμίξ από τον Μάικ «Χίτμαν» Γουίλσον του «Haunted House» του Οζν (που ηχογραφεί με το ψευδώνυμο DaDa NaDa), κομμάτι το οποίο παίχθηκε σε ραδιοσταθμούς του Σικάγου, του Ντιτρόιτ και της Νέας Υόρκης, καθώς και στο Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γαλλία. Ο δίσκος έφθασε στο νο. 5 του τσαρτ των Κλαμπ στο περιοδικό Billboard, κάτι που τον κατέστησε τον πρώτο δίσκο της χάουζ από λευκό καλλιτέχνη που έφθασε στο τσαρτ των ΗΠΑ. Οι πρώτες κυκλοφορίες του DaDa NaDa το 1990 είχαν ένα στιλ deep house βασισμένο στην τζαζ. Το ρεμίξ από τον Νακλς και τον Ντέιβιντ Μοράλες του «Deep Love» του DaDa NaDa, με την αισθαντική φωνή του Οζν και τα αυτοσχεδιαστικά σόλο τρομπέτας με σουρντίνα, υπογράμμισαν τη μετεξέλιξη της deep house σε ένα είδος που ενσωμάτωνε την τραγουδιστική παράδοση της τζαζ και της ποπ (αντίθετα από την acid house και την τέκνο). Το κλαμπ «The Twilight Zone» (1980-1989) στο Τορόντο ήταν το πρώτο νυκτερινό κλαμπ που φιλοξενούσε τακτικά DJs από τη Νέα Υόρκη και το Σικάγο, οι οποίοι έπαιξαν πρώτοι μουσική χάουζ στον Καναδά. Αυτή η αίθουσα έμελλε να γίνει ο πρώτος διεθνής προορισμός τόσο για τον Φράνκι Νακλς, όσο και για τον Ντέιβιντ Μοράλες. Ο ένας από τους ιδιοκτήτες του κλαμπ, ο Τόνυ Ασούν, πραγματοποιούσε τακτικά ταξίδια στη Νέα Υόρκη προκειμένου να αγοράσει δίσκους της φανκ, της αντεργκράουντ ντίσκο και της χάουζ, για να τους παίξει στην τακτική του ώρα κάθε Σαββατόβραδο.

Η δεκαετία του 1990[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη Βρετανία περαιτέρω πειραματισμοί στο είδος έδωσαν ώθηση στην ελκυστικότητά του. Κλαμπ χάουζ και ρέιβ, όπως τα «Lakota» και «Cream», ξεπρόβαλαν σε αρκετές βρετανικές πόλεις, φιλοξενώντας εκδηλώσεις χάουζ και χορού. Εκεί αναπτύχθηκε η έννοια του «chilling out» με το νέο υποείδος της «ambient house» και τους σχετικούς δίσκους, όπως οι «Chill Out» (το τρίτο άλμπουμ των «The KLF») και «Analogue Bubblebath» (του Aphex Twin, ψευδώνυμο του Ρίτσαρντ Ντέιβιντ Τζέιμς). Στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1990 ξεκίνησε η αλυσίδα σούπερ-κλαμπ «Godskitchen», με κίνητρο την άνθηση των ρέιβ. Μετά από μερικές «βραδιές» στο Κέμπριτζ και στο Νορθάμπτον, οι εκδηλώσεις τους κλιμακώθηκαν στη Sanctuary Music Arena κοντά στο Λονδίνο, στο Μπέρμιγχαμ και στο Ληντς. Μια ανεξάρτητη χορευτική «σκηνή» ξεπρόβαλε επίσης την ίδια δεκαετία. Στη Νέα Υόρκη συγκροτήματα όπως οι Deee-Lite επεξέτειναν τη διεθνή επιρροή της χάουζ. Δύο ξεχωριστά κομμάτια αυτής της περιόδου ήταν το «Little Fluffy Clouds» των «The Orb» (με φωνητικά της Ρίκι Λη Τζόουνς) και το «Wrote for Luck» («WFL» ή «Bummed») των «Happy Mondays», που μεταμορφώθηκε σε χορευτική επιτυχία από τον Βινς Κλαρκ.

Στην Αγγλία, ένα από τα λίγα αδειοδοτημένα για όλη τη νύχτα κλαμπ ήταν το «The Eclipse» στο Κόβεντρυ, που προσέλκυε κοινό από όλη τη χώρα, καθώς ήταν ανοικτό μέχρι το ξημέρωμα. Εξαιτίας της απουσίας νόμιμων αιθουσών χορευτικών εκδηλώσεων, οι προαγωγοί της χάουζ άρχισαν να διοργανώνουν παράνομες εκδηλώσεις σε αχρησιμοποίητες αποθήκες, υπόστεγα αεροπλάνων και στην εξοχή. Η νομοθετική πράξη «Public Order Act» του 1994 ήταν μια προσπάθεια του κράτους να απαγορεύσει τις μεγάλες εκδηλώσεις ρέιβ όπου «ακουγόταν μουσική με επαναλαμβανόμενα μπητ», εξαιτίας των υπαινιγμών της αστυνομίας ότι αυτές οι εκδηλώσεις συνδέονταν με παράνομες ουσίες των κλαμπ. Τότε έγιναν μερικές διαδηλώσεις από οπαδούς του κινήματος ρέιβ και της ηλεκτρονικής χορευτικής μουσικής γενικότερα. Η χορευτική βράδια της κολεκτίβας «Spiral Tribe» στο Κασλ-Μόρτεν ήταν το τελευταίο τέτοιο ιβέντ, καθώς το παραπάνω νομοσχέδιο έγινε νόμος τον Νοέμβριο του 1994 και κατέστησε τις χορευτικές εκδηλώσεις μουσικής χάουζ χωρίς άδεια παράνομες σε όλο το Ηνωμένο Βασίλειο. Παρά τον νέο νόμο, η μουσική συνέχισε να εξαπλώνεται και να εξελίσσεται, όπως αποδεικνύει η μετέπειτα πορεία του σινγκλ «Release the Pressure» (1992) του ντουέτου «Leftfield», που εισήγαγε νταμπ και ρέγκε στον ήχο της χάουζ.

Μια νέα γενιά από κλαμπ, όπως το «Cream» του Λίβερπουλ και το «Ministry of Sound», άνοιξαν για να παρέχουν έναν τόπο για εμπορικότερους ήχους χάουζ. Μεγάλες εταιρείες δίσκων άρχισαν να λειτουργούν «σούπερ-κλαμπ», προάγοντας τα δικά τους γκρουπ. Αυτά τα κλαμπ έκαναν συμφωνίες με σπόνσορες, αρχικώς με αλυσίδες φαστ-φουντ, εταιρείες αναψυκτικών και ρουχισμού. Ακόμα ένα νέο υποείδος της χάουζ, η «hard house» του Σικάγου, αναπτύχθηκε από DJs που είναι ενεργοί ακόμα και σήμερα, όπως οι Bad Boy Bill, DJ Lynnwood, DJ Irene και Richard «Humpty» Vission, με την ανάμιξη στοιχείων της χάουζ του Σικάγου, της φανκ και άλλων. Επιπλέον, παραγωγοί όπως οι Τζωρτζ Σεντένο, Ντάρεν Ραμίρες και Μάρτιν Ο. Κάιρο ανέπτυξαν τον ήχο της hard house του Λος Άντζελες, ενώ ταυτοχρόνως γεννιόταν η «βρετανική hard house» (UK hard house) στο Λονδίνο. Παρόμοια με τη γκάμπερ (gabber) ή τη χάρντκορ τέκνο της Ολλανδίας, αυτές οι τελευταίες συνδέθηκαν με την «εξεγερτική» υποκουλτούρα των αντεργκράουντ κλαμπ της εποχής. Οι τρεις παραπάνω παραγωγοί του Λος Άντζελες εισήγαγαν νέες προσεγγίσεις και ήχους στην παραγωγή στα τέλη του 20ού αιώνα, που έγιναν πιο γνωστές και χρησιμοποιήθηκαν ευρύτερα κατά την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα.

Τα τελευταία χρόνια του αιώνα, Γάλλοι DJ/παραγωγοί όπως οι Daft Punk, Bob Sinclar, Stardust, Cassius (Zdar και Boombass), St. Germain και DJ Falcon άρχισαν να παράγουν έναν νέο ήχο σε κλαμπ στο Παρίσι. Μαζί έβαλαν τα θεμέλια για αυτό που θα γινόταν γνωστό ως το κίνημα της γαλλικής χάουζ. Συνδύασαν τη φιλοσοφία της χάουζ του Σικάγου με τη μελωδικότητα άγνωστων σχεδόν δίσκων της φανκ. Επίσης, με τη χρήση σύγχρονων τεχνικών ψηφιακής παραγωγής συνδυασμένη με τον ρετρό ήχο αναλογικών συνθεσάιζερ της «παλιάς σχολής», δημιούργησαν έναν νέο ήχο και στιλ, που επηρέασε τη μουσική χάουζ σε όλο τον κόσμο.

Η δεκαετία του 2000[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο δήμαρχος του Σικάγου Ρίτσαρντ Μ. Ντάλυ ανακήρυξε τη 10η Αυγούστου 2005 «House Unity Day» στην πόλη, ως εορτασμό της «21ης επετείου της μουσικής χάουζ» (στην πραγματικότητα ήταν η 21η επέτειος της ιδρύσεως στο Σικάγο της ανεξάρτητης δισκογραφικής εταιρείας της χάουζ «Trax Records»). Η ενέργεια του δημάρχου διαφήμιζε το Σικάγο ως την αρχική πατρίδα της μουσικής χάουζ και ότι «οι δημιουργοί της εμπνεύσθηκαν από την αγάπη που είχαν για την πόλη τους, με το όνειρο ότι κάποια μέρα η μουσική τους θα διέδιδε ένα μήνυμα ειρήνης και ενότητας σε όλο τον κόσμο». DJs όπως οι Φράνκι Νακλς, Μάρσαλ Τζέφερσον, Πωλ Τζόνσον και Μίκυ Όλιβερ εόρτασαν την ανακήρυξη στη «Summer Dance Series», μια εκδήλωση που οργάνωσε το Τμήμα Πολιτιστικών του δήμου.

Τη δεκαετία 2000-2009 εδραιώθηκε η χάουζ με φωνητικά, τόσο στην αντεργκράουντ σκηνή, όσο και στην αγορά της ποπ. Εταιρείες όπως οι Defected Records, Roulé και Om στάθηκαν στην πρώτη γραμμή της υιοθετήσεως του νέου ήχου. Στα μέσα της δεκαετίας, ξεπρόβαλαν κάποιες διασταυρώσεις ειδών, όπως η «electro house» και η «fidget house» Αυτά τα υβρίδια καλλιεργήθηκαν από μουσικούς όπως οι Dennis Ferrer και το γερμανικό ντουέτο «Booka Shade», με το ύφος παραγωγής του Ferrer να έχει εξελιχθεί από την, επηρεασμένη από τη σόουλ, χάουζ της Νέας Υόρκης και των «Booka Shade» από τις ρίζες τους στην τέκνο. Πολλές τακτικές εκδηλώσεις με ζωντανή μουσική αφιερωμένες στη χάουζ θεσμοθετήθηκαν αυτή τη δεκαετία, όπως το τετραήμερο Μουσικό Φεστιβάλ Shambhala και το επταήμερο Winter Music Conference του Μαϊάμι. Το είδος κέρδισε δημοτικότητα ακόμα και από εκδηλώσεις όπως τα φεστιβάλ Creamfields. Προς τα τέλη της δεκαετίας, η χάουζ είδε ανανέωση των επιτυχιών της στα τσαρτς χάρη σε σχήματα και πρόσωπα όπως οι Daft Punk, ο Deadmau5, ο Fedde Le Grand, ο David Guetta και ο Calvin Harris.

Η δεκαετία του 2010[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τη δεκαετία του 2010 αναπτύχθηκαν πολλοί νέοι ήχοι στον χώρο της χάουζ μουσικής. Η Σουηδία πρωτοπόρησε στη δημιουργία του υποείδους της «[Festival] progressive house» με την εμφάνιση των Sebastian Ingrosso, Axwell (πραγματικό όνομα Axel Christofer Hedfors) και Steve Angello (Στέφεν Άντζελο Γιόζεφσον Φραγκόγιαννης). Και οι τρεις αυτοί καλλιτέχνες είχαν σόλο καριέρες, αλλά όταν σχημάτισαν μαζί το συγκρότημα «Swedish House Mafia», απέδειξαν ότι η χάουζ μπορούσε ακόμα να δίνει κορυφαίες σε πωλήσεις επιτυχίες, όπως το σινγκλ τους «Don’t You Worry Child» (2012), που έφθασε στο τοπ 10 του Billboard. Ο Avicii ήταν Σουηδός λευκός DJ/καλλιτέχνης γνωστός για επιτυχίες όπως τα «Hey Brother», «Addicted to You», «The Days», «The Nights», «Levels», «Waiting for Love», «Without You» και το «I Could Be the One» με τον Νίκυ Ρομέρο. Ο επίσης Σουηδός συνάδελφός του Alesso συνεργάσθηκε με τους Κάλβιν Χάρις, Usher και David Guetta. Στη Γαλλία, το ντουέτο «Justice» ενσωμάτωσε επιρροές garage και εναλλακτικού ροκ στα κομμάτια του της χάουζ με «ενέσεις» ποπ, δημιουργώντας έναν ογκώδη και «φάνκι» ήχο. Ο Αμερικανός Skrillex, που ανδρώθηκε στον χώρο του εναλλακτικού ροκ, ενσωμάτωσε τη ντάμπστεπ και την ποπ στη βρετανικού τύπου χάουζ μουσική του.

Τη δεκαετία του 2010 στη Βρετανία και στις ΗΠΑ πολλές εταιρείες δίσκων παρέμειναν πιστές στον αρχικό ήχο της χάουζ, της δεκαετίας του 1980. Μερικές από αυτές ήταν οι Dynamic Music, Defected Records, Dirtybird, Fuse London, Exploited, Pampa, Cajual Records, Hot Creations, Get Physical και Pets Recordings.

Η Ολλανδία «συναρμολόγησε» τον όρο «Dirty Dutch» για ένα υποείδος της electro house που χαρακτηρίζεται από διαβρωτικά» συνθεσάιζερ και πιο «σκοτεινά» αρπέτζιο, με εξέχοντες εκπροσώπους του DJs τους Chuckie, Hardwell, Laidback Luke, Afrojack, R3hab, Bingo Players, Quintino και Alvaro. Σε άλλες χώρες, υποείδη-υβρίδια που παράχθηκαν από την progressive house της προηγούμενης δεκαετίας, ιδιαιτέρως με τη βοήθεια των DJs/μουσικών Κάλβιν Χάρις, Eric Prydz, Mat Zo, Above & Beyond και Fonzerelli.

Ο DJ/παραγωγός Diplo από το Μισισίπι μπόρεσε να συγχωνεύσει αντεργκράουντ ήχους με ένα στιλ μέινστριμ. Προερχόμενος από τον Νότο των ΗΠΑ, ο Diplo διασταύρωσε τη χάουζ με τη ραπ και τη χορευτική ποπ, ενώ επιπλέον ενσωμάτωσε λιγότερο γνωστούς ήχους του Νότου. Κάποιοι άλλοι Βορειοαμερικανοί που έπαιζαν χάουζ αυτή τη δεκαετία ήταν ο Καναδός Deadmau5 (γνωστός για την ασυνήθιστη μάσκα του και το μοναδικό μουσικό του ύφος) και οι Kaskade, Steve Aoki, Porter Robinson και Wolfgang Gartner. Η αυξανόμενη δημοτικότητα τέτοιων μουσικών οδήγησε στην εμφάνιση ήχων της electro house και της progressive house στη γενική ελαφρά μουσική, με προσαρμογές π.χ. του «Sunshine» και του «In The Air».

Το 2010 εμφανίστηκε ένα υποείδος που έγινε γνωστό ως «big room house» και από τότε η δημοφιλία του αυξανόταν συνεχώς, χάρη σε διεθνή φεστιβάλ χορευτικής μουσικής όπως τα Tomorrowland, Ultra Music Festival και Electric Daisy Carnival. Επιπλέον αυτών των δημοφιλών παραδειγμάτων, υπήρξε επίσης μια «επανένωση» της σύγχρονης χάουζ με τις ρίζες της. Πολλοί μουσικοί της χιπ χοπ και της R&B στράφηκαν στη χάουζ προκειμένου να προσθέσουν στη μουσική τους μια μαζική ελκυστικότητα και ενέργεια στη χορευτική πίστα. Το υποείδος της «tropical house» έφθασε στο τοπ 40 των βρετανικών τσαρτς των σινγκλ το 2015 με μουσικούς όπως οι Kygo και Jonas Blue. Στα μέσα της δεκαετίας, επιρροές της χάουζ άρχισαν να διακρίνονται και στη νοτιοκορεατική ποπ (K-pop), με παραδείγματα το κομμάτι «4 Walls» του γυναικείου γκρουπ «f(x)» και το «View» του ανδρικού συγκροτήματος «SHINee».

Αργότερα στη δεκαετία, ένας πιο παραδοσιακός ήχος της χάουζ πέρασε στην πρώτη γραμμή του μέινστριμ στη Βρετανία, με τα σινγκλ του Κάλβιν Χάρις «One Kiss» και «Promises», με το δεύτερο να ενσωματώνει και στοιχεία της νιου-ντίσκο και της ιταλικής χάουζ. Αμφότερα τα κομμάτια έφθασαν στο νο. 1 στο Ηνωμένο Βασίλειο, αποδεικνύοντας ότι ένας ήχος κλασικής χάουζ μουσικής μπορούσε να σημειώνει ακόμα μεγάλη επιτυχία στη σύγχρονη εποχή.


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. (C) (4 Οκτωβρίου 2007). «Understanding House Music». laist.com. LAist. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 6 Νοεμβρίου 2017. Ανακτήθηκε στις 7 Ιανουαρίου 2020. 
  2. «House Music Genre Overview - AllMusic». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 6 Οκτωβρίου 2012. Ανακτήθηκε στις 5 Σεπτεμβρίου 2016. 

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Bidder, Sean (2002): Pump Up the Volume: A History of House Music, London: MacMillan
  • Bidder, Sean (1999): The Rough Guide to House Music, Rough Guides
  • Brewster, Bill/Frank Broughton (2000): Last Night a DJ Saved My Life: The History of the Disc Jockey, Grove Press
  • Fikentscher, Kai (2000): 'You Better Work!' Underground Dance Music in New York City, Middletown, Connecticut: Wesleyan University Press
  • Hewitt, Michael (2008): Music Theory for Computer Musicians. 1st Ed. U.S. Cengage Learning
  • Kempster, Chris (Ed) (1996): History of House, Castle Communications
  • Mireille, Silcott (1999): Rave America: New School Dancescapes, ECW Press
  • Reynolds, Simon (1998): Energy Flash: a Journey Through Rave Music and Dance Culture, Pan Macmillan
  • Rietveld, Hillegonda C. (1998): This is our House: House Music, Cultural Spaces and Technologies, Aldershot Ashgate, επανέκδοση London/New York: Routledge 2018/2020
  • Shapiro, Peter (2000): Modulations: A History of Electronic Music: Throbbing Words on Sound
  • Snoman, Rick (2009): The Dance Music Manual: Tools, Toys, and Techniques — Second Edition: Chapter 11: House. Oxford, UK: Elsevier Press, σσ. 231-249

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]