Μονή Ταξιαρχών Ξάνθης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Μονή Ταξιαρχών Ξάνθης
Είδοςμοναστήρι
Γεωγραφικές Συντεταγμένες41°8′54″N 24°52′56″E
Διοικητική υπαγωγήΔήμος Ξάνθης
ΧώραΕλλάδα
Προστασίακηρυγμένος αρχαιολογικός χώρος στην Ελλάδα

Η Μονή Ταξιαρχών Ξάνθης βρίσκεται βορειοδυτικά της πόλης της Ξάνθης σε υψόμετρο 150 περίπου μέτρων μέσα σε δάσος από ακακίες και πεύκα, κάτω ακριβώς από τη βυζαντινή ακρόπολη της πόλεως, με την οποία φαίνεται ότι ήταν ανέκαθεν συνδεδεμένη.

Ιστορικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η χρονολογία ίδρυσής της είναι άγνωστη καθόσον δεν σώζεται καμιά επιγραφή αλλά ούτε καμιά άλλη μαρτυρία. Κατά την παράδοση ιδρύθηκε επί της βασιλείας της Ειρήνης της Αθηναίας (β΄ μισό 8ου αι. — 9 Αυγούστου 803). Από τις τοιχογραφίες που διασώζονται στο εσωτερικό του τρούλου του καθολικού του μοναστηριού (δηλ. του κεντρικού ναού), μπορούν να εξαχθούν μερικές έμμεσες πληροφορίες για το μοναστήρι.

Ο ναός λοιπόν του μοναστηριού από πλευράς ρυθμού είναι βυζαντινός τρίκογχος με τρούλο και μας θυμίζει τον τρόπο της κατασκευής πολλών καθολικών των μοναστηριών του Αγίου Όρους. Ο τρόπος δε της κατασκευής του τρούλου (τυφλός με μικρούς φεγγίτες αντί μεγάλων παραθύρων) μαρτυρεί ότι πρόκειται για κτίσμα των μέσων του 16ου αιώνα. Της ίδιας εποχής φαίνεται να είναι και οι τοιχογραφίες - αν και αλλοιωμένες και κατεστραμμένες από την υγρασία και την πολυκαιρία - που υπάρχουν στο εσωτερικό του τρούλου. Της ίδιας ακόμη εποχής είναι και οι διασωζόμενες στο τέμπλο του ναού φορητές εικόνες, σπάνιας βυζαντινής τέχνης, του Χριστού ως μεγάλου αρχιερέως και της Θεοτόκου που φέρνει στην αγκαλιά της τον Χριστό. Η τελευταία μάλιστα εικόνα είναι αμφιπρόσωπη, δηλαδή είναι ζωγραφισμένη και από την άλλη πλευρά του ξύλου.

Ο ναός του μοναστηριού άντεξε ακόμα και στους μεγάλους σεισμούς που συντάραξαν την Ξάνθη κατά το 1829 και είναι το μόνο κτίσμα που φαίνεται ότι διασώθηκαν από εκείνο τον εγκέλαδο σ' ολόκληρη την περιοχή.Το υπόλοιπο μοναστήρι φαίνεται ότι γκρεμίστηκε αλλά χάρη στην εργώδη προσπάθεια του τότε μητροπολίτου Ξάνθης Ευγενίου και την πρόθυμη σύμπραξη όλων των Ξανθιωτών οι ζημιές αποκαταστάθηκαν.

Στη διάρκεια της Β΄ Βουλγαρικής Κατοχής (1916-1918) κλάπηκαν από τον κατοχικό βουλγαρικό στρατό, και κρατούνται έως σήμερα στη Βουλγαρία, τα κειμήλια και οι θησαυροί της Μονής Παναγίας Εικοσιφοινίσσης Παγγαίου της Μητροπόλεως Δράμας, και πλήθος έτερων ελληνικών κειμηλίων από τη Μονή Τιμίου Προδρόμου Σερρών, τις Μονές Καλαμούς και Παναγίας Αρχαγγελιώτισσας Ξάνθης και τα εκ Μελενίκου ελληνικά κειμήλια της Μητρόπολης Σιδηροκάστρου. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, οι Ιερές Μητροπόλεις καθώς και οι αρχές της Τοπικής Αυτοδιοίκησης έχουν διατυπώσει επισήμως αίτημα για την επιστροφή των κλαπέντων ελληνικών κειμηλίων.[1][2][3][4][5]

Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την έλευση των προσφύγων, η μονή δόθηκε από την Μητρόπολη για να στεγάσει ορφανά του ξεριζωμού, και ως ορφανοτροφείο παρέμεινε μέχρι το 1936. Τότε μετατράπηκε σε στρατώνα και χρησιμοποιήθηκε από τον στρατό έως την είσοδο των Γερμανών στην πόλη (8 Απριλίου 1941).       Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδος και από το 1946 μέχρι και σήμερα στεγάζει την εκκλησιαστική Σχολή στην οποία περιλαμβάνεται εκκλησιαστικό γυμνάσιο-λύκειο και αποδείχθηκε φυτώριο όπου γαλουχήθηκαν με τα ιερά γράμματα και αναδείχθηκαν στην ελληνική κοινωνία επιφανείς κληρικοί, καθηγητές, επιστήμονες, υπάλληλοι κ.λπ.[6]

Πηγη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]