Μεγιδδώ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Μνημείο Παγκόσμιας
Κληρονομιάς της UNESCO
Τα Βιβλικά Τελλ - Μεγιδδώ, Χαζόρ, Μπερ Σεβά
Επίσημο όνομα στον κατάλογο μνημείων Π.Κ.
Εναέρια άποψη της σημερινής Μεγιδδώ
Χώρα μέλοςFlag of Israel.svg Ισραήλ
ΤύποςΠολιτιστικό
Κριτήριαii, iii, iv, vi
Ταυτότητα1108
ΠεριοχήΑσία
Συντεταγμένες32°35′7″N 35°11′4″E / 32.58528°N 35.18444°E / 32.58528; 35.18444Συντεταγμένες: 32°35′7″N 35°11′4″E / 32.58528°N 35.18444°E / 32.58528; 35.18444
Ιστορικό εγγραφής
Εγγραφή2005 (29η συνεδρίαση)

Η Μεγιδδώ (αραβικά: مجیدو‎, εβραϊκά: מגידו‬, αγγλικά: Megiddo‎) ήταν αρχαία πόλη της Παλαιστίνης που δέσποζε στο πέρασμα μεταξύ των λόφων της οροσειράς του Καρμήλου. Χάρις στην ιστορική της σημασία, σήμερα θεωρείται μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς και βρίσκεται υπο την προστασία της UNESCO.[1]

Ετυμολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Μεγιδδώ ήταν γνωστή στην Ακκαδική γλώσσα που χρησιμοποιούνταν στην Ασσυρία ως Μαγκιντού (Magiddu) ή Μαγκαντού (Magaddu), στα Αιγυπτιακά ως Μακέτι (Maketi), Μακιτού (Makitu) και Μακεντό (Makedo), στις Επιστολές της Αμάρνα, ως Μάγκιντα και Μάκιντα, στα Ελληνικά κατά την Μετάφραση των Εβδομήκοντα ως Μεγιδδώ ή Μαγεδδών, και στα Λατινικά στην Βουλγάτα ως Μάγκεντο (Mageddo).[2][3]

Το Βιβλίο της Αποκάλυψης αναφέρει μια αποκαλυπτική μάχη στον Αρμαγεδδών (Αποκάλυψη 16:16) ένα όνομα απο την Ελληνιστική Κοινή, που προέρχεται από το εβραϊκό "Har Megiddo", που σημαίνει "Όρος της Μεγιδδώ".[4] Το "Αρμαγεδδών" έχει γίνει συνώνυμο για το τέλος του κόσμου.[5]

Τοποθεσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξουσίαζε κάποτε μια κύρια στρατιωτική και εμπορική οδό που συνέδεε την Ασία και την Αφρική. Η τοποθέτηση της ανάμεσα απο τις πόλεις Ασώρ και Γεζέρ την έκανε μια πολύ σημαντική στρατηγική τοποθεσία. Βρίσκεται κοντά στις όχθες του ποταμού Κισών (γνωστός ως και χείμαρρος Κισών λόγω του ότι φούσκωνε με τις χειμερινές βροχές). Η Μεγιδδώ βρίσκεται σε μία πεδιάδα κοντά στην οροσειρά του Καρμήλου.[6]

Το έργο του Βασιλιά Σολομώντα στην Μεγιδδώ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σολομώντας κατά την βασιλεία του (972 π.χ.) ήταν αυτός που φρόντισε για την ανοικοδόμηση πολλών πόλεων όπως της πυρποληθείσας Γεζέρ, της Μεγιδδώ αλλά και της Ιερουσαλήμ. Για να προστατεύσει την Μεγιδδώ απο τους εχθρούς του ο Βασιλέας οχύρωσε την πόλη με υπερυψωμένα τείχη και πύλες.[7]

Ανασκαφές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Μεγιδδώ έχει ανασκαφεί μέχρι σήμερα τρεις φορές. Οι πρώτες ανασκαφές πραγματοποιήθηκαν μεταξύ του 1903 και του 1905 από τον Γκότλιμπ Σουμάχερ (αγγλικά: Gottlieb Schumacher‎) για τη Γερμανική Εταιρεία Μελέτης της Παλαιστίνης. Οι τεχνικές που χρησιμοποιήθηκαν ήταν στοιχειώδεις για τα μετέπειτα δεδομένα και οι σημειώσεις και τα αρχεία του Σουμάχερ καταστράφηκαν κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο πριν δημοσιευτούν. Μετά τον πόλεμο, ο Καρλ Βάτζινγκερ δημοσίευσε τα υπόλοιπα διαθέσιμα δεδομένα από την εκσκαφή.[8]

Το 1925, οι εκσκαφές συνεχίστηκαν από το Ανατολικό Ινστιτούτο του Πανεπιστημίου του Σικάγου, χρηματοδοτούμενες από τον Τζον Ντ. Ροκφέλερ Τζ., συνεχίζοντας μέχρι το ξέσπασμα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Το έργο διευθύνθηκε αρχικά από τον Κλάρενς Σ. Φίσερ, και αργότερα από τους Φίλιπ Λάνγκσταφ, Ρόμπερτ Λαμόν και Γκόρντον Λάουντ.[9] Το Ινστιτούτο Ανατολής σκόπευε να ανασκάψει εντελώς ολόκληρο το Τελ, στρώμα προς στρώμα, αλλά τα χρήματα εξαντλήθηκαν πριν μπορέσουν να το κάνουν. Σήμερα οι εκσκαφές περιορίζονται σε ένα τετράγωνο ή μια τάφρο με το σκεπτικό ότι πρέπει να αφήσουν κάτι στους μελλοντικούς αρχαιολόγους με καλύτερες τεχνικές και μεθόδους.[10]

Κατά τη διάρκεια αυτών των ανασκαφών ανακαλύφθηκε ότι υπήρχαν περίπου 8 επίπεδα κατοίκησης και πολλά από τα ακάλυπτα υπολείμματα σώζονται στο Μουσείο Ροκφέλερ της Ιερουσαλήμ και στο Ανατολικό Ινστιτούτο του Σικάγο. Τα πλήρη αποτελέσματα της ανασκαφής της ανατολικής πλαγιάς της Μεγιδδώ δεν δημοσιεύθηκαν μέχρι κάποιες δεκαετίες αργότερα.[10]

Ο Γιγκαέλ Γιαντίν (εβραϊκά: יִגָּאֵל יָדִין‎) πραγματοποίησε ανασκαφές το 1960, το 1966, το 1967 και το 1971 για το Εβραϊκό Πανεπιστήμιο.[11][12] Τα επίσημα αποτελέσματα αυτών των ανασκαφών δημοσιεύθηκαν από την Άναμπερ Ζαρζέκι-Πέλεγκ στη μονογραφία του Εβραϊκού Πανεπιστημίου 2016 "Qedem 56".[13]

Η Μεγιδδώ από το 1994 αποτέλεσε αντικείμενο εξαμηνιαίων ανασκαφικών εκστρατειών που διεξήχθησαν από την αρχαιολογική αποστολή του Πανεπιστημίου του Τελ Αβίβ.[14]

Το 2010, πραγματοποιήθηκαν ανασκαφές στην ανατολική πλευρά της πόλης Μεγιδδώ που προέρχεται απο την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού.[15]

Αρχαιολογικά χαρακτηριστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένα μονοπάτι οδηγεί μέσα από μια πύλη με θέα στις ανασκαφές του Oriental Institute. Μια συμπαγής κυκλική πέτρινη δομή έχει ερμηνευτεί ως βωμός από την εποχή των Χαναναίων. Κοντά στον ίδιο χώρο, υπάρχουν:

  • Ένας λάκκος από την Ισραηλινή περίοδο όπου χρησίμευε στην αποθήκευση προμηθειών σε περίπτωση πολιορκίας.
  • Οι στάβλοι, που αρχικά πιστεύονταν ότι χρονολογούνται από την εποχή του Σολομώντα, αλλά τώρα χρονολογούνται ενάμιση αιώνα αργότερα μέχρι την εποχή του Αχαάβ
  • και ένα σύστημα νερού που αποτελείται από έναν τετράγωνο άξονα βάθους 35 μέτρων, το κάτω μέρος του οποίου ενώνεται με μια σήραγγα που φτιάχτηκε μέσω βράχου και προχωράει για περίπου 100 μέτρα και τελικά οδηγεί σε μια δεξαμενή νερού.[16]

Ο Μεγάλος Ναός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο 5 χιλιάδων χρόνων "Μεγάλος Ναός" της Μεγιδδώ, που χρονολογείται στην Πρώιμη Εποχή του Χαλκού (3500-331 π.Χ.), έχει περιγραφεί από τους ανασκαφείς ως «το πιο μνημειακό οικοδόμημα που έχει αποκαλυφθεί μέχρι στιγμής και συγκαταλέγεται στις μεγαλύτερες κατασκευές της εποχής του στην Εγγύς Ανατολή.».[17] Η κατασκευή περιλαμβάνει ένα τεράστιο καταφύγιο 47,5 επί 22 μέτρων. Ο ναός είναι περισσότερο από δέκα φορές μεγαλύτερος από τον τυπικό ναό της εποχής. Το πρώτο τείχος κατασκευάστηκε την περίοδο της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού. Προσδιορίστηκε ότι ο ναός ήταν ο τόπος τελετουργικής θυσίας των ζώων. Οι διάδρομοι χρησιμοποιήθηκαν ως αποθέματα πολιτιστικών αντικειμένων για την αποθήκευση οστών μετά από τελετουργική θυσία. Περισσότερο από το 80% των ζωικών υπολειμμάτων ήταν νεαρά αιγοπρόβατα. Τα υπόλοιπα ήταν βοοειδή.[18]

Κοσμήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 2010, μια συλλογή κομματιών κοσμημάτων βρέθηκε σε μια κεραμική κανάτα.[19] Τα κοσμήματα χρονολογούνται γύρω στο 1100 π.Χ. Η κανάτα υποβλήθηκε σε μοριακή ανάλυση για τον προσδιορισμό του περιεχομένου. Η συλλογή ανήκε πιθανότατα σε μια πλούσια οικογένεια Χαναναίων, που πιθανότατα ανήκε στην κυρίαρχη ελίτ.[20]

Ελεφαντόδοντα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο Τελ Μεγιδδώ (στην αρχαία πόλη), βρέθηκαν λεπτά γλυπτά ελεφαντόδοντου και η πλειοψηφία τους ανασκάφηκε από τον Γκόρντον Λάουντ. Τα ελεφαντόδοντα εκτίθενται στο Oriental Institute του Σικάγου και στο Μουσείο Ροκφέλλερ στην Ιερουσαλήμ. Βρέθηκαν στο στρώμα (επίπεδο) της ύστερης εποχής του χαλκού της τοποθεσίας. Σκαλισμένα από κοπτήρες ιπποπόταμου από το Νείλο, δείχνουν αιγυπτιακή στυλιστική επιρροή. Βρέθηκε μια θήκη ελεφαντόδοντου με την δέλτο του Ραμσής Γ΄.[21]

Στάβλοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη Μεγιδδώ ανασκάφηκαν δύο συγκροτήματα στάβλων, ένα στα βόρεια και ένα στα νότια. Το νότιο συγκρότημα περιείχε πέντε κατασκευές χτισμένες γύρω από μια πλακόστρωτη αυλή. Τα ίδια τα κτίρια χωρίζονται σε τρία τμήματα. Δύο πέτρινα πλακόστρωτα κλίτη χτίστηκαν δίπλα σε έναν κύριο διάδρομο πλακόστρωτο με ασβέστη. Τα κτίρια είχαν μήκος περίπου 21 μέτρα και πλάτος έντεκα μέτρα. Ο διαχωρισμός του κύριου διαδρόμου από τα εξωτερικά κλίτη ήταν μια σειρά από πέτρινες κολόνες. Τρύπες είχαν φτιαχτεί σε πολλές από αυτές τις κολόνες, έτσι ώστε να μπορούν να δένουν τα άλογά τους. Επίσης, βρέθηκαν απομεινάρια από πέτρινες φάτνες στα κτίρια. Αυτές οι φάτνες τοποθετήθηκαν ανάμεσα στους στύλους για να τρέφονται τα άλογα. Προτείνεται ότι κάθε πλευρά θα μπορούσε να κρατήσει δεκαπέντε άλογα, δίνοντας σε κάθε κτίριο συνολική χωρητικότητα τριάντα αλόγων. Τα κτίρια στη βόρεια πλευρά της πόλης ήταν παρόμοια στην κατασκευή τους. Ωστόσο, δεν υπήρχε κεντρική αυλή. Η χωρητικότητα των βόρειων κτιρίων ήταν περίπου τριακόσια άλογα. Και τα δύο συγκροτήματα θα μπορούσαν να κρατήσουν από 450-480 άλογα σε συνδυασμό.[22][23][24]

Τα κτίρια βρέθηκαν κατά τη διάρκεια ανασκαφών μεταξύ του 1927 και του 1934. Ο αρχικός εκσκαφέας ερμήνευσε αρχικά τα κτίρια ως στάβλους. Έκτοτε τα συμπεράσματά του αμφισβητήθηκαν από τον Τζέιμς Πρίτσαρντ, τον Δρ Έντριαν Κέρτις του Πανεπιστημίου του Μάντσεστερ, τον Ζέεβ Χέρζογκ και τον Γιοχάναν Αχαρόνι, οι οποίοι υποδηλώνουν ότι ήταν αποθήκες, αγορές ή στρατώνες.[24]

Εκκλησία της Μεγγιδώ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εκκλησία της Μεγιδδώ δεν βρίσκεται στο Τελ Μεγιδδώ, αλλά κοντά στη Διασταύρωση της Μεγιδδώ (μια διασταύρωση των εθνικών οδών 65 και 66 στο βόρειο Ισραήλ[25]) μέσα στον περίβολο της Φυλακής της Μεγιδδώ. Χτίστηκε στην Λέτζιο (Ρωμαϊκή στρατιωτική κατασκήνωση νότια του Τελ Μεγιδδώ) και πιστεύεται ότι χρονολογείται στον 3ο αιώνα, γεγονός που θα την καθιστούσε μια από τις παλαιότερες εκκλησίες στον κόσμο.[26] Βρίσκεται μερικές εκατοντάδες μέτρα από το στρατόπεδο βάσης της Έκτης Θωρακισμένης Λεγεώνας και ένα από τα ψηφιδωτά που βρέθηκαν στην εκκλησία ήταν δωρεά από έναν εκατόνταρχο (κεντυρίων).[27]

Η Μεγιδδώ στην Θρησκεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το τελευταίο βιβλίο της Βίβλου, η Αποκάλυψη, αναφέρει μία επικείμενη συγκέντρωση όλων των βασιλιάδων της γης στον Αρμαγεδδώνα (που σημαίνει όρος της Μεγιδδώ) για την τελική μάχη Θεού και Διαβόλου (Αποκάλυψη του Ιωάννη 16:14 - 16).[28]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Centre, UNESCO World Heritage. «UNESCO World Heritage Centre - Document - Tel Megiddo National Park». UNESCO World Heritage Centre (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 4 Δεκεμβρίου 2019. 
  2. World Heritage Sites in Israel. PediaPress. 
  3. Ministry, TruthBeTold (18 Αυγούστου 2017). English Latin Bible: Basic English 1949 - Biblia Sacra Vulgata 405. Truthbetold Ministry Joern Andre Halseth. ISBN 978-82-8381-038-7. 
  4. «Introducing Megiddo». The Megiddo Expedition (στα Αγγλικά). 1 Ιανουαρίου 2017. Ανακτήθηκε στις 3 Αυγούστου 2020. 
  5. «Megiddo». Tourist Israel (στα Αγγλικά). 23 Ιανουαρίου 2013. Ανακτήθηκε στις 3 Αυγούστου 2020. 
  6. «Γεωγραφία Της Βίβλου». fonhbowntos.gr. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 22 Οκτωβρίου 2020. Ανακτήθηκε στις 29 Αυγούστου 2019. 
  7. «ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΣΟΛΟΜΩΝΤΑΣ». www.orthodoxoiorizontes.mysch.gr. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 30 Μαρτίου 2018. Ανακτήθηκε στις 29 Αυγούστου 2019. 
  8. Schumacher, Gottlieb· Watzinger, Carl (1929). Tell el Mutesellim; Bericht über die 1903 bis 1905 mit Unterstützung SR. Majestät des deutschen Kaisers und der Deutschen Orientgesellschaft vom deutschen Verein zur Erforschung Palästinas Veranstalteten Ausgrabungen. Leipzig, Haupt. 
  9. «Robert S. Lamon and Geoffrey M. Shipton, Megiddo 1. Seasons of 1925-34: Strata I-V, Oriental Institute Publication 42, Oriental Institute of Chicago» (PDF). 
  10. 10,0 10,1 «Eliot Braun, Early Megiddo on the East Slope (the "Megiddo Stages"): A Report on the Early Occupation of the East Slope of Megiddo (Results of the Oriental Institute's Excavations, 1925-1933, Oriental Institute Publication 139, Oriental Institute of Chicago, 2013» (PDF). 
  11. Yigael Yadin, "New Light on Solomon's Megiddo," Biblical Archaeology, vol. 23, pp. 62–68, 1960
  12. Yigael Yadin, "Megiddo of the Kings of Israel," Biblical Archaeology, vol. 33, pp. 66–96, 1970
  13. Anabel Zarzecki-Peleg, Yadin's Expedition to Megiddo - Final Report of the Archaeological Excavations (1960,1966,1967, and 1971/2 Seasons, Vols. I&II, Jerusalem, Israel Exploration Society - Qedem #56, Institute of Archaeology, The Hebrew University of Jerusalem, 2016
  14. Israel Finkelstein, David Ussishkin and Baruch Halpern (eds.), Megiddo III: The 1992–1996 Seasons, Tel Aviv University, 2000
  15. «Early Bronze Age: Megiddo's Great Temple and the Birth of Urban Culture in the Levant». Biblical Archaeology Society (στα Αγγλικά). 27 Ιουλίου 2019. Ανακτήθηκε στις 5 Ιουνίου 2020. 
  16. «Megiddo». ourancientworld.com. Ανακτήθηκε στις 11 Δεκεμβρίου 2020. 
  17. «Early Bronze Age: Megiddo's Great Temple and the Birth of Urban Culture in the Levant». Biblical Archaeology Society (στα Αγγλικά). 22 Σεπτεμβρίου 2020. Ανακτήθηκε στις 11 Δεκεμβρίου 2020. 
  18. «5,000-year old Megiddo temple yields evidence of industrial animal sacrifice». Haaretz.com (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 11 Δεκεμβρίου 2020. 
  19. May 2012, Stephanie Pappas 21. «No Genie, But Golden Jewelry Found in Ancient Bottle». livescience.com (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 11 Δεκεμβρίου 2020. 
  20. «Rare trove of 3,000-year-old jewelry found at Megiddo». mfa.gov.il. Ανακτήθηκε στις 11 Δεκεμβρίου 2020. 
  21. «Hoarded Treasures: The Megiddo Ivories and the End of the Bronze Age» (PDF). [νεκρός σύνδεσμος]
  22. «Valley of Megiddo». labelresources.com. Ανακτήθηκε στις 11 Δεκεμβρίου 2020. 
  23. «Megiddo's Stables: Trading Egyptian Horses to the Assyrian Empire». www.thetorah.com. Ανακτήθηκε στις 11 Δεκεμβρίου 2020. 
  24. 24,0 24,1 Mazar, Amihai (1992). Archaeology of the Land of the Bible. Νέα Υόρκη: Doubleday. σελ. 476-478. 
  25. Geocaching. «The Official Global GPS Cache Hunt Site - Megiddo Junction». www.geocaching.com (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 11 Δεκεμβρίου 2020. 
  26. Adams, E. (2008). The Ancient Church at Megiddo: The Discovery and an Assessment of its Significance. The Expository Times. The structure at Megiddo is obviously not a basilica. According to Tepper, the Megiddo church is a unique ecclesiastical form. It could not have resembled the church buildings of the late third century. 
  27. Lawler Andrew, First Churches of the Jesus Cult. Archaeology, 2007
  28. «Αποκάλυψη του Ιωάννου» (PDF).