Χαζόρ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Μνημείο Παγκόσμιας
Κληρονομιάς της UNESCO
Τα Βιβλικά Τελλ - Μεγιδδώ, Χαζόρ, Μπερ Σεβά
Επίσημο όνομα στον κατάλογο μνημείων Π.Κ.
Εναέρια άποψη της σημερινής Χαζόρ.
Χώρα μέλοςFlag of Israel.svg Ισραήλ
ΤύποςΠολιτιστικό
Κριτήριαii, iii, iv, vi
Ταυτότητα1108
ΠεριοχήΑσία
Συντεταγμένες33°1′0″N 35°34′1″E / 33.01667°N 35.56694°E / 33.01667; 35.56694Συντεταγμένες: 33°1′0″N 35°34′1″E / 33.01667°N 35.56694°E / 33.01667; 35.56694
Ιστορικό εγγραφής
Εγγραφή2005 (29η συνεδρίαση)

Η Χαζόρ ή Ασώρ (εβραϊκά: תל חצור, αγγλικά: Tel Hazor ή Tell el-Qedah‎), είναι ένα απο τα Βιβλικά Τελλ στη θέση της αρχαίας Χαζόρ, που βρίσκεται στο Ισραήλ της Άνω Γαλιλαίας, στο βόρειο οροπέδιο Κοραζήμ (Ramat Korazim). Στη Μέση Εποχή του Χαλκού (γύρω στο 1750 π.Χ.) και στην περίοδο των Ισραηλιτών (9ος αιώνας π.Χ.), η Χαζόρ ήταν η μεγαλύτερη οχυρωμένη πόλη της χώρας και μία από τις σημαντικότερες στην Εύφορη Ημισέληνο (Fertile Crescent - περιοχή της Μέσης Ανατολής σε σχήμα ημισέληνου / μισοφέγγαρου).[1] Διατήρησε εμπορικούς δεσμούς με τη Βαβυλώνα και τη Συρία και εισήγαγε μεγάλες ποσότητες κασσίτερου για τη βιομηχανία χαλκού. Στο βιβλίο Ιησούς του Ναυή, η Χαζόρ περιγράφεται ως "προηγουμένως πρωτεύουσα εις όλας αυτάς τας βασιλείας".[2] (Ιτν 11:10)

Η αποστολή στη Χαζόρ με επικεφαλής τον Yigal Yadin στα μέσα της δεκαετίας του 1950 ήταν η πιο σημαντική ανασκαφή που πραγματοποίησε το Ισραήλ στα πρώιμα χρόνια του κράτους. Η Χαζόρ είναι ο μεγαλύτερος αρχαιολογικός χώρος στο βόρειο Ισραήλ, με ένα ανώτερο τέλλ 30 στρεμμάτων και μια χαμηλότερη πόλη με περισσότερα από 175 στρέμματα έκτασης.[3]

Ανασκαφές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο χώρος της Χαζόρ είναι σε μία περιοχή περίπου 200 στρεμμάτων (0.81 χλμ.), με μια ανώτερη πόλη να αποτελεί περίπου το 1/8 αυτής. Το ανώτερο υπερύψωμά της έχει ύψος περίπου 40 μέτρα. Οι αρχικές ανασκαφές πραγματοποιήθηκαν από τον John Garstang το 1926.[4]

Μεγάλες ανασκαφές διεξήχθησαν για 4 έτη, από το 1955 έως το 1958, από μια ομάδα του Εβραϊκού Πανεπιστημίου με επικεφαλής τον Yigael Yadin.[5][6] Ο Yadin επέστρεψε στην Χαζόρ για μια τελευταία αποστολή ανασκαφής το 1968.[7] Οι ανασκαφές υποστηρίχθηκαν από τον James A. de Rothschild και δημοσιεύθηκαν σε ένα ειδικό βιβλίο πέντε τόμων από την ισραηλινή εξερευνητική κοινωνία.[8]

Η ανασκαφή στο χώρο, του Εβραϊκού Πανεπιστημίου, στην οποία συμμετείχε το Πανεπιστήμιο Complutense της Μαδρίτης, επαναλήφθηκε το 1990 υπό τον Amnon Ben-Tor. Τα ευρήματα από την ανασκαφή βρίσκονται σε ένα μουσείο στο Kibbutz στο Ayelet HaShahar. Το 2008, ορισμένα αντικείμενα στο μουσείο υπέστησαν ζημιές απο σεισμό.[9][10]

Το 2010, ανακαλύφθηκε αργυροειδής ταμπλέτα που χρονολογείται από τον 18ο ή τον 17ο αιώνα π.Χ. και έχει εγγραφεί με νόμους με το στυλ του Κώδικα του Χαμουραμπί. Το έγγραφο περιλαμβάνει τους νόμους που αφορούν τα μέρη του σώματος και τις βλάβες, παρόμοιοι με τους νόμους όπως το "οφθαλμός αντί οφθαλμού" που εμφανίζονται στο βιβλίο Έξοδος. Το έγγραφο είναι γραμμένο στην σφηνοειδής ακκαδική, τη διπλωματική γλώσσα της περιόδου.[11]

Υπήρξαν ισχυρισμοί από τους χριστιανούς πολεμιστές ότι ένα τέχνεργο που βρέθηκε στη Χαζόρ είναι το "Αλλάχ, ο θεός του φεγγαριού".[12][13]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρώιμη Εποχή του Χαλκού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχαιολογικά απομεινάρια της Χαζόρ.
Αρχαιολογικά απομεινάρια της Χαζόρ.

Ο πρώτος οικισμός που ανασκάφηκε στην Χαζόρ χρονολογείται στις πρώτες εποχές του Χαλκού, που υπήρχαν γύρω στον 28ο και τον 24ο αιώνα π.Χ. Ήταν μέρος ενός συστήματος οικισμών γύρω από την κοιλάδα Χούλα, συμπεριλαμβανομένων των Άβελ Μπετ Μάαχαχ, Νταν και Κεντές. Ο οικισμός εκτέθηκε σε περιορισμένες περιοχές όπου ανακαλύφθηκαν μερικά σπίτια. Με βάση αυτά τα ευρήματα, η Χαζόρ της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού δεν ήταν μία σημαντική εγκατάσταση.

Φαίνεται ότι μια μεγάλη μνημειώδης δομή που χρονολογείται στα Μέσα της Εποχής του Χαλκού είχε ήδη ανεγερθεί στην Πρώιμη Εποχή του Χαλκού, λίγο μετά τον 27ο αιώνα π.Χ. Εάν αυτό είναι αλήθεια, σημαίνει ότι ήδη στις αρχές της, η Χαζόρ ήταν ένας καλά σχεδιασμένος οικισμός που χρησίμευε ως αστικό κέντρο.

Αυτό μας δείχνει επίσης ένα από τα πρώτα παραδείγματα των βασαλτικών πλακών που χρησιμοποιήθηκαν ως θεμέλια στους τοίχους στον Νότιο Λεβάντε, που προηγήθηκε μόνο από ένα ναό της Μεγιδδώ. Η μετάβαση στην Πρωτοχρονική Εποχή του Χαλκού χαρακτηρίζεται από την κίνηση ανθρώπων από αγροτικές περιοχές μέσα στην κοιλάδα σε μεγάλες αστικές τοποθεσίες όπως η Χαζόρ, η Νταν και η Άβελ Μπετ Μάαχαχ. Έτσι, η ίδρυση ενός πιθανού παλατιού στη Χαζόρ, όπως και στην Νταν, πιστοποιεί αυτό το φαινόμενο.[14]

Ενδιάμεση Εποχή του Χαλκού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αυτή η περίοδος, στο τέλος της 3ης χιλιετίας π.Χ., είναι μια περίοδος αστικής παρακμής, που χωρίζει την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού, η οποία είναι η πρώτη αστική εποχή του Λεβάντε, από την ανασυγκρότηση της περιοχής στη Μέση Εποχή του Χαλκού. Σε ολόκληρη τη χώρα, οι περισσότερες πόλεις εγκαταλείφθηκαν και οι αρχαιολόγοι βρήκαν κυρίως μικρά γεωργικά χωριά και τάφους. Η Χαζόρ, ωστόσο, είναι μία από τις λίγες εξαιρέσεις. Απομεινάρια διαφόρων δομών από αυτή την περίοδο, που ανακαλύφθηκαν στον τόπο, αποκαλύπτουν ότι η πόλη πράγματι εγκαταστάθηκε σε αυτή την περίοδο. Μια μεγάλη ποσότητα κεραμικών σκευών ανακαλύφθηκε στο χώρο και αποτελεί τη μεγαλύτερη συλλογή του είδους "Προϊόντα της Μεγιδδώ" (Megiddo Ware) στο νότιο Λεβάντε. Επίσης, συλλέχθηκε μεγάλη ποσότητα χαντρών χαλκού. Αυτά τα δύο ευρήματα θα μπορούσαν να ρίξουν φως στις κεραμικές και μεταλλικές βιομηχανίες που υπήρχαν στη Χαζόρ κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, αποδεικνύοντας την περιφερειακή σημασία της κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου παρακμής.[15]

Μέση Εποχή του Χαλκού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τη διάρκεια της Μέσης Εποχής του Χαλκού (1820-1550), η Χαζόρ ήταν υποτελής του Ishi-Addu της Qatna (αρχαία πόλη του Κυβερνείου Χομς της Συρίας.[16]

Λίστα προγραφών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Αίγυπτο, η Χαζόρ αναφέρεται στα κείμενα της Λίστας Προγραφών (Execration Texts ή Proscription Lists).[17]

Αρχείο της Μαρί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Μαρί (Συρία), στον ποταμό Ευφράτη, γράμματα αναφέρουν την Χαζόρ κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Γιασμά-Αδάτ και του Ζιμρί-Λιμ. Η Χαζόρ είναι μέρος μιας εμπορικής διαδρομής: Χαζόρ-Κάτνα-Μαρί.[18]

Ύστερη Εποχή του Χαλκού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Θαλαμική Πύλη από την Ισραηλινή περίοδο.
Θαλαμική Πύλη από την Ισραηλινή περίοδο.

Κατά τη διάρκεια της Αιγυπτιακής Δεύτερης Ενδιάμεσης Περιόδου και των πρώιμων Νέων Βασιλείων (που διήρκεσαν μεταξύ του 18ου αιώνα π.Χ. και του 13ου αιώνα π.Χ.), η Χαναάν ήταν ένα Αιγυπτιακό υποτελές κράτος. Έτσι έγγραφα του 14ου αιώνα, από το αρχείο του Αμάρνα στην Αίγυπτο, περιγράφουν τον βασιλιά της Χαζόρ, τον Abdi-Tirshi, ως πιστό στον Αιγύπτιο Φαραώ. Σε αυτά τα έγγραφα, η Χαζόρ περιγράφεται ως σημαντική πόλη της Χαναάν. Σύμφωνα με το βιβλίο του Ιησού του Ναυή, η Χαζόρ ήταν η έδρα του Ιάβιν (βασιλιάς της Χαζόρ), ένας ισχυρός βασιλιάς των Χαναανών, ο οποίος οδήγησε μια συνομοσπονδία Χαναανιτών ενάντιά του, αλλά νικήθηκε από τον Ιησού, ο οποίος κατέστρεψε την Χαζόρ συθέμελα.[19]

Ο Amnon Ben-Tor του Εβραϊκού Πανεπιστημίου της Ιερουσαλήμ πιστεύει ότι πρόσφατα αποκαλυφθέντα στοιχεία βίαιης καταστροφής με καύση επαληθεύουν τα βιβλικά λεγόμενα.[20] Το 2012, μια ομάδα με επικεφαλής τον Ben-Tor και τον Sharon Zuckerman ανακάλυψαν ένα καμένο παλάτι από τον 13ο αιώνα π.Χ. στις αποθήκες του οποίου βρήκαν κανάτες 3.400 ετών και στο εσωτερικό τους καμένα απομεινάρια σοδιάς. Ωστόσο, ο Sharon Zuckerman δεν συμφωνούσε με τη θεωρία του Ben-Tor (η οποία ισχυριζόταν ότι η Χαζόρ πυρπολήθηκε απο τους Λαούς της Θάλασσας) και ισχυρίστηκε ότι η καύση της ήταν το αποτέλεσμα των πολυάριθμων φατριών της πόλης που αντιτίθεντο με υπερβολική δύναμη.[21]

Ισραηλιτική Χαζόρ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα αρχαιολογικά ευρήματα υποδηλώνουν ότι μετά την καταστροφή της, η πόλη Χαζόρ ανοικοδομήθηκε ως μικρό χωριό μέσα στο «έδαφος του Ναφταλλί» (Ιησούς του Ναυή 19:36).[22] Σύμφωνα με τα Βιβλία των Βασιλέων, η πόλη, μαζί με τις Μεγιδδώ, Γεζέρ και Ιερουσαλήμ, ενισχύθηκε ουσιαστικά και επεκτάθηκε από τον Σολομώντα.[23] Όπως και των Μεγιδδώ και Γεζέρ, τα ερείπια της Χαζόρ δείχνουν ότι κατά την Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου η πόλη κέρδισε μια εξαιρετική έξι θαλάμων πύλη, καθώς και ένα χαρακτηριστικό ύφος στα κτίρια της διοίκησης. Οι αρχαιολόγοι καθόρισαν ότι αυτές οι κατασκευές στη Χαζόρ χτίστηκαν από την ίδια ηγεσία όπως εκείνες των Μεγιδδώ και Γεζέρ καταλήγοντας στο συμπέρασμα πως ο Σολομών ήταν αυτός που την ανακατασκεύασε. Μερικοί αρχαιολόγοι συμπεραίνουν ότι κατασκευάστηκαν τον δέκατο αιώνα από τον βασιλιά Σολομώντα,[24] άλλοι χρονολογούν αυτές τις δομές στις αρχές του 9ου αιώνα π.Χ., κατά τη διάρκεια της βασιλείας των Ομρήδων (Omrides).[25]

Πύλη βασιλικού κάστρου που βρέθηκε στη Χαζόρ, τώρα σε Ισραηλινό μουσείο.
Πύλη βασιλικού κάστρου που βρέθηκε στη Χαζόρ, τώρα σε Ισραηλινό μουσείο.

Αρχαιολογικά ευρήματα δείχνουν ότι προς το δεύτερο μισό του 9ου αιώνα π.Χ., όταν ο βασιλιάς του Ισραήλ ήταν ο Ιηού, η Χαζόρ έπεσε στον έλεγχο του Αράμ της Δαμασκού. Κάποιοι αρχαιολόγοι υποπτεύονται ότι μετά από αυτή την κατάκτηση, η Χαζόρ ξαναχτίστηκε από τον Αράμ, πιθανώς ως Αραμαϊκή πόλη. Όταν οι Ασσύριοι αργότερα νίκησαν τους Αραμαίους, η Χαζόρ επέστρεψε φαινομενικά στον έλεγχο των Ισραηλιτών. Τα αρχεία της Ασσυρίας δείχνουν ότι ο Ιωάς του Ισραήλ (να μην συγχέεται με τον βασιλειά του Ιούδα Ιωάς), βασιλιάς του Ισραήλ την εποχή εκείνη, είχε απονείμει φόρο τιμής στην Ασσυρία και ότι το Ισραήλ είχε γίνει υποτελών Ασσυρίων.[25] Στη συνέχεια, η πόλη, μαζί με το υπόλοιπο της βασιλείας του Ισραήλ, εισήλθε σε μια περίοδο μεγάλης ευημερίας, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του καθεστώτος του Ιεροβοάμ Β'. Κάποιοι αρχαιολόγοι αποδίδουν σε αυτές τις εποχές τις μεταγενέστερες μεγάλης κλίμακας κατασκευές σε Χαζόρ, Μεγιδδώ και Γεζέρ, συμπεριλαμβανομένων των πέτρινων συστημάτων παροχής ύδατος.[26]

Η απόπειρα εξέγερσης του Ισραήλ κατά της Ασσυριακής κυριαρχίας οδήγησε σε εισβολή των δυνάμεων του Ασσυριανού ηγεμόνα, Τιγκλάθ Πιλεσέρ Γ΄. Τα αποδεικτικά στοιχεία επί τόπου υποδεικνύουν ότι έγιναν βιαστικές προσπάθειες για την ενίσχυση των αμυνών της Χαζόρ.[25] Παρά τις άμυνες, το 732 π.Χ. αιχμαλωτίστηκε η Χαζόρ, ο πληθυσμός της απελάθηκε και η πόλη κάηκε συθέμελα.[27][28]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ruhama Bonfil and Anabel Zarzecki-Peleg, The Palace in the Upper City of Hazor as an Expression of a Syrian Architectural Paradigm, Bulletin of the American Schools of Oriental Research, no. 348, pp. 25–47, Nov 2007
  • Yadin Yigael and Et Al. Yadin, Hazor I : An Account of the First Season of Excavations, 1955, Magnes Press, 1958
  • Yadin Yigael, Hazor II: An Account of the Second Season of Excavations, 1956 [James A. De Rothschild Expedition at Hazor], Oxford University Press, 1961, ISBN 0-19-647165-6
  • Yadin Yigael, Hazor III - IV. An Account of the Third and Fourth Seasons of Excavations, 1957–1958. The James A. De Rothschild Expedition at Hazor, Biblical Archaeology Society, 1989, ISBN 965-221-008-0
  • A. Ben Tor and Robert Bonfil, Hazor: v. 5: The James A De Rothschild Expedition at Hazor (Ancient synagogues studies), Israel Exploration Society, 1997, ISBN 965-221-003-X
  • Ben-Tor, Amnon, Doron Ben-Ami, and Debora Sandhaus, Hazor VI. The 1990 - 2009 Excavations. The Iron Age.,Israel Exploration Society: Institute of Archaeology, Hebrew University of Jerusalem, 2012
  • Ben-Tor, Amnon, Sharon Zuckerman, Shlomit Bechar, and Débora Sandhaus, HAZOR VII. The 1990-2012 Excavations. The Bronze Age, ed. Tsipi Kuper-Blau. Hebrew University of Jerusalem, Israel Exploration Society, 2017

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Haviland, William A.; Prins, Harald E. L. (13 Ιανουαρίου 2012). The Essence of Anthropology. Cengage Learning. ISBN 978-1-133-70790-5. 
  2. «ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ». www.imgap.gr. Ανακτήθηκε στις 12 Φεβρουαρίου 2020. 
  3. «Scorched Wheat May Provide Answers on the Destruction of Canaanite Tel Hazor». Biblical Archaeology Society (στα Αγγλικά). 24 Ιουλίου 2012. Ανακτήθηκε στις 12 Φεβρουαρίου 2020. 
  4. John Garstang, History in the Bible, American Journal of Economics and Sociology, vol. 3, no. 3, Essays in Memory of Franz Oppenheimer 1864–1943, pp. 371-385, 1944
  5. Yadin, Yigael (1956). «Excavations at Hazor». The Biblical Archaeologist 19 (1): 2–11. doi:10.2307/3209263. ISSN 0006-0895. http://www.jstor.org/stable/3209263. 
  6. «Further Light on Biblical Hazor: Results of the Second Season, 1956». 
  7. Yigal Yadin, The Fifth Season of Excavations at Hazor 1968–1969, The Biblical Archaeologist, vol. 32, no. 3, pp. 50-71, 1968
  8. Yadin, Yigael (1959). «The Fourth Season of Excavations at Hazor». The Biblical Archaeologist 22 (1): 2–20. doi:10.2307/3209103. ISSN 0006-0895. http://www.jstor.org/stable/3209103. 
  9. «Picture from the incident». 
  10. Rosenblum, Keshet (2013-06-26). «Israel's Tel Hatzor Archaeological Museum Desperately Trying to Pick Up the Pieces» (στα αγγλικά). Haaretz. https://www.haaretz.com/israel-news/culture/.premium-canaanite-palace-we-barely-knew-ye-1.5287014. Ανακτήθηκε στις 2020-02-12. 
  11. Shtull-Trauring, Asaf (2010-07-27). «'Hammurabi-like' Cuneiform Discovered at Tel Hazor» (στα αγγλικά). Haaretz. https://www.haaretz.com/1.5152517. Ανακτήθηκε στις 2020-02-12. 
  12. «The Miraculous Quran - Reply To Robert Morey's Moon-God Allah Myth: A Look At The Archaeological Evidence». mquran.org. Ανακτήθηκε στις 12 Φεβρουαρίου 2020. 
  13. «Mohd Elfie Nieshaem Juferi, "The Mysterious Statue at Hazor: The "Allah" of the Muslims?». 
  14. Zuckerman, Sharon (2013). «Hazor in the Early Bronze Age». Near Eastern Archaeology 76 (2): 68–73. doi:10.5615/neareastarch.76.2.0068. ISSN 1094-2076. http://www.jstor.org/stable/10.5615/neareastarch.76.2.0068. 
  15. Bechar, Shlomit (2013). «Tel Hazor: A Key Site of the Intermediate Bronze Age». Near Eastern Archaeology 76 (2): 73–75. doi:10.5615/neareastarch.76.2.0073. ISSN 1094-2076. http://www.jstor.org/stable/10.5615/neareastarch.76.2.0073. 
  16. «Tel Hazor - Wikiwand». www.wikiwand.com. Ανακτήθηκε στις 12 Φεβρουαρίου 2020. 
  17. Pinch, Geraldine (1995). Magic in ancient Egypt. Ώστιν: University of Texas Press. ISBN 0-292-76559-2. 
  18. Abraham Malamat, "Silver, Gold, and Precious Stones from Hazor" in a New Mari Document, The Biblical Archaeologist, vol. 46, no. 3, pp. 169-174, (Summer, 1983)
  19. «Bible Gateway passage: Joshua 11:10-13 - King James Version». Bible Gateway. Ανακτήθηκε στις 12 Φεβρουαρίου 2020. 
  20. «The Hazor Excavations Project». unixware.mscc.huji.ac.il. Ανακτήθηκε στις 12 Φεβρουαρίου 2020. 
  21. Ashkenazi, Eli (2012-07-23). «A 3,400-year-old Mystery: Who Burned the Palace of Canaanite Hatzor?» (στα αγγλικά). Haaretz. https://www.haaretz.com/a-3-400-year-old-mystery-at-tel-hatzor-1.5299777. Ανακτήθηκε στις 2020-02-12. 
  22. Negev, Avraham/Gibson, Shimon, Archaeological Encyclopedia of the Holy Land, New York/London 2001, p.220
  23. «Bible Gateway passage: 1 Kings 9:15 - New International Version». Bible Gateway. Ανακτήθηκε στις 12 Φεβρουαρίου 2020. 
  24. Dever, William G. (10 Μαΐου 2001). What Did the Biblical Writers Know and When Did They Know It?: What Archeology Can Tell Us About the Reality of Ancient Israel. Wm. B. Eerdmans Publishing. ISBN 978-0-8028-2126-3. 
  25. 25,0 25,1 25,2 Lee, Mordecai (2001-01). «The Bible Unearthed: Archeology's New Vision of Ancient Israel and the Origin of its Sacred Texts: Israel Finkelstein and Neil Asher Silberman». Digest of Middle East Studies 10 (2): 72–77. doi:10.1111/j.1949-3606.2001.tb00429.x. ISSN 1060-4367. http://dx.doi.org/10.1111/j.1949-3606.2001.tb00429.x. 
  26. World Heritage Sites in Israel. PediaPress. 
  27. «Bible Gateway passage: 2 Kings 15:29 - New International Version». Bible Gateway. Ανακτήθηκε στις 12 Φεβρουαρίου 2020. 
  28. «The Alleged 'Anchor Point' of 732 BC for the Destruction of Hazor V» (PDF).