Μάχη του Μόχατς (1687)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μάχη του Μοχατς (1687)
Μεγάλος Τούρκικος Πόλεμος
Eigendliche Abbildung des grossen Haupt-treffens so sich Anno 1687 den 12. Augusti zwischen denen Keyserischen und der Türkische(n) haupt Armee bei Mohaz ereignet LCCN2016647714.jpg
Χρονολογία12 Αυγούστου 1687
ΤόποςΝαγκιχαρσανι, Μπαρανία, Ουγγαρία
ΈκβασηΝίκη Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοοκρατορίας
Εδαφικές
μεταβολές
Κατάκτηση της Ουγγαρίας και της Τρανσυλβανίας από το Αψβούργο
Αντιμαχόμενοι
Holy Roman Empire
Ηγετικά πρόσωπα
Σαρί Σουλεϊμάν Πασάς
Μουσταφά Πασάς της Ροδόστου
Eseid Mustafa Pasha
Jafer Pasha
Δυνάμεις
40,000 στρατιώτες Αψβούργου
20,000 Βαυαροί στρατιώτες
Συνολικά: 50,000–60,000 στρατιώτες[1][2]
60,000 στρατιώτες[2]
Απώλειες
2,000 νεκροί and τραυματίες
600 νεκροί[3]
10,000[2][3] ----8,000 νεκροί and τραυματίες
2,000 αιχμάλωτοι
78 πυροβολικά
56 σημαίες
5,000 μουσκέτα

Η δεύτερη μάχη του Μόχατς, [4] [5] διεξήχθη στις 12 Αυγούστου 1687 μεταξύ των δυνάμεων του Οθωμανού Σουλτάνου Μωάμεθ Δ΄, υπό την διοίκηση του Μεγάλου Βεζίρη Σαρί Σουλεϊμάν Πασάς, και των δυνάμεων του αυτοκράτορα της Άγιας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας Λεόπολντ Α, υπό τις διαταγές του Κάρολου της Λωρραίνης . Η μάχη έληξε με ήττα των Οθωμανών.

Προοίμιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μεγάλος Τουρκικός Πόλεμος ξεκίνησε τον Ιούλιο του 1863 με μια επίθεση στην Βιέννη από τα Οθωμανικά στρατεύματα. Η πολιορκία λύθηκε με τη Μάχη της Βιέννης στις 12 Σεπτεμβρίου, οπού οι ενωμένες δυνάμεις της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και της Πολωνικής-Λιθουανικής Κοινοπολιτείας νίκησαν τους Οθωμανούς, υπό τις διαταγές του βασιλιά της Πολωνίας, Γιαν Γ΄ Σομπιέσκι, ο οποίος ηγήθηκε των Πολωνικών δυνάμεων. Από τον Σεπτέμβριο η πρωτοβουλία πέρασε στα αυτοκρατορικά στρατεύματα. Στα επόμενα χρόνια τα αυτοκρατορικά στρατεύματα του Αψβούργου υπό την ηγεσία του Κάρολου της Λωρραίνης απώθησαν τους Οθωμανούς, κατακτώντας πολλά φρούρια. Μετά την μάχη του Βούδα ξεκίνησαν πολιορκία και κατέλαβαν την πρώην Ουγγρική πρωτεύουσα της Βούδας. Στο τέλος του 1686 οι Οθωμανοί προσπάθησαν να διαπραγματευτούν για ειρήνη, όμως οι Αψβούργοι αρνήθηκαν τις διαπραγματεύσεις θέλοντας να κατακτήσουν ολόκληρη την Ουγγαρία.[6]

Τον Απρίλιο του 1687 αποφασίστηκε στην Βιέννη ότι περαιτέρω στρατιωτικές ενέργειες πρέπει να ληφθούν. Ο βασικός στρατός (περίπου 40,000 στρατιώτες) υπό την ηγεσία του Δούκα Κάρολου της Λωρραίνης προχώρησε προς τον ποταμό Δούναβη και στη συνέχεια στο Όσιγιεκ στον ποταμό Δράβο, ενώ ένας άλλος στρατός περίπου 20.000 στρατιωτών υπό την ηγεσία του Μαξ Εμάνουελ της Βαυαρίας κινήθηκε προς τον ποταμό Τίσα στο Ζόλνοκ και προς το Πετροβαραντίν. Στα μέσα του Ιουλίου οι δύο αυτοκρατορικοί στρατοί συναντήθηκαν στο Δούναβη και είτε κινήθηκαν δια ξηράς είτε κατά μήκος του Δράβου προς το Όσιγιεκ.

Αντίθετα, ο Οθωμανικός στρατός (περίπου 60,000 στρατιώτες), υπό την ηγεσία του Μεγάλου Βεζίρη Σαρί Σουλεϊμάν Πασάς, έμεινε στο μέτωπο του βασικού περάσματος του ποταμού Δράβου στο Όσιγιεκ για να το προστατέψει και στην συνέχεια οχύρωσε την περιοχή. Όταν ο αυτοκρατορικός στρατός του Αψβούργου έφτασε, ο ποταμός Δράβος ήταν χωρισμένος σε δύο πλευρές. Στα τέλη του Ιουλίου ο αυτοκρατορικός στρατός κατάφερε να κατασκευάσει ένα προγεφύρωμα στις ακτές του ποταμού και έμεινε σε σχηματισμό μάχης για να προκαλέσει τους Οθωμανούς. Ωστόσο, ο Οθωμανικός στρατός δεν επιτέθηκε και άρχισε να βομβαρδίζει με το πυροβολικό τις γέφυρες και την όχθη του ποταμού.

Ο Δούκας της Λωρραίνης κατάλαβε ότι δεν θα μπορούσε να επιτεθεί στο οχυρωμένο στρατόπεδο των Οθωμανών, για αυτό αποφάσισε να αποχωρήσει από το προγεφύρωμα μετά από λίγες μέρες. Λόγω αυτής της υποχώρησης δέχθηκε κριτική από τους υπό-διοικητές του και τον Αυτοκράτορα Λεοπόλδο Ι. Ο Οθωμανός Μεγάλος Βεζίρης ερμήνευσε αυτή την κίνηση ως έλλειψη ηθικού από τους στρατιώτες του Αψβούργου, γι' αυτό αποφάσισε να τους ακολουθήσει. Στις αρχές του Αυγούστου, ο Οθωμανικός στρατός απώθησε το στρατό του Αψβούργου πίσω στο Μόχατς και σε μια Οθωμανική οχυρωμένη περιοχή. Οι Οθωμανοί είχαν χτίσει μια οχύρωση στην Δάρδα, πίσω από χοντρούς θάμνους για αυτό δεν ήταν ορατή στον στρατό του Αψβούργου. Γι' αυτό το λόγο ο Δούκας Κάρολος της Λωρραίνης δεν υποψιάστηκε την παρουσία Οθωμανικού στρατεύματος στην γύρω περιοχή.

Η Μάχη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πρωί στις 12 Αυγούστου ο Δούκας της Λωρραίνης αποφάσισε να μετακινηθεί στη Σικλός, καθώς καθώς η τοποθεσία και το σκληρό έδαφος εκεί ήταν πιο κατάλληλο για μάχη. Η δεξιά πτέρυγα του στρατού του Αψβούργου που κινούταν δυτικά ξεκίνησε να διασχίζει μια δασώδεις περιοχή. Ο Σαρί Σουλεϊμάν Πασάς αποφάσισε ότι αυτή ήταν η κατάλληλη στιγμή για να επιτεθεί. Επιτέθηκε με ολόκληρο τον στρατό του στην αριστερή πτέρυγα του στρατού του Αψβούργου, η οποία υπό την ηγεσία του Μαξιμιλιανού Β΄ Εμμανουήλ Εκλέκτορα της Βαυαρίας ήταν ακόμα αποδιοργανωμένη και σκόπευε να αρχίσει να κινείται δυτικά. Ο Οθωμανικός στρατός εντόπισε τον αυτοκρατορικό στρατό κοντά στη Ναγκιχαρσανι και κοντά στο ύψωμα της Ναγκιχαρσανις, το οποίο είχε έντονα δασωμένες απότομες πλαγιές. Το Οθωμανικό ιππικό, αποτελούμενο από 8.000 σπαχήδες, προσπάθησε να υπερφαλαγγίσει τη πτέρυγα του στρατού του Αψβούργου από τα αριστερά. Ο αρχηγός της πτέρυγας, ο Εκλέκτορας Βαυαρίας, έστειλε αμέσως αγγελιαφόρο στον Δούκα της Λωρραίνης, ώστε να τον ενημερώσει ότι η πτέρυγα του βρισκόταν σε κίνδυνο. Ο στρατός του Αψβούργου οργανώθηκε γρήγορα για να αντιμετωπίσει τους Οθωμανούς, οι οποίοι ήταν διπλάσιοι. Το αυτοκρατορικό πεζικό κατάφερε να κρατήσει τη θέση και ο στρατηγός Αινεία Σίλβιο Πικολομίνι με το ιππικό αντεπιτεθεί και σταμάτησε την επίθεση του Οθωμανικού ιππικού.

Ο Οθωμανός Μεγάλος Βεζίρης εξεπλάγη από την απροσδόκητη σφοδρή αντίσταση των αμυνόμενων και διέταξε την παύση της οθωμανικής επίθεσης. Το οθωμανικό πυροβολικό συνέχισε να βομβαρδίζει τις θέσεις του αυτοκρατορικού στρατού, όμως το πεζικό και το ιππικό διατάχθηκαν να κρατήσουν τις θέσεις τους και το πεζικό να αμυνθεί πίσω από τις οχυρώσεις. Αυτή η διακοπή στην μάχη έδωσε χρόνο στην δεξιά πτέρυγα του στρατού του Αψβούργου να αναδιοργανωθεί. Ο Δούκας της Λωρραίνης αρχικά πίστευε ότι ο στρατός του πρέπει να κρατήσει τις θέσεις του, όμως στην συνέχεια πείστηκε από τον Εκλέκτορα της Βαυαρίας και τον Λουί Γουίλιαμ Α ', μαργαρίτη του Μπάντεν-Μπάντεν να διατάξει αντεπίθεση μεγάλης κλίμακας. Η παράταξη του αυτοκρατορικού στρατού είχε ολοκληρωθεί στις 3:00 μμ. Την ίδια στιγμή ο Σαρί Σουλεϊμάν Πασάς αποφάσισε να ξανά επιτεθεί μαζί με τον Μουσταφά Πασά της Ροδόστου, τον διοικητή των γενίτσαρων. Οι σπαχήδες υποστήριξαν την επίθεση των γενίτσαρων προσπαθώντας να υπερφαλαγγίσουν τον αυτοκρατορικό στρατό. Ο μαργαρίτης του Μπάντεν-Μπάντεν απέκρουσε την επίθεση με τα τάγματα πεζικού του και στην συνέχεια προχώρησε να επιτεθεί την απροετοίμαστη αμυντική θέση των Οθωμανών. Στην πρώτη γραμμή αυτής της επίθεσης στις οθωμανικές οχυρώσεις βρισκόταν στρατιώτες υπό την ηγεσία του Ραμπούτιν και του Ευγένιου της Σαβοΐας. Το ιππικό των Οθωμανών δεν μπορούσε να τους υπερφαλαγγίσει, καθώς η περιοχή δεν είναι κατάλληλη για τα άλογα τους. Η οθωμανική επίθεση και αντίσταση κατέρρευσε και αυτό οδήγησε τα Οθωμανικά στρατεύματα σε άγρια φυγή. Η μάχη ήταν συντριπτική για τους Οθωμανούς.

Οι απώλειες του αυτοκρατορικού στρατού ήταν πολύ λίγες, σχεδόν 600 στρατιώτες.[7] Οι Οθωμανοί υπέφεραν μεγάλες απώλειες, περίπου 10.000 νεκροί και 66 πυροβολικά. Η σκήνη του Μεγάλου Βεζίρη έπεσε στα χέρια των αυτοκρατορικών μαζί με 160 Οθωμανικές σημαίες.

Συνέπειες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την μάχη, η Οθωμανική αυτοκρατορία έπεσε σε βαθιά κρίση. Πολύ στρατιώτες έκαναν ανταρσία και ο Μεγάλος Βεζίρης φοβόταν πως οι ίδιοι του η στρατιώτες θα τον σκότωναν. Όταν έφτασαν τα νέα της ήττας στην Κωνσταντινούπολη ορίστηκε νέος Μεγάλος Βεζίρης όμως δεν είχε στρατό να ηγηθεί, καθώς τα εναπομείναντα στρατεύματα των γενίτσαρων και των σπαχήδων επέστρεψαν στους διοικητές τους. Ο Σαρί Σουλεϊμάν Πασάς εκτελέστηκε και ο Σουλτάνος Μωάμεθ Δ' αντικαταστάθηκε από τον Σουλεϊμάν Β'.[8]

Αυτή η διχόνοια στα οθωμανικά στρατεύματα επέτρεψε στον αυτοκρατορικό στρατό του Αψβούργου να καταλάβει μεγάλες εκτάσεις γης. Το μεγαλύτερο μέρος της σημερινής Σλαβονίας και η Τρανσυλβανία ήρθαν κάτω από τον αυτοκρατορικό έλεγχο. Στις 9 Δεκεμβρίου ο Αρχιδούκας Ιωσήφ στέφθηκε βασιλιάς της Ουγγαρίας. Για ένα χρόνο η Οθωμανική αυτοκρατορία ήταν παράλυτη με αποτέλεσμα οι αυτοκρατορικές δυνάμεις να αποπειραθούν να καταλάβουν το Βελιγράδι και άλλες περιοχές των Βαλκανίων.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Conflict and Conquest in the Islamic World: A Historical Encyclopedia, by Alexander Mikaberidze, 2011, p. 590
  2. 2,0 2,1 2,2 Bodart 1908, σελ. 108.
  3. 3,0 3,1 Σφάλμα αναφοράς: Σφάλμα παραπομπής: Λανθασμένο <ref>. Δεν υπάρχει κείμενο για τις παραπομπές με όνομα Wentzcke 1943, p. 286.
  4. Dupuy, Ernest R. and Trevor N. Dupuy, The Harper Encyclopedia of Military History, 4th Ed., (HarperCollins Publishers, 1993), p,638 (ISBN 978-0-06-270056-8).
  5. Laffin, John, Brassey's Dictionary of Battles, (Barnes & Noble Inc., 1998), p. 193. (ISBN 978-0-7607-0767-8))
  6. «Lothringen, Karl Eugen von; Herzog von Elbeuf, Prinz von Lambesc». dx.doi.org. Ανακτήθηκε στις 15 Αυγούστου 2021. 
  7. Wentzcke, Paul, επιμ. (1974-12-31). Minerva-Handbücher, Archive. doi:10.1515/9783110817492. http://dx.doi.org/10.1515/9783110817492. 
  8. Kinross, Patrick Balfour, Baron (1979). The Ottoman centuries : the rise and fall of the Turkish empire (1st Morrow Quill pbk. ed έκδοση). New York: Morrow. ISBN 0-688-08093-6. 12211156. CS1 maint: Extra text (link)