Λυκάνθρωπος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ένας λυκάνθρωπος καταβροχθίζει μια γυναίκα. Από μια χάραξη του 19ου αιώνα. Από τη συλλογή Μανσελ, στο Λονδίνο.

Λυκάνθρωπος είναι ένας λαογραφικός ή μυθολογικός άνθρωπος που έχει την ικανότητα να αλλάξει τη μορφή του σε λύκο ή σε θηριανθρωπικό υβρίδιο πλάσμα που μοιάζει με λύκο, είτε σκοπίμως, είτε αφότου καταραστεί ή για παράδειγμα δαγκωθεί ή γρατζουνιστεί από έναν άλλο λυκάνθρωπο. Πρόσφατες πηγές για την πίστη στη λυκανθρωπία είναι του Πετρώνιου (27–66) και του Ζερβά του Τίλμπουρι (1150–1228).

Ο λυκάνθρωπος είναι μια ευρέως διαδεδομένη αντίληψη στην Ευρωπαϊκή λαογραφία, που υπάρχει σε πολλές παραλλαγές, οι οποίες σχετίζονται με την κοινή ανάπτυξη μιας χριστιανικής ερμηνείας των υποκείμενων της Ευρωπαϊκής λαογραφίας που αναπτύχθηκε κατά τη διάρκεια της μεσαιωνικής περιόδου. Από την πρώιμη σύγχρονη περίοδο, οι πεποιθήσεις για τους λυκανθρώπους εξαπλώθηκαν και στο Νέο Κόσμο με την αποικιοκρατία. Η πίστη στους λυκανθρώπους αναπτύχθηκε παράλληλα με την πίστη στις μάγισσες, κατά τη διάρκεια του όψιμου Μεσαίωνα και της πρώιμης σύγχρονης περιόδου. Όπως και στις επιδείξεις μαγείας στο σύνολό τους, η επίδειξη των υποτιθέμενων λυκανθρώπων εμφανίστηκε εκεί που βρίσκεται τώρα η Ελβετία (ειδικά στο Βαλαί και στο Βω) στις αρχές του 15ου αιώνα και εξαπλώθηκε σε όλη την Ευρώπη τον 16ο, κορυφώθηκε τον 17ο και υποχώρησε από τον 18ο αιώνα. Η καταδίωξη των λυκανθρώπων και η συσχετιζόμενη λαογραφία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του φαινομένου του «κυνηγιού μαγισσών», αν και ένα ελάχιστο μέρος από κατηγορίες λυκανθρωπισμού εμπλέκεται σε μόνο ένα μικρό κλάσμα της επίδειξης μαγείας.[1]


Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υποσημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Lorey (2000) records 280 known cases; this contrasts with a total number of 12,000 recorded cases of executions for witchcraft, or an estimated grand total of about 60,000, corresponding to 2% or 0.5% respectively. The recorded cases span the period of 1407 to 1725, peaking during the period of 1575–1657.