Λεύκιος Ιούλιος Καίσαρ (ύπατος το 90 π.Χ.)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Λεύκιος Ιούλιος Καίσαρ IV (ύπατος το 90 π.Χ.)
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
L.Iulius L.f.Sex.n. Caesar (Λατινικά)
Γέννηση2ος αιώνας π.Χ.
Αρχαία Ρώμη
Θάνατος87 π.Χ.
Χώρα πολιτογράφησηςΑρχαία Ρώμη
ΘρησκείαΡωμαϊκή θρησκεία
Πληροφορίες ασχολίας
ΙδιότηταΡωμαίος πολιτικός
ρωμαϊος στρατιωτικός
Οικογένεια
ΣύζυγοςΦουλβία[1][2][3]
ΤέκναΙουλία[1][4][5]
Λεύκιος Ιούλιος Καίσαρ V (ύπατος το 64 π.Χ.)[1][4][6]
ΓονείςLucius Julius Caesar[1][2][7] και Popillia[1][2][8]
ΑδέλφιαΓάιος Ιούλιος Καίσαρ Στράβων[1][2][9]
Julia
Quintus Lutatius Catulus (ετεροθαλής αδελφός από μητέρα)
ΟικογένειαJulii Caesares
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΑξίωμαΚήνσορας (89 π.Χ.)
Ρωμαίος συγκλητικός (neznámá hodnota–87 π.Χ.)[10]
Ύπατος στην αρχαία Ρώμη (90 π.Χ.)[10]
triumvir monetalis (103 π.Χ.)
Πραίτορας (95 π.Χ.)
Ρωμαίος έπαρχος (94 π.Χ., Μακεδονία)

Ο Λεύκιος Ιούλιος Καίσαρ IV, λατιν.: Lucius Julius Caesar (π. 134 - 87 π.Χ.) ήταν Ρωμαίος πολιτικός και στρατηγός στα τέλη του 2ου και στις αρχές του 1ου αι. π.Χ. Ασχολήθηκε με την πτώση του πληβείου τριβούνου Λεύκιου Απουλήιου Σατουρνίνου το 100 π.Χ. Ήταν ύπατος της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας το 90 π.Χ. κατά τη διάρκεια του Κοινωνικού Πολέμου. Κατά τη διάρκεια του πολέμου διοίκησε αρκετές Ρωμαϊκές λεγεώνες εναντίον των Ιταλών Συμμάχων (που από Σύμμαχοι είχαν τώρα εξεγερθεί). Του απονεμήθηκε ένας θρίαμβος για τις νίκες του στους Σαμνίτες στις Αχέρραι (Acerrae, νυν Άτσερα).

Καριέρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξελέγη praetor 9πραίτορας) για το 94 π.Χ., αν και δεν υπάρχουν αποδείξεις για την προηγούμενη ανάληψη των αξιωμάτων του quaestor (ταμία) και του aedile (ρυθμιστή). Το 93 π.Χ., ως propraetor, ήταν κυβερνήτης της Μακεδονίας.

Προξενεία και κοινωνικός πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα τέλη του 91 π.Χ. ήταν υποψήφιος για την υπατεία και εξελέγη ως ένας από τους δύο υπάτους για το 90 π.Χ. [11] Του ανέθεσαν να πολεμήσει ενάντια στη νότια ομάδα εξεγερμένων, ενώ ο συνύπατός του, Πόπλιος Ρουτίλιος Λούπος, πολεμούσε τη βόρεια ομάδα. Ο Λεύκιος Κορνήλιος Σύλλα, ο μεταγενέστερος δικτάτορας, ήταν ένας από τους υφισταμένους του Λεύκιου Ι. Καίσαρα (πιθανώς ο κύριος legatus (αντιπρόσωπός) του, επειδή στο τέλος της περιόδου των εκστρατειών ο Λεύκιος Καίσαρ άφησε στον Λ. Κ. Σύλλα τη διοίκηση τού στρατού του). Ο Λεύκιος Καίσαρας έστειλε μία δύναμη δύο λεγεώνων, για να αντιμετωπίσει τις εξεγερμένες δυνάμεις των Ιταλών που πολιορκούσαν την Aesernia (των Σαμνιτών, νυν Ιζέρνια), αλλά ηττήθηκαν και υποχώρησαν με απώλεια 2.000 ανδρών. [12] Μετά την ανασυγκρότηση τού στρατού του, και έχοντας λάβει κάποιες ενισχύσεις, ο Λεύκιος Καίσαρας βάδισε εναντίον του Σαμνίτη «υπάτου» Γαΐου Παπίου Μουτίλου, ο οποίος κινήθηκε προς το Acerrae. [13] Ο Μούτιλος επιτέθηκε αμέσως στο στρατόπεδο του Λεύκιου Καίσαρα, αλλά απομακρύνθηκε με απώλεια 6.000 ανδρών. [14] Ήταν η πρώτη ουσιαστική ήττα των εξεγερμένων κατά τη διάρκεια του πολέμου. [15] Ο Λεύκιος Καίσαρας προσπάθησε να μετακομίσει ξανά στην Aesernia, και βάδισε με τον στρατό του μέσα από την κοιλάδα του Βολτούρνου, αλλά έπεσε σε ενέδρα σε ένα βραχώδες στενό, που ονομάζεται φαράγγι του Μέλφα. [16] Δεδομένου ότι οι Ρωμαίοι περίμεναν μία ενέδρα, ήταν προετοιμασμένοι και πολέμησαν για να βγουν από την παγίδα, προς την κοντινή πόλη Τηανόν (Teanum). [17] Ο Καίσαρας έχασε περίπου 8.000 από τους 30.000 πεζικάριούς του, αλλά ο στρατός παρέμεινε άθικτος και συνέχισε στην Acerrae. εκεί όμως ιι Ρωμαίοι δεν μπόρεσαν να λύσουν την πολιορκία της Acerrae, αλλά κατάφεραν να ανυψώσουν το πνεύμα των υπερασπιστών και έτσι παρέμειναν. Στο τέλος της πολεμικής περιόδου του έτους, ο Λεύκιος Καίσαρ άφησε τον στρατό του σε χειμερινά στρατόπεδα στην Καμπανία (υπό τη διοίκηση του Σύλλα), ενώ επέστρεψε στη Ρώμη, για να προτείνει μία νομοθεσία (τη Lex Julia de civitate Latinis etociis danda) που έδινε τη ρωμαϊκή ιθαγένεια σε οποιονδήποτε Ιταλό, που δεν είχe πάρει τα όπλα εναντίον των Ρωμαίων. [18] Αυτό σηματοδότησε το σημείο καμπής του πολέμου. Για τη νίκη του επί του Μουτίλου, στον Λεύκιο Καίσαρα απονεμήθηκε να τελέσει θρίαμβο. [19] Έχοντας ολοκληρώσει τη χρονιά του ως υπάτου, ο Λεύκιος Καίσαρ παρέδωσε την υπατεία στον διάδοχό του και αναχώρησε για το Πικηνόν (Picenum, νυν Αμπρούτσο), όπου υπηρέτησε ως ανώτερος legatus στον Γναίο Πομπήιο Στράβωνα . [20] Το 89 π.Χ. ο Λεύκιος ή ο συγγενής του Σέξτος (οι πηγές δεν είναι ξεκάθαρες) προκάλεσε μεγάλη ήττα στους εξεγερμένους έξω από το Άσκουλον (Asculum, νυν Άσκολι Πιτσένο), πέφτοντας στον εχθρό (τους Σαβίνους) που μετακινείτο σε νέο στρατόπεδο, σκοτώνοντας 8.000 και διώκοντας τους υπόλοιπους. [21] Ο Λεύκιος Καίσαρ έγινε επίσης censor (τιμητής) το 89 και λόγω της επιτυχίας του lex Julian, έγινε υπεύθυνος για την κατανομή νέων πολιτών σε περιοχές ψηφοφορίας, αλλά δεν μπόρεσε να το κάνει λόγω της συνεχιζόμενης εμφύλιας σύγκρουσης. [22] Ο συνάδελφός του σε αυτό το έργο ήταν ο πρώην ύπατος, Πόπλιος Λικίνιος Κράσσος (πατέρας του Mάρκου Λικινίου Κράσσου, ενός της Τριανδρίας).

Τέλος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Λεύκιος Καίσαρας και ο αδελφός του Γάιος Ιούλιος Καίσαρας Στράβων Βόππος, σκοτώθηκαν το 87 π.Χ. κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου του Οκταβιανού μεταξύ του Γάιου Μάριου και του Λεύκιου Κορνήλιου Σύλλα: [23] αφού ο Σύλλας είχε φύγει για την Ανατολή για να πολεμήσει εναντίον του Μιθριδάτη ΣΤ΄ του Πόντου, ο Μάριος επέστρεψε από την εξορία και άρχισε να εκτελεί τους πολιτικούς του αντιπάλους. [24] Ο Λεύκιος και ο Γάιος Ι. Κ. Σ. Β. ήταν μεταξύ των πρώτων θυμάτων του. Σύμφωνα με τον Τ. Λίβιο, τα κεφάλια τους εμφανίστηκαν σε πασσάλους στην εξέδρα των ομιλητών (στη Ρόστρα) της Αγοράς.

Οικογένεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα παιδιά του, από τη σύζυγό του Φουλβία, [25] ήταν:

Βιβλιογραφικές αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Livius.org: Lucius Julius Caesar
  • Münzer, Friedrich, " Iulius 142 ", Realencyclopädie der classischen Altertumswissenschaft, τόμος 19 (X.1), Metzlerscher Verlag (Στουτγκάρδη, 1918), στήλες 465–468.
  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 1,4 1,5 1,6 1,7 www.strachan.dk/family/iulius_patrician.htm.
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 2,4 2,5 «Digital Prosopography of the Roman Republic» (Αγγλικά) 1825. Ανακτήθηκε στις 10  Ιουνίου 2021.
  3. «Digital Prosopography of the Roman Republic» (Αγγλικά) 3993. Ανακτήθηκε στις 10  Ιουνίου 2021.
  4. 4,0 4,1 «Digital Prosopography of the Roman Republic» (Αγγλικά) 1825. Ανακτήθηκε στις 10  Ιουνίου 2021.
  5. «Digital Prosopography of the Roman Republic» (Αγγλικά) 3878. Ανακτήθηκε στις 10  Ιουνίου 2021.
  6. «Digital Prosopography of the Roman Republic» (Αγγλικά) 2044. Ανακτήθηκε στις 10  Ιουνίου 2021.
  7. 7,0 7,1 «Digital Prosopography of the Roman Republic» (Αγγλικά) 3201. Ανακτήθηκε στις 10  Ιουνίου 2021.
  8. 8,0 8,1 «Digital Prosopography of the Roman Republic» (Αγγλικά) 4009. Ανακτήθηκε στις 10  Ιουνίου 2021.
  9. «Digital Prosopography of the Roman Republic» (Αγγλικά) 1798. Ανακτήθηκε στις 10  Ιουνίου 2021.
  10. 10,0 10,1 Thomas Robert Shannon Broughton: «The Magistrates of the Roman Republic» (Αγγλικά) Αμερικανική Φιλολογική Εταιρεία. 1951. ISBN-10 0-89130-812-1.
  11. Philip Matyszak, Cataclysm 90 BC, p. 81.
  12. Philip Matyszak, Cataclysm 90 BC, p. 86; Lynda Telford, Sulla: A Dictator Reconsidered, pp 86-87.
  13. Philip Matyszak, Cataclysm 90 BC, p. 87.
  14. Philip Matyszak, Cataclysm 90 BC, pp 87-88; Lynda Telford, Sulla: A Dictator Reconsidered, p. 89.
  15. Philip Matyszak, Cataclysm 90 BC, p. 88.
  16. Philip Matyszak, Cataclysm 90 BC, p. 96; Lynda Telford, Sulla: A Dictator Reconsidered, p. 89.
  17. Philip Matyszak, Cataclysm 90 BC, p. 96.
  18. Philip Matyszak, Cataclysm 90 BC, p. 99; Lynda Telford, Sulla: A Dictator Reconsidered, p. 90.
  19. Lynda Telford, Sulla: A Dictator Reconsidered, p. 90.
  20. Philip Matyszak, Cataclysm 90 BC, p. 102.
  21. Philip Matyszak, Cataclysm 90 BC, pp 103-104.
  22. M. Tullius Cicero, For Archias, 11
  23. Lynda Telford, Sulla: A Dicatator Reconsidered, p. 114.
  24. Lynda Telford, Sulla: A Dicatator Reconsidered, pp 113-114.
  25. Napoleon III. Histoire de Jules César Volume 1, p. 253 Paris: H. Plon 1865