Λάμοραλ, κόμης του Έγκμοντ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Λάμοραλ, κόμης του Έγκμοντ
Lamoral d'Egmont.jpg
Γέννηση
County of Hainaut
Θάνατος
Βρυξέλλες
Αιτία θανάτου αποκεφαλισμός
Ιδιότητα κοντοτιέρος και πολιτικός
Σύζυγος Sabina, Duchess of Bavaria
Τέκνα Philip, Count of Egmont, Maria Christina of Egmont, Sabina of Egmont, Lamoraal II van Egmont και Karel II van Egmont
Γονείς John IV of Egmont και Françoise of Luxemburg
Αδέλφια Charles I of Egmont
Βραβεύσεις Ιππότης του Τάγματος του Χρυσόμαλλου Δέρατος
Commons page Πολυμέσα
Άγαλμα του Λάμοραλ, Κόμη του Έγκμοντ, μπροστά από το κάστρο του Έγκμοντ στο Zottegem

Ο Λάμοραλ, Κόμης του Έγκμοντ, Πρίγκιπας του Γκάβερε (Lamoraal van Egmont, 18 Νοεμβρίου 15225 Ιουνίου 1568) ήταν στρατηγός και πολιτικός στην Ολλανδία των Αψβούργων, λίγο πριν από την έναρξη του Ογδοηκονταετούς Πολέμου. Η εκτέλεση του κόμη του Έγκμοντ συνέβαλε στην εθνική εξέγερση που τελικά οδήγησε στην ανεξαρτησία της Ολλανδίας[1].

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Κόμης του Έγκμοντ ήταν επικεφαλής μίας από τις πιο πλούσιες και ισχυρές οικογένειες στις Κάτω Χώρες. Ένα σκέλος του Οίκου των Έγκμοντ ήταν μέσω πατριαρχικής διαδοχής οι άρχοντες του ανεξάρτητου Δουκάτου του Γκέλντερς μέχρι το 1538. Ο Λάμοραλ γεννήθηκε στο La Hamaide, που βρίσκεται κοντά στο Ellezelles. Ο πατέρας του ήταν ο Ιωάννης IV of Egmont, Ιππότης του Τάγματος του Χρυσόμαλλου Δέρατος. Η μητέρα του ήταν απόγονος του Οίκου του Λουξεμβούργου, από τη γενεολογική γραμμή των δευτερότοκων κληρονόμων, και μέσω αυτής κληρονόμησε τον τίτλο Πρίγκιπας του Γκάβερε.[2]. Σε νεαρή ηλικία απέκτησε στρατιωτική εκπαίδευση στην Ισπανία. Το 1542 κληρονόμησε την περιουσία του μεγαλύτερου αδελφού του Κάρολου στην Ολλανδία. Το οικογενειακό του στάτους αυξήθηκε όταν το 1544 παντρεύτηκε στο Spires παρουσία του Αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και του Αρχιδούκα Φερδινάνδου Α΄ την Sabina, Δούκισσα της Βαυαρίας, ο αδελφός της οποίας Φρεδερίκος ΙΙΙ έγινε Ελέκτορας του Παλατινάτου του Ρήνου[1].

Στην υπηρεσία του στον Ισπανικό στρατό, νίκησε τους Γάλλους στην Μάχη του St. Quentin (1557) και στη Μάχη του Γκραβελίν (1558). Ο Έγκμοντ διορίστηκε το 1559 Διοικητής της Φλάνδρας και του Αρτουά, σε ηλικία μόλις 37 ετών.

Ως ευγενής στην Ολλανδία των Αψβούργων, ο Έγκμοντ μέλος του Συμβουλίου του Κράτους της Φλάνδρας και Αρτουά του βασιλιά Φίλιππου Β΄. Μαζί με τον Γουλιέλμο Α΄ και τονΦιλίπ του Μονμορανσύ, Κόμητος του Horn, εναντιώθηκε στο να εγκαθιδρυθεί η Ιερά Εξέταση στην Φλάνδρα από τον καρδινάλιο Antoine Perrenot Granvelle, επίσκοπο της πόλης Αράς. Ο Έγκμοντ απείλησε μέχρι και να παραιτηθεί, αλλά μετά την αποχώρηση του Granvelle, συμφιλιώθηκε για το ζήτημα με τον βασιλιά. Το 1565 με τα κονδύλιά του να τελειώνουν, καθώς κάλυπτε τη Διοίκηση των Κάτω Χωρών από την περιουσία του, πήγε στη Μαδρίτη για να παρακαλέσει τον βασιλιά της Ισπανίας Φίλιππο Β΄ να αλλάξει την πολιτική του στην Ολλανδία, αλλά αποκόμισε μόνο τυπικές ευγένειες, και όχι την υποστήριξη που ανέμενε[1].

Λίγο καιρό μετά άρχισε στην Ολλανδία το "Beeldenstorm", μεγάλες αναταραχές με καταστροφές σε Καθολικές εκκλησίες, και η αντίσταση ενάντια στην Ισπανική κατοχή της Ολλανδίας αυξήθηκε. Ως πιστός καθολικός, ο Έγκμοντ καταδίκασε τις αναταραχές και παρέμεινε πιστός στον Ισπανό βασιλιά.

Όταν ο Φίλιππος Β' έστειλε στην Ολλανδία τον Δούκα της Άλμπα, ο Γουλιέλμος αποφάσισε να φύγει από τις Βρυξέλλες. Ο Έγκμοντ, αποφεύγοντας όπως πάντα να κάνει οτιδήποτε μπορούσε να προσβάλει τον βασιλιά, δεν έλαβε υπόψη του την προειδοποίηση του Γουλιέλμου να εγκαταλείψει κι αυτός την πόλη, και έτσι αυτός και ο Κόμης του Horn παρέμειναν. Με το που έφτασε, ο Δούκας της Άλμπα τους συνέλαβε με την κατηγορία της αίρεσης, και τους φυλάκισε στο κάστρο στην Γάνδη, αναγκάζοντας την γυναίκα και τα 11 παιδιά του να αναζητήσουν καταφύγιο σε ένα μοναστήρι. Εκκλήσεις για αμνηστία έφτασαν στον Ισπανό βασιλιά από όλη την Ευρώπη, όπως και από ανεξάρτητα Βασίλεια, από το Τάγμα του Χρυσόμαλλου Δέρατος (καθώς και οι δύο ήταν μέλη και τυπικά είχαν αμνηστία, με δικαίωμα να δικαστούν από κανένα άλλον παρά από μέλη του Τάγματος), και τον συγγενή του βασιλιά, Αυτοκράτορα Μαξιμιλιανό Β', εκκλήσεις οι οποίες δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα.

Εκτέλεση και καταστροφή του Κάστρου Έγκμοντ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άγαλμα του Έγκμοντ στη μέση της παλιάς τάφρου. Πίσω του η Προτεσταντική εκκλησία που χτίστηκε έξω από την τάφρο απ' ό,τι απέμεινε από το Κάστρο Έγκμοντ.
Άγαλμα του Έγκμοντ και Horn, Petit Sablon / Πλατεία Kleine Zavel, Βρυξέλλες

Στις 4 Ιουνίου ο Έγκμοντ και ο Horn καταδικάστηκαν σε θάνατο, και εκείνο το βράδυ κρατήθηκαν στο maison du roi. Στις 5 Ιουνίου του 1568 οι δύο άντρες, 46 και 44 ετών αντίστοιχα, αποκεφαλίστηκαν στην Γκραν Πλας, με την στάση αξιοπρέπειας του Έγκμοντ ο οποίος δεν διαμαρτυρήθηκε, να τυγχάνει ευρείας προσοχής. Ο θάνατός τους οδήγησε σε διαμαρτυρίες σε όλη την Ολλανδία, και συνέβαλε στην αντίσταση εναντίον των Ισπανών. Ο Έγκμοντ είναι θαμμένος στο Zottegem[3]. Το κάστρο του στο Egmond aan den Hoef καταστράφηκε το 1573. Ένα άγαλμα έχει ανεγερθεί στα ερείπια εκεί στη μνήμη του.

Σήμερα υπάρχει άγαλμα των Έγκμοντ και Horn στο Petit Sablon / Πλατεία Kleine Zavel στις Βρυξέλλες. Οι δυο τους μνημονεύονται ως οι πρώτοι ηγέτες της Ολλανδικής επανάστασης, που άνοιξαν τον δρόμο στον Γουλιέλμο Α΄, ο οποίος αύξησε την ισχύ του και ανέλαβε την ηγεσία μετά την εκτέλεσή τους. Ο Γουλιέλμος Α΄ δολοφονήθηκε στο Ντελφτ το 1584, αφού πριν είχε επιτύχει να απελευθερώσει μέρη της Ολλανδίας τα πρώτα χρόνια του Ογδοηκονταετούς Πολέμου (1568–1648).

Οι θέσεις και η τεράστια περιουσία που κατείχε ο Έγκμοντ πριν την εκτέλεσή του πέρασαν στον Πρίγκιπα-Επίσκοπο της Λιέγης. Οι τίτλοι του περιελάμβαναν αυτούς των Κόμης του Egmont (ή Egmond), Πρίγκιπας του Gavere και van Steenhuysen, Βαρώνος των de Fiennes, Gaesbeke και La Hamaide, Λόρδος των de Purmerent, Hoogwoude, Aertswoude, Beyerland, Sottenghien, Dondes, Auxy και Baer. Ένα μέρος αυτής γης, που αντιστοιχούσε στους παραπάνω τίτλους, τελικά επιστράφηκε στους κληρονόμους του από τον Επίσκοπο, κυρίως το 1600. Ήταν μετά από διορισμό Γενικός Διοικητής των Κάτω Χωρών κατά τη βασιλεία του Καρόλου Ε΄, Ιππότης του Τάγματος του Χρυσόμαλλου Δέρατος από το 1546, και Αυτοκρατορικός Θησαυροφύλακας. Παρόλο το στίγμα της προδοσίας και της πτώχευσης της οικογένειάς του, η ανηψιά του Λουΐζα της Λωρραίνης έγινε η σύζυγος του βασιλιά της Γαλλίας Ερρίκου Γ΄ το 1575.

Αναφορές στην λογοτεχνία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Κόμης του Έγκμοντ είναι ο κύριος χαρακτήρας στο θεατρικό έργο του Γκαίτε, με τίτλο Egmont. Το 1810 ο Μπετόβεν συνέθεσε την εισαγωγή και μουσική για το ανέβασμα / αναβίωση του θεατρικού.

Σημειώσεις και παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 «Egmont (Egmond), Lamoral, Count of». Encyclopædia Britannica Eleventh Edition. 1911. 
  2. The complicated series of inheritances through which Gavre/Gavere in Flanders and its dependencies passed through the heiress Beatrix de Gavre to Guy IX de Laval and was sold in 1515 to Jacques de Luxembourg, is sketched in Arthur Bertrand de Broussillon, Paul de Farcy, Eugène Vallée, La maison de Laval, 1020-1605 (1895-1903), vol. 4 Les Montfort-Laval et leur cadets, 1501-1605, s.v. "Guy XVI" de Laval, pp. 5-7.
  3. «Egmont (Egmond), Lamoral, Count of». Encyclopædia Britannica Eleventh Edition. 1911. «"...in the storm of terror and exasperation to which this tragedy gave rise Egmont's failings were forgotten, and he and his fellow-victim to Spanish tyranny were glorified in the popular imagination as martyrs of Flemish freedom. From this memorable event...is usually dated the beginning of the famous revolt of the Netherlands."». 
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Lamoral, Count of Egmont της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).