Μετάβαση στο περιεχόμενο

Προεστοί

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Κοτζαμπάσηδες)
Ο Ιωάννης Λογοθέτης, προεστός της Λειβαδιάς. Λουί Ντυπρέ (1825)

Οι προεστοί ή προεστώτες, γνωστοί επίσης ως πρόκριτοι, κοτζαμπάσηδες (εκ του τουρκικού kocabaşı, από τα koca = μέγας, μεγάλος, γέροντας και başı = κεφαλή, αρχηγός), δημογέροντες ή πρωτόγεροι, αποτελούσαν τους κοινοτικούς άρχοντες των ελληνικών χριστιανικών ορθόδοξων πληθυσμών κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας.[1][2] Αναλάμβαναν ηγετικό ρόλο σε επίπεδο επαρχίας, συγκροτώντας τη δεύτερη βαθμίδα της τοπικής αυτοδιοίκησης εντός του οθωμανικού διοικητικού συστήματος.

Οι προεστοί λειτουργούσαν ως θεσμικοί εκπρόσωποι των χριστιανικών κοινοτήτων έναντι της οθωμανικής εξουσίας, με αρμοδιότητες που εκτείνονταν σε διοικητικά, οικονομικά και αστυνομικά καθήκοντα. Ο τρόπος ανάδειξής τους ποίκιλλε: σε ορισμένες περιπτώσεις διορίζονταν απευθείας από την οθωμανική διοίκηση, ενώ σε άλλες εκλέγονταν από τα τοπικά συμβούλια δημογερόντων των χωριών.

Ο θεσμός των προεστών καταργήθηκε επισήμως το 1833 με την έκδοση του νόμου «Περί των Δήμων» από την Αντιβασιλεία του Όθωνα.[3] Με τη θεσμοθέτηση του νέου πλαισίου τοπικής αυτοδιοίκησης, οι δήμαρχοι αναδείχθηκαν ως οι νέοι επίσημοι εκπρόσωποι των τοπικών κοινωνιών, αντικαθιστώντας τους παραδοσιακούς προκρίτους.[4][5]

Οι χριστιανικοί πληθυσμοί της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας διατήρησαν ένα θεσμικά ανεκτό σύστημα κοινοτικής αυτοδιοίκησης και εσωτερικής οργάνωσης. Οι διαδοχικοί Σουλτάνοι, επιδιώκοντας τη διατήρηση της συνοχής της πολυεθνοτικής και πολυθρησκευτικής επικράτειας, υιοθέτησαν διοικητικά μέτρα που αποσκοπούσαν στον αποτελεσματικό έλεγχο των μη μουσουλμανικών πληθυσμών, εντός ενός πλαισίου ανεκτικότητας και θεσμικού κατακερματισμού. Σε αυτό το πλαίσιο διαμορφώθηκε και ο θεσμός των δημογεροντιών, τοπικά συμβούλια που αποτελούνταν από εκλεγμένους δημογέροντες σε επίπεδο χωριού. Τα συμβούλια αυτά αναλάμβαναν, μεταξύ άλλων, την εκλογή προεστών ή προκρίτων, οι οποίοι αναλάμβαναν την εκπροσώπηση των κοινοτήτων σε επαρχιακό επίπεδο έναντι των Οθωμανικών αρχών.

Η οθωμανική διοίκηση, με κύρια μέριμνα την έγκαιρη και απρόσκοπτη είσπραξη των φόρων καθώς και τη διατήρηση της δημόσιας τάξης, παρείχε σχετική αυτονομία στις χριστιανικές κοινότητες. Υπό την προϋπόθεση της τήρησης της νομιμότητας και της φορολογικής συνέπειας, οι κοινότητες απολάμβαναν ελευθερία στη ρύθμιση των οικονομικών και εσωτερικών τους ζητημάτων.

Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι αρκετές κοινότητες στον ελλαδικό χώρο κατόρθωσαν, για διάφορους λόγους, να εξασφαλίσουν από τον Σουλτάνο ειδικά καθεστώτα διοικητικής ελευθερίας, τα λεγόμενα «κοινοτικά προνόμια», τα οποία προσέδιδαν ενισχυμένη αυτοτέλεια και ιδιαίτερο θεσμικό καθεστώς.[6]

Πριν από το έτος 1765, οι ελληνικές κοινότητες εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας λειτουργούσαν κατά βάση άτυπα, δίχως νομική θεσμοθέτηση, βασιζόμενες κυρίως σε τοπικές εθιμικές πρακτικές και με την ανοχή ή/και έγκριση των κατά τόπους οθωμανικών διοικητικών αρχών. Οι προεστοί, οι οποίοι ασκούσαν ηγετικά καθήκοντα εντός των κοινοτήτων, προέρχονταν κατά κανόνα από ευκατάστατες οικογένειες γαιοκτημόνων ή εμπόρων, τους επονομαζόμενους και «προύχοντες». Η επιλογή τους εδραζόταν όχι μόνο στην οικονομική τους επιφάνεια αλλά και σε προσωπικά γνωρίσματα, όπως η τιμιότητα, η διοικητική ικανότητα, η ώριμη ηλικία, καθώς και η ύπαρξη στενών διασυνδέσεων με την οθωμανική εξουσία της περιοχής.

Η διαδικασία ανάδειξής τους δεν ακολουθούσε ενιαίο νομικό ή διοικητικό πρότυπο σε όλη την επικράτεια· σε ορισμένες περιοχές αναφέρεται ότι οι προεστοί εκλέγονταν απευθείας από την τοπική κοινωνία, όχι μέσω τυπικής ψηφοφορίας, αλλά δια βοής, σε ανοικτό δημόσιο χώρο, συνήθως κατά την περίοδο μεταξύ 1ης Μαρτίου και 23ης Απριλίου (εορτή του Αγίου Γεωργίου), κατόπιν πρόσκλησης των απερχόμενων προκρίτων.[7] Η θητεία των προεστών διαρκούσε συνήθως ένα έτος, χωρίς να αποκλείεται η επέκτασή της, εφόσον διατηρούσαν την εμπιστοσύνη της κοινότητας και δεν ανακύπταν διαφωνίες ή ενστάσεις. Σε άλλες περιπτώσεις, οι πρόκριτοι αναδεικνύονταν από τους δημογέροντες των χωριών της ευρύτερης περιφέρειας, λειτουργώντας ως δεύτερη βαθμίδα τοπικής αυτοδιοίκησης, με πρώτη αυτή των κατά τόπους δημογερόντων.[4][8] Η εκλογή τους, ανεξαρτήτως της διαδικασίας, απαιτούσε την επίσημη επικύρωση από τον Οθωμανό διοικητή της περιοχής — Πασά ή Βαλή. Η αναγνώριση του αξιώματός τους συνδεόταν με την εκ των προτέρων καταβολή του συνολικού ετήσιου φόρου των κοινοτήτων που εκπροσωπούσαν· ποσό το οποίο στη συνέχεια εισέπρατταν σταδιακά από τους κατοίκους.

Ενδεικτικώς, στο Πασαλίκι των Ιωαννίνων η ανάδειξη των προκρίτων πραγματοποιούνταν συχνά με απευθείας διορισμό από τον Αλή Πασά, γεγονός που αποτυπώνει τη συγκεντρωτική φύση της τοπικής εξουσίας. Στην ιδιαίτερη περίπτωση του μπεηλικίου της Μάνης και της Κρήτης, οι προκριθέντες αποκαλούνταν συνήθως «καπετάνιοι» ή «καπεταναίοι» και επιλέγονταν βάσει ανδραγαθίας, οικογενειακής ισχύος και αριθμού αρρένων απογόνων, κριτήρια που λειτουργούσαν ως ένδειξη κύρους και δυναμικής εντός της τοπικής κοινωνίας. Παρά ταύτα, η υποχρέωση καταβολής φόρων στις εν λόγω περιοχές ήταν ελάχιστη ή και ανύπαρκτη. Στα νησιά του Αιγαίου, οι πρόκριτοι προέρχονταν κατά κύριο λόγο από τα στρώματα των ναυτικών και των εμπόρων, ιδίως των καραβοκύρηδων. Αντιθέτως, στην Κύπρο, από το έτος 1754 και εφεξής, ο τίτλος του κοτζαμπάση αποδιδόταν στους αρχιερείς, οι οποίοι, πέρα από τα εκκλησιαστικά τους καθήκοντα, αναλάμβαναν και πολιτικές–διοικητικές αρμοδιότητες εντός του πλαισίου της τοπικής αυτοδιοίκησης.[9]

Κάθε χωριό ή κωμόπολη του ελλαδικού χώρου κατά την Οθωμανική περίοδο διέθετε τον δικό της προεστό, ο οποίος αναδεικνυόταν συνήθως μέσα από το σώμα των τοπικών δημογερόντων. Ο προεστός αποτελούσε το κορυφαίο όργανο της κοινοτικής διοίκησης και κατείχε τη σφραγίδα της κοινότητας, σύμβολο διοικητικής εξουσίας και νομιμοποίησης των πράξεών του. Η αρμοδιότητά του εκτεινόταν τόσο σε διοικητικά όσο και σε δικαστικά καθήκοντα, ιδίως για υποθέσεις ήσσονος σημασίας, τις οποίες χειριζόταν κατά βάση με βάση το τοπικό εθιμικό δίκαιο. Είχε την ευθύνη εξομάλυνσης ενδοκοινοτικών διαφορών και, σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορούσε να επιβάλει περιορισμένες ποινές, εντός των πλαισίων της εθιμικής νομιμότητας. Πλαισιωνόταν από ένα συμβούλιο δημογερόντων, ενώ σε ζητήματα μείζονος σημασίας όφειλε να συγκαλεί γενική συνέλευση των κατοίκων, στο πλαίσιο της οποίας λαμβάνονταν συλλογικές αποφάσεις. Ένα από τα σημαντικότερα καθήκοντά του ήταν η διαχείριση της φορολογικής υποχρέωσης των κατοίκων. Εκπροσωπώντας την Οθωμανική διοίκηση σε τοπικό επίπεδο, ο προεστός ήταν επιφορτισμένος με την εκτίμηση της φοροδοτικής ικανότητας κάθε μέλους της κοινότητας, τη σύνταξη των σχετικών φορολογικών καταλόγων και την είσπραξη των αναλογούντων φόρων. Ήταν, επιπλέον, υπεύθυνος για τη διατήρηση της τάξης και λογοδοτούσε άμεσα προς τον Οθωμανό διοικητή της περιφέρειας. Σε ευρύτερο περιφερειακό επίπεδο, οι προεστοί κάθε περιοχής εξέλεγαν έναν αντιπρόσωπο στην έδρα του κατά τόπους Πασά ή Βαλή, ο οποίος έφερε τον τίτλο του «Αγιάν» ή «Αγιάνη». Σε επίπεδο κεντρικής εξουσίας, δηλαδή στην Κωνσταντινούπολη, ο αντιπρόσωπος των προεστών μιας διοικητικής περιφέρειας έφερε τον τίτλο «Βεκίλης». Ο Βεκίλης λειτουργούσε ως πολιτικός διαμεσολαβητής μεταξύ της Υψηλής Πύλης και των χριστιανικών κοινοτήτων, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις, κυρίως στον Μοριά, κατάφερνε να επιτύχει ακόμη και την αντικατάσταση Οθωμανών διοικητών, επιβεβαιώνοντας την ισχύ και την επιρροή του θεσμού.

Ο ιστορικός Τζορτζ Φίνλεϊ παρατηρεί χαρακτηριστικά: «Οι προεστοί της Ελλάδας αποτελούσαν το υποκατάστατο μιας αριστοκρατίας. Η προστασία της Οθωμανικής κυβερνήσεως βαθμιαία δημιούργησε μια ελληνική αριστοκρατία διοικητικών οργάνων και φοροεισπρακτόρων. Η ηθική και πολιτική θέση τούτης της τάξεως αποδόθηκε άριστα με την ονομασία τους σαν είδος Χριστιανών Τούρκων.»

Ωστόσο, δεν ήταν όλοι οι πρόκριτοι αντάξιοι της αποστολής τους. Ορισμένοι εξ αυτών υπερέβησαν τα όρια της εξουσίας τους, επιδεικνύοντας ιδιοτελή και αυταρχική συμπεριφορά, σε βαθμό που συχνά θεωρούνταν περισσότερο καταπιεστικοί ακόμη και από τους Οθωμανούς αξιωματούχους. Ενδεικτική της λαϊκής δυσαρέσκειας είναι η παροιμιώδης φράση «Τι Μπραΐμης, τι Ζαΐμης!», η οποία εξομοίωνε τον Ιμπραήμ Πασά με τον πρόκριτο Ανδρέα Ζαΐμη. Αντίστοιχα, η λέξη «κοτζάμπασης» απέκτησε ήδη από τότε, και διατηρεί ακόμη σήμερα σε ορισμένα συμφραζόμενα, αρνητική σημασιολογική φόρτιση, ταυτιζόμενη με πρόσωπο αυταρχικό, καταχρηστικό ή δεσποτικό στην άσκηση εξουσίας.

Οι πρόκριτοι μετά την επανάσταση του 1821

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, ο παραδοσιακός θεσμός των προκρίτων, ο οποίος έως τότε αποτελούσε ακρογωνιαίο λίθο της τοπικής αυτοδιοίκησης στον ελλαδικό χώρο υπό οθωμανική κυριαρχία, προσέφερε το αναγκαίο ανθρώπινο δυναμικό για τη συγκρότηση των νεοσχηματισμένων επαναστατικών διοικήσεων. Προεστοί και πρόκριτοι, αξιοποιώντας το θεσμικό και κοινωνικό τους κύρος, ενσωματώθηκαν στους πρώτους πολιτικούς οργανισμούς της Επανάστασης: στη Συνέλευση της Βοστίτσας (Ιανουάριος 1821), στη Σύσκεψη των Καλτεζών (Μάιος 1821), από την οποία αναδείχθηκε η Πελοποννησιακή Γερουσία, στον Άρειο Πάγο της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος, καθώς και στον Οργανισμό της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος με έδρα το Μεσολόγγι. Οι τοπικοί αυτοί θεσμοί λειτούργησαν ως μεταβατικά διοικητικά σχήματα, τα οποία οδήγησαν στην ανάγκη δημιουργίας ενιαίας κεντρικής εξουσίας, όπως αυτή συγκροτήθηκε μέσω των Εθνοσυνελεύσεων και των εκλεγμένων πληρεξουσίων, καθώς και των διαδοχικών Προσωρινών Διοικήσεων της Ελλάδος.

Η επίσημη κατάργηση του θεσμού των προκρίτων επήλθε το 1833, κατά την περίοδο της Αντιβασιλείας του Όθωνα, με την ψήφιση του πρώτου νόμου «Περί Δήμων». Με την εφαρμογή του νέου νομοθετικού πλαισίου, η τοπική εξουσία μεταβιβάστηκε στους, διορισμένους αρχικά, Δημάρχους, οι οποίοι αντικατέστησαν θεσμικά και διοικητικά τους παραδοσιακούς προκρίτους, σηματοδοτώντας έτσι τη μετάβαση από την κοινοτική στην κρατική μορφή διοίκησης.[4][3]

Ο όρος «κοτζαμπασισμός» χρησιμοποιείται για να περιγράψει ένα σύνολο συμπεριφορών και πρακτικών που συνδέονται με τον τρόπο άσκησης εξουσίας των κοτζαμπάσηδων (ή προκρίτων), κυρίως κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, αλλά και κατά τους χρόνους της Επανάστασης του 1821 και της μετεπαναστατικής περιόδου. Ο κοτζαμπασισμός συνδέεται στενά με φαινόμενα αυταρχισμού, αυθαιρεσίας και κατάχρησης εξουσίας, ενώ σε πολλές περιπτώσεις συνοδεύτηκε από στενή διαπλοκή με την οθωμανική διοίκηση και, αργότερα, με τον νεοσύστατο ελληνικό κρατικό μηχανισμό. Ιδιαίτερα κατά τη μετεπαναστατική περίοδο, μέλη της πρώην τάξης των προκρίτων φέρονται να πρωταγωνίστησαν στην καταπάτηση δημόσιας και ιδιωτικής γης, στην ιδιοποίηση περιουσιών και στην κατάχρηση δημοσίων οικονομικών πόρων, εδραιώνοντας έτσι ένα σύστημα πελατειακών σχέσεων και τοπικής δεσποτείας.[10]

Η λέξη «κοτζαμπασισμός» μαρτυρείται ήδη το 1883 στην εφημερίδα Εφημερίς, αποτελώντας ένδειξη της διαχρονικής επιβίωσης και αρνητικής φόρτισης του φαινομένου στη συλλογική μνήμη.[11]

Ιδιαιτέρως σκληρές ήταν οι επικρίσεις σημαντικών πολιτικών και πνευματικών προσωπικοτήτων της εποχής. Ο Γεώργιος Κουντουριώτης, αναφερόμενος στους κοτζαμπάσηδες, έλεγε χαρακτηριστικά: «Ούτοι μήτε κατά θεωρίαν, μήτε κατά πράξιν εγνώρισαν ποτέ την δικαιοσύνην.» Ο Ιωάννης Καποδίστριας, σε αυστηρό τόνο, τους περιέγραφε ως «Τούρκους φέροντας όνομα Χριστιανών», υποδηλώνοντας την ηθική και πολιτική αλλοτρίωση τους. Ο Αδαμάντιος Κοραής, επίσης, δεν παρέλειψε να ασκήσει σφοδρή κριτική στον ρόλο των προκρίτων, ενώ ο στρατηγός Ιωάννης Μακρυγιάννης, μέσα από τα Απομνημονεύματά του, καυτηριάζει επανειλημμένως τη συμπεριφορά τους. Την ίδια γραμμή υιοθέτησε και ο τύπος της εποχής, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την εφημερίδα Φίλος του Νόμου, η οποία συχνά στιγματίζει με δριμύτητα τη δράση αυτών των προσώπων.

  1. Παπαγεωργίου 2005, σελ. 60
  2. λήμμα «προεστώς», Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης, Επιμ. Γεωργ. Ζευγώλη, εκδ. Πρωίας, Αθήνα, 1933
  3. 1 2 ΦΕΚ A 3 - 10.01.1834, (7 Δεκεμβρίου 1833 / 8 Ιανουαρίου 1834) Νόμος περί συστάσεων των Δήμων
  4. 1 2 3 Λήμμα «προεστώς», Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Ελευθερουδάκη, Αθήνα, 1930
  5. Πύλια 2001, σελ. 70
  6. Πύλια 2001, σελ. 75
  7. «Κων. Α. Οικονόμου, "Η Λάρισα και η θεσσαλική ιστορία", Λάρισα, 2009, τ. Δ', σ. 31.». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 27 Σεπτεμβρίου 2020. Ανακτήθηκε στις 4 Νοεμβρίου 2016.
  8. Δημοτική Διοίκησις εν Ελλάδι, τόμος Α΄, Π. Αργυρόπουλος, εν Αθήναις, εκ της Φιλολάου Τυπογραφίας, 1843, σελ. 31-32
  9. «Μιχαήλ Ν. Μιχάλης, Η διαδικασία συγκρότησης ενός θεσμού εξουσίας. Εκκλησία της Κύπρου 1754 – 1910, Διδακτορική Διατριβή, Τμήμα Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου, 2004, σ. 58, 59» (PDF). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο (PDF) στις 20 Σεπτεμβρίου 2016. Ανακτήθηκε στις 7 Οκτωβρίου 2016.
  10. Δανίκας, Δημήτρης (2012-03-22). «Κοτζαμπάσηδες». Το Βήμα online. http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=449946. Ανακτήθηκε στις 2014-09-26.
  11. «Κοτζαμπασισμός». Academic Dictionaries and Encyclopedias. Ανακτήθηκε στις 26 Σεπτεμβρίου 2014.
  • Δημήτρης Παλαιολογόπουλος, Οι Κοτζαμπάσηδες των Καλαβρύτων και ο ρόλος τους στην Επανάσταση του 1821, εκδ. Παρασκήνιο (Αθήνα, 2008).
  • Μάρθα Πύλια, «Λειτουργίες και αυτονομίες των κοινοτήτων της Πελοποννήσου κατά τη δέυτερη Τουρκοκρατία (1715-1821) Αρχειοθετήθηκε 2020-11-26 στο Wayback Machine.», Μνήμων, τομ. 23 (2001), σελ. 67-98.
  • Μάρθα Πύλια,«Πολιτικοί όροι και οικονομικές λειτουργίες στην Προεπαναστατική Πελοπόννησο» στο: Θεωρητικές αναζητήσεις και εμπειρικές έρευνες, Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου Οικονομικής και Κοινωνικής Ιστορίας, Ρέθυμνο, 10-13.12.2008, Εκδόσεις Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Κρήτης / εκδ. Αλεξάνδρεια (Αθήνα, 2012), σελ. 291-302.
  • Α. Σιγάλας, «Ανέκδοτα έγγραφα αφορώντα εις την εκλογήν των Κοτζαμπάσηδων», Ελληνικά, τομ.3 (1930), σελ. 69-88.
  • Διονύσιος Τζάκης, «Οπλαρχηγοί και προεστοί. Κοινωνικές κινητικότητες και οικογενειακές στρατηγικές στον ορεινό χώρο», Νέα Εστία, τχ. 1857 (Μάρτιος 2013), σελ. 116-135.
  • Διονύσιος Τζάκης, «“Υποδαυλιζόμενοι παρά της Ρωσίας…”: Η συμμετοχή των κοτζαμπάσηδων στην εξέγερση του 1770 στην Πελοπόννησο», στο Όλγα Κατσιαρδή-Hering κ.ά. (επιμ.), Ρωσία και Μεσόγειος, Πρακτικά Α΄ Διεθνούς Συνεδρίου (Αθήνα, 19-22 Μαΐου 2005), τ. Β΄, Εθνικό και Καποδιστιρακό Πανεπιστήμιο Αθηνών / εκδ. Ηρόδοτος, (Αθήνα, 2011), σ. 11-31.
  • Αθανάσιος Θ. Φωτόπουλος, «Οι Κοτζαμπάσηδες της Αρκαδίας»
  • Αθανάσιος Φωτόπουλος, Οι κοτζαμπάσηδες της Πελοποννήσου κατά τη δεύτερη τουρκοκρατία (1715-1821), εκδ. Ηρόδοτος (Αθήνα, 2005).

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]