Κάστρο του Σεβερνί

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 47°30′1″N 1°27′29″E / 47.50028°N 1.45806°E / 47.50028; 1.45806

Κάστρο του Σεβερνί
ChevernySchloss.jpg
Είδοςσατώ
Αρχιτεκτονικήμπαρόκ αρχιτεκτονική
Γεωγραφικές συντεταγμένες47°30′1″N 1°27′29″E
Διοικητική υπαγωγήΣεβερνί[1]
ΧώραΓαλλία[1]
Έναρξη κατασκευής1624
ΙδιοκτήτηςΖαν-Νικολά Ντυφόρ ντε Σεβερνί και Ζαν-Πιερ Ζερμαίν
ΑρχιτέκτοναςJacques Bougier
Προστασίαπρόσθετος κατάλογος ιστορικών μνημείο της Γαλλίας (από 1926)[1], κατηγοριοποιημένο ιστορικό μνημείο στη Γαλλία (1840–1888)[1], πρόσθετος κατάλογος ιστορικών μνημείο της Γαλλίας (από 2008)[1] και κατηγοριοποιημένο ιστορικό μνημείο στη Γαλλία (από 2010)[1]
Ιστότοπος
Επίσημος ιστότοπος
Commons page Πολυμέσα

Το Κάστρο του Σεβερνί (γαλλικά: Château de Cheverny) βρίσκεται στην πόλη Σεβερνύ στον νομό Λουάρ-ε-Σερ στην ευρύτερη κοιλάδα του Λίγηρα, στη Γαλλία. Είναι ένα από τα κάστρα της κοιλάδας του Σερ, παραπόταμου του Λίγηρα, στα νοτιο-ανατολικά του Μπλουά.[2]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ανρύ Λε Μαρεσκώ ήταν ο ιδιοκτήτης του Σεβερνύ το 1315, υποτελής του κόμη του Μπλουά. Το κάστρο πωλήθηκε στον Ζαν Υρό (Hyrault) με τα "κτήρια, τους αμπελώνες και τα πατητήρια του" στα τέλη του 14ου αι. Ο εγγονός του Ζακ απέκτησε τον τίτλο τού κυρίου του Σεβερνύ, έχοντας υπηρετήσει υπό τον Λουδοβίκο ΙΑ΄, τον Κάρολο Η΄ και τον Λουδοβίκο ΙΑ΄ και αφού απέκτησε την κυβέρνηση της κομητείας του Μπλουά από τον Φραγκίσκο Α΄.[3]

Το οικοδόμημα που απεικονίζεται στο σχέδιο του Ετέν Μαρτεάνζ το 1624, κτίστηκε στην αρχή του 16ου αι. από τον Ζακ και τον γιο του Ραούλ. Ο Ραούλ έλαβε άδεια από τον βασιλιά για να οχυρώσει το νέο κτήριο το 1510. Οι γαίες αγοράστηκαν από τον Ανρύ Υρώ, κόμη του Σεβερνύ, υποδιοικητή και στρατιωτικό θησαυροφύλακα του Λουδοβίκου ΙΓ΄. Ο απόγονός του Μαρκήσιος του Βιμπραί είναι ο τωρινός ιδιοκτήτης. Μάλλον μόνο ένα μέρος του αρχικού οχυρωμένου κτηρίου παραμένει ως σήμερα. Δεν υπάρχει αξιόπιστος τρόπος να αποδείξουμε αν ένα συγκεκριμένο τμήμα τού κάστρου είναι ή όχι μέρος του αρχικού οικοδομήματος. Ο Ιησουίτης αρχιτέκτονας Ετιέν Μαρτελάνζ σχεδίασε το αρχικό κτήριο σε ένα σχέδιο, αλλά δεν περιέχει αξιόπιστα όρια, έτσι το σχέδιο δεν προσφέρει απόδειξη για το ποιο μέρος είναι παλαιό και ποιο καινούριο.

Εξαιτίας απάτης προς το κράτος ο ιδιοκτήτης έχασε το κάστρο, το οποίο περιήλθε στο στέμμα. Ο Ερρίκος Β΄ το χάρισε στην ερωμένη του Ντιάν ντε Πουατιέ. Ωστόσο εκείνη προτιμούσε το Κάστρο του Σενονσώ και πώλησε την ιδιοκτησία στον γιο τού προηγούμενου ιδιοκτήτη του Φιλίπ Υρώ, που έκτισε το κάστρο μεταξύ των ετών 1624 και 1630 σε σχέδια του γλύπτη-αρχιτέκτονα από το Μπλουά Ζακ Μπουζιέ. Ο τελευταίος είχε εκπαιδευτεί στο ατελιέ του Σαλομόν ντε Μπρος και το σχέδιό του στο Σεβερνύ ανακαλεί στοιχεία τού Ανακτόρου του Λουξεμβούργου. Τα εσωτερικά μέρη συμπληρώθηκαν από την κόρη του Ανρύ, τη Μαργαρίτα Υρώ, μαρκησία του Μονγκλά το 1650, μισθώνοντας τεχνίτες από το Μπλουά. Ο Μπυρντέτ-Ανρύ-Μαρτίν Δ΄ έπαιξε ρόλο κλειδί στην κατασκευή.

Κατά τα επόμενα 150 έτη η ιδιοκτησία πέρασε σε πολλά χέρια· το 1768 έγινε μεγάλη εσωτερική ανακαίνιση. Έχοντας ανάγκη κατά τη Γαλλική Επανάσταση να παραχωρήσει πολύ από τον πλούτο των Υρώ, η οικογένεια πώλησε την ιδιοκτησία το 1802 κατά την Υπατεία και περίπου δύο έτη πριν την ανακήρυξη της Αυτοκρατορίας, αλλά το αγόρασε πάλι πίσω το 1824 κατά την Παλινόρθωση την εποχή του Καρόλου Ι΄, όταν η αριστοκρατία ήταν πάλι σε ισχυρή πολιτική και οικονομική θέση.[4]

Το 1914 ο ιδιοκτήτης άνοιξε το κάστρο στο κοινό· ήταν ένας από τους πρώτους που το έκανε αυτό. Η οικογένεια ντε Βιμπραί ακόμη το χρησιμοποιεί και το κάστρο του Σεβερνύ παραμένει ένα κορυφαίο τουριστικό αξιοθέατο ως τις ημέρες μας, περίφημο για τα μεγαλειώδη εσωτερικά του και τη συλλογή του από έπιπλα, ταπισερί και έργα τέχνης. Μία αγέλη από 70 κυνηγετικά σκυλιά διαβιούν στο κυνοτροφείο της ιδιοκτησίας και ακολουθούν στα κυνήγια δύο φορές την εβδομάδα.[5]

Εσωτερικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κεντρικό Μεγάλο Σαλόνι του ισογείου διακοσμήθηκε με εντολές τού μαρκησίου τού Μονγκλά. Μεταξύ των πινάκων υπάρχει ένα πορτραίτο της Ιωάννας της Αραγωνίας, από τη Σχολή τού Ραφαήλ και ένα ακόμη της Μαρίας-Ιωάννας Λα Σωμερύ, κόμισσας του Σεβερνύ, από τον Πιέρ Μινιάρ. Μία Στοά-Πινακοθήκη οδηγεί στο Μικρό Σαλόνι, όπου κρέμονται πέντε Φλαμανδικές ταπισερί και ένα πορτραίτο, που αποδίδεται στον Μωρίς-Κεντέν ντε Λα Τουρ. Στη Βιβλιοθήκη υπάρχουν προσωπογραφίες από τους Ζαν Κλουέ και Υασίντ Ριγκώ.[6]

Ακολουθεί μία λίθινη σκάλα σκαλισμένη με τρόπαια όπλων, που οδηγεί στα Μεγάλα Διαμερίσματα. Έπειτα από ένα δωμάτιο για τη φρουρά, με μία συλλογή όπλων και πανοπλιών, υπάρχει το Δωμάτιο του Βασιλιά, πλούσια διακοσμημένο με πέντε Παρισινές ταπισερί σε σχέδια του Σιμόν Βουέ, που παριστούν την ιστορία του Οδυσσέα.

Τεντέν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Βέλγος δημιουργός κωμικών βιβλίων Ερζέ χρησιμοποίησε το Σεβερνύ ως πρότυπο για την ιστορία φαντασίας "Σατώ ντε Μουλινσάρ" (αγγλ. Μάρλινσπαϊκ Χωλ) στη σειρά βιβλίων Οι περιπέτειες του Τεντέν. [7]Σε αυτά παριστάνεται ο κεντρικός πύργος και οι δύο πτέρυγες, όχι όμως οι ακραίοι πύργοι.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]